Πέμπτη 24 Ιουνίου 2010

Η επιστροφή του λόγου
(Νίκος Αργυρόπουλος)

[Α]

αφού τον τσάμικο τον ξέχασα
είπα να μιμηθώ τον κάλβο

Ο λόγος επιστρέφει πού και πού σε ποιήματα και βιβλία και έτσι έχω την ευκαιρία (εκεί που νόμιζα ότι όλα έχουν κριθεί, ότι όλα επαναλαμβάνονται) να απολαμβάνω πρωτό-γνωρες συνδέσεις μεταξύ των νευρωνικών δικτύων του μυαλού μου.

Συχνά νομίζουμε ότι πίσω από τις λέξεις υποχωρεί το έδαφος και χάνεται η γη, ότι η διάλυση της φόρμας και της σύνταξης, ότι η παράβλεψη της ιστορικής φόρτισης και του ιστορικού φορτίου των λέξεων ισοδυναμεί με πτώση στο κενό. Σε κάποια παραμύθια, μυθικές αφηγήσεις και ταινίες του Χόλιγουντ, ο ήρωας πέφτει σε μία άβυσσο ή σε ένα πηγάδι, είτε επειδή έχει γλιστρήσει είτε επειδή έχασε μία μάχη, και ενώ περιμένει να χαθούν όλα από στιγμή σε στιγμή, ξαφνικά διαπιστώνει ότι στο έσχατο σημείο της πτώσης υπάρχει ένας άλλος, υπόγειος κόσμος, μια άλλη κοινωνία, που του ταιριάζει περισσότερο. Ή, στο έσχατο σημείο της πτήσης, για να θυμηθώ τον γλάρο Ιωνάθαν και τον Πλάτωνα. Προτιμώ ωστόσο την πτώση. Ίσως επειδή το μεσαίο "ω" στο κέντρο βάρους της λέξης δημιουργεί και συνειρμικά την αίσθηση του τέλους. 

Οι λέξεις δεν έχουν θυρωρούς ούτε φύλακες που απαγορεύουν την πρόσβαση στις κρυφές και κρυμμένες (αλλά και στις νέες) σημασίες τους. Υπάρχει όμως ένας δικός μας, ενδόμυχος φόβος, που υπερβαίνει κάθε εξωτερική απαγόρευση.

Όπως δεν μπορούμε να φανταστούμε σπίτι δίχως τοίχους, έτσι δεν μπορούμε να δεχτούμε εύκολα τα κείμενα που δεν έχουν την τυπική ή την τυποποιημένη δόμηση, τις λέξεις που ξεφεύγουν από τα προδιαγεγραμμένα ή από τα αναμενόμενα κειμενικά (ή μήπως κοινωνικά;) πλαίσια. Ίσως το πιο δύσκολο πράγμα για έναν ποιητή είναι να γράψει ένα κείμενο απαλλαγμένο από τους συμβατικούς τρόπους έκφρασης και παρόλα αυτά η διαίσθησή μας να το αποδέχεται.

Σπίτι χωρίς τοίχους είναι η ίδια η φύση. Λέξεις χωρίς προκατα-σκευασμένο νόημα είναι οι ίδιες οι λέξεις.

Όπως οι άνθρωποι κάποιες φορές φέρονται απρόβλεπτα ή ανα-κόλουθα και τότε αναδεικνύεται ο πραγματικός εαυτός τους, έτσι και οι λέξεις –όχι σπάνια– παρουσιάζουν κβαντικές συμπεριφορές.

Οι λέξεις πολλές φορές ασφυκτιούν μέσα στα τυποποιημένα κείμενα θυμίζοντας ανθρώπους που ζουν σε ανελεύθερες κοινωνίες.

Η αντίληψη που έχουμε για τον κόσμο οφείλεται αποκλειστικά στις λέξεις. Και μόνο μέσα από τις λέξεις (ή: ξεκινώντας από τις λέξεις) θα αλλάξει η αντίληψή μας για τον κόσμο και ίσως, στο μακρινό μέλλον, οι κοινωνικές σχέσεις και οι ίδιες οι κοινωνίες.

Δυστυχώς για τους λάτρεις της παραδοσιακής γραφής, η γλώσσα εκτός από το θεϊκό της φορτίο μεταφέρει και ένα φορτίο άκρως συντηρητικό, ένα φορτίο που έχει σχέση με μακραίωνους θεσμούς, που ανθούν στην εποχή μας σε βαθμό μεγαλύτερο και από ό,τι συνέβαινε στις πρωτόγονες κοινωνίες που τους δημιούργησαν. Οι αιτίες που οδήγησαν στη δημιουργία κάποιων από αυτούς τους θεσμούς έχουν εκλείψει, ωστόσο οι συγκεκριμένοι θεσμοί παρα-μένουν ως σήμερα πανίσχυροι, έχοντας κυριότερο σύμμαχό τους τον συντηρητικό χαρακτήρα (ή μάλλον: τη συντηρητική εκδοχή) της γλώσσας.

Οι αρχαίοι Αθηναίοι το είχαν ήδη καταλάβει ότι η εκμάθηση των δομών του λόγου και της σύνταξης σε συνδυασμό με τη γλωσσική ευχέρεια, τις ικανότητες επικοινωνίας και την τυπική «λογική σκέψη» μπορούν να πλήξουν τον πυρήνα της δημοκρατίας και να εντείνουν ή να διαιωνίζουν τις κοινωνικές ανισότητες.

Ασφαλώς δεν είναι τυχαίες οι επιθέσεις που δέχτηκαν ανά τους αιώνες οι ποιητές που τόλμησαν να δοκιμαστούν στη μη συμβατική χρήση του λόγου, ακόμη και όταν το έργο τους δεν συνιστούσε άμεσα ή έμμεσα απειλή για τους κρατούντες. ΔΣ

[Πρώτο μέρος κειμένου που αναφέρεται στο βιβλίο του Ν. Αργυρόπουλου (ΑΛΟΠΗΓΙΑ) Η ΣΥΛΛΟΓΗ ΤΟΥ ΑΛΑΤΙΟΥ, εκδ. ύψιλον/βιβλία, Αθήνα 2008]

Δευτέρα 21 Ιουνίου 2010

Θανάσης Μαρκόπουλος: «Μικρές ανάσες»

[Α]
 
Αυτό που έμεινε στους εκ-προσώπους της γενιάς του Πολυτεχνείου και της αμφι-σβήτησης, όταν στη διαδρομή χάθηκε η αμφισβήτηση, ήταν ένας εσωτερικός φόβος και ένα υπαρξιακό κενό. Η προοπτική της πολιτικής και κοινωνικής αλλαγής και για κάποιους και της επανάστασης, ήταν «μια κάποια λύσις». Τα διλήμματα που προστέθηκαν στην πορεία ήταν μάλλον προσχηματικά, αφού οι επιλογές είχαν ήδη γίνει συνειδητά και υποσυνείδητα. Η Ελλάδα έγινε ένα τριτοκοσμικό κακέκτυπο του αμερικάνικου τρόπου ζωής και το άδειο πιάτο, που παρουσιαζόταν ως ευμάρεια, έγινε μονόδρομος σχεδόν για όλους και ιδιαίτερα για τους μορφωμένους της εποχής. Οι αγρότες, οι εργάτες, οι άνθρωποι του μεροκάματου, δεν παρουσιάζονταν πλέον ως θύματα του καπιταλισμού ούτε χαρακτηρίζονταν με κριτήριο τη θέση τους στην ταξική κοινωνία, αλλά στο εξής θα προβάλλονται εξιδανικευμένοι, ντυμένοι με έναν μανδύα γραφικότητας. Η μαρξιστική ανάλυση της κοινωνίας εγκαταλείφθηκε οριστικά, για να δώσει τη θέση της σε πιο βολικές προσεγγίσεις της πολιτικής ζωής.
 
Η δεκαετία του ’70 διέλυσε όνειρα, ελπίδες και προοπτικές, μόνο που οι περισσότεροι το κατάλαβαν πολύ αργότερα, περί τα μέσα της δεκαετίας του 1980. Οι εκλογές του 1981 έδωσαν μία μικρή παράταση επιβίωσης στα ίχνη ελπίδας που είχαν διασωθεί από την προηγούμενη δεκαετία, η διάψευση όμως ήρθε γρήγορα και ήταν οριστική.

Από τη μία οι νέοι όροι ζωής και οι νέες εξουσιαστικές δομές (κρατικές, παρακρατικές και υπερ-κρατικές) που έγιναν πλήρως αποδεκτές από το μεγαλύτερο μέρος της ελληνικής κοινωνίας και στον αντίποδα οι ενοχές και η ανυπαρξία οράματος, οδήγησαν σε ποιητικά καταφύγια που ήταν ή έμοιαζαν ασφαλή: μνήμες από την παιδική ηλικία, αίσθημα νοσταλγίας για τον γενέθλιο τόπο, κατακερματισμός των γενικών θεωριών και εστίαση σε στιγμές, σε πρόσωπα και σε αντικείμενα, μυθοποίηση διάσημων ποιητών του παρελθόντος, μυθοποίηση αλλά και αφ’ υψηλού κατόπτευση της ζωής στο χωριό και γενικότερα της ζωής των λαϊκών ανθρώπων κλπ.
 
Οι ποιητές της γενιάς του ’30 κάλυψαν με ιδεολογήματα το κενό της «Μεγάλης Ιδέας», ενώ οι ποιητές της γενιάς του ’70 φαίνεται ότι αποδέχτηκαν την κατάρρευση των ιδανικών τους και στράφηκαν σε πολλές περιπτώσεις σε πιο χαμηλόφωνη ποίηση ή σε ποίηση προσωπικών στιγμών.
 
Η ιστορία της ποιητικής γενιάς του ’70 δεν έχει γραφτεί ακόμη, παρά τις φιλότιμες και αξιοπρόσεκτες προσπάθειες που έχουν γίνει. Όσες φορές οι ίδιοι οι εκπρόσωποι της γενιάς αυτής προσπαθούν να μιλήσουν για το θέμα καταλήγουν μάλλον σε απολογία παρά σε ιστορία. ΔΣ
 
[Πρώτο μέρος σχολίου που γράφτηκε με αφορμή την ποιητική συλλογή του Θανάση Μαρκόπουλου Μικρές ανάσες, εκδ. Μελάνι, Αθήνα 2010]

Κυριακή 6 Ιουνίου 2010

Δύο πεζογράφοι της Θεσσαλονίκης
(Περικλής Σφυρίδης, Παναγιώτης Γούτας)

Ο Περικλής Σφυρίδης υπήρξε κατά κάποιο τρόπο ο «μέντορας» του Παναγιώτη Γούτα στη λογοτεχνία, αφού οι πρώτες δημοσιεύσεις λογοτεχνικών κειμένων του Γούτα έγιναν στην Παραφυάδα. Οι ερωτήσεις στις οποίες καλείται να απαντήσει ο Σφυρίδης (στη συνέντευξή του προς τον Γούτα) έχουν σχέση με την πνευματική Θεσσαλονίκη, τη λογοτεχνική του παρουσία και τη λογοτεχνία γενικότερα. Ο Σφυρίδης απαντά σε όλες τις περιπτώσεις με ειλικρίνεια, είναι όμως σαφής η αγωνία και η αδυναμία του να εντάξει ουσιαστικά τον εαυτό του στη λογοτεχνική παράδοση της Θεσσαλονίκης, κάτι που βέβαια είναι ανεξάρτητο από την ποιότητα του έργου του.

Το καθοριστικό στοιχείο στην πορεία του Σφυρίδη υπήρξε η γνωριμία του με τον Ντίνο Χριστιανόπουλο και η συνεργασία του με τη Διαγώνιο κατά την τελευταία περίοδο έκδοσής της. Εδώ έχει ενδιαφέρον να επισημάνουμε ότι η Διαγώνιος της περιόδου 1958-1962 με τη Διαγώνιο της δεκαετίας του 1970 δεν είναι το ίδιο περιοδικό. Η διακριτική παρουσία του εκδότη και η «πολυσυλλεκτικότητα» των πρώτων ετών δίνουν τη θέση τους με τον καιρό σε ένα πιο άκαμπτο αισθητικό –σχεδόν ιδεολογικό– πλαίσιο σε ό,τι αφορά τους συνεργάτες και τη δημοσιεύσιμη ύλη. Τα ποιοτικά κριτήρια για δημοσίευση έγιναν πολύ πιο αυστηρά, οι πιθανότητες όμως για λογοτεχνικά θαύματα μειώθηκαν.

Ο Σφυρίδης επιμένει στη βιωματική λογοτεχνία και αυτή είναι μία άποψη σεβαστή, ακόμη και αν διατυπώνεται στην πόλη της εσωστρέφειας και του «εσωτερικού μονολόγου», στην πόλη του Γιώργου Θέμελη, της Ζωής Καρέλλη και του Πεντζίκη. Μην ξεχνάμε όμως ότι σχεδόν ποτέ στην μακραίωνη ιστορία της λογοτεχνίας, από την Ιλιάδα και την Οδύσσεια ως τον Δον Κιχώτη του Θερβάντες και τη Βραδύτητα του Κούντερα, η καταγραφή των βιωμάτων δεν υπήρξε κύρια τάση στη λογοτεχνία. Ακόμη και ο ρεαλισμός του 19ου αιώνα συνδέθηκε με την αμφισβήτηση της αστικής ηθικής, υπήρχε δηλαδή πάνω από το βίωμα και την παρατήρηση μία «πολιτική» άποψη.

Εκτός από τα άμεσα βιώματα, η φαντασία, οι εσωτερικές διεργασίες, το υποσυνείδητο, οι αισθητικές επιλογές, οι συγγραφείς που λειτουργούν ως πρότυπα και άπειροι άλλοι παράγοντες συνδιαμορφώνουν ένα λογοτεχνικό έργο. Σε αρκετές περιπτώσεις μάλιστα αυτό που αντιλαμβανόμαστε ως βίωμα δεν είναι παρά προβολή ή ερμηνεία από την πλευρά του συγγραφέα ή ακόμη η μονοδιάστατη επιφάνεια ενός φαινομένου.

Η άποψη περί βιωματικής λογοτεχνίας μπορεί να μοιάζει σχεδόν φυσική και να ακούγεται σήμερα ως γενική αλήθεια. Μεταφέρει ωστόσο ένα έντονα ιδεολογικό περιεχόμενο, συχνά ακραία συντηρητικό, ιδιαίτερα όταν συνδυάζεται με την κριτική προς τα μεγάλα λογοτεχνικά ρεύματα και κινήματα του εικοστού αιώνα, που σε κάποιες περιπτώσεις συνδέθηκαν με αγώνες για κοινωνικές ανατροπές. Η απλοϊκή ανάλυση ή ακόμη η απόρριψη εκ των υστέρων των επαναστάσεων που συντελέστηκαν στη λογοτεχνία του 20ού αιώνα, δεν φωτίζει τα σημαντικά αυτά φαινόμενα που άνθισαν κάτω από τις πιο αντίξοες συνθήκες, αλλά τη δική μας άγνοια.

Μία δυσάρεστη έκπληξη στο –ενδιαφέρον κατά τα άλλα– βιβλίο είναι η έκφραση του Σφυρίδη ότι «Στη Θεσσαλονίκη τον Πεντζίκη τον θεωρούσαν ανισόρροπο μέχρι που ήρθε ο Σεφέρης να αναδείξει την αξία του» (σ. 53). Η αξία του Πεντζίκη (τον οποίο είχα την τιμή να γνωρίσω προσωπικά) είχε αναγνωριστεί στη Θεσσαλονίκη πολύ πριν την ενασχόληση του Σεφέρη μαζί του. Εξάλλου, η μελέτη του Ηλία Πετρόπουλου «Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης» δημοσιεύτηκε πρώτη φορά το 1958. Ο Πεντζίκης, που τίμησε με το έργο του και με την ακτινοβολία του τη Θεσσαλονίκη και τα ελληνικά γράμματα, υπήρξε από πολύ νωρίς, ήδη από τις αρχές της δεκαετίας του 1930, φίλος και συνεργάτης των πιο εκλεκτών πνευματικών ανθρώπων της Θεσσαλονίκης. Και δεν νομίζω ότι συνέβαλε ιδιαίτερα στην εν ζωή αναγνώριση ή στην υστεροφημία του το δοκίμιο του νομπελίστα Σεφέρη (που το δημοσίευσε με το ψευδώνυμο Ιγνάτης Τρελός το 1973).

Η προσπάθεια του Γούτα να αναδείξει τις απόψεις ενός σχετικά άγνωστου στο ευρύ κοινό ομοτέχνου του πεζογράφου της Θεσσαλονίκης θα μπορούσε να λειτουργήσει σαν παράδειγμα για τους νεότερους λογοτέχνες και σαν αφορμή ώστε να ανασύρουν από τις βιβλιοθήκες τους και από τα ράφια των παλαιοβιβλιοπωλείων βιβλία που σχετίζονται με το λογοτεχνικό παρελθόν αυτής της πόλης. ΔΣ

[Το κείμενο αποτελεί σχόλιο στο βιβλίο του Παναγιώτη Γούτα Αποκούμπι στην κουβέντα με τον Περικλή Σφυρίδη, εκδ. Μπιλιέτο, Παιανία 2010, σ. 62]

Παρασκευή 21 Μαΐου 2010

Οι ζωντανές λέξεις*


Πίσω από την πρόσοψη των λέξεων κυλάει ένας ποταμός βαθύς και ανεξερεύνητος. Οι πηγές του χάνονται στο πολύ μακρινό παρελθόν, ενώνονται με τις πηγές της βιολογικής μας κληρονομιάς. Από όπου περνά δημιουργούνται απερίγραπτες εικόνες αγωνίας, χαράς, λύπης, μελαγχολίας και κάθε λογής συναισθημάτων. Η ροή του αφήνει ανεξίτηλα ίχνη στις καρδιές των ανθρώπων και διαμορφώνει το εσωτερικό μας ανάγλυφο. Μέσα του οι ζώντες οργανισμοί διαδραματίζουν ουσιαστικό ρόλο και κάποτε ρυθμίζουν την πορεία του. Στη διάρκεια της ατέλειωτης αυτής πορείας περνά από όρη, πεδιάδες, νησιά, δημιουργεί καταρράχτες, ανεβαίνει στο γαλαξία και πάλι κατεβαίνει στη μητέρα γη και μπαίνει στα σπίτια μας. Η κίνησή του δεν υπακούει στους φυσικούς νόμους. Με την κίνησή του αναιρεί τους φυσικούς νόμους.

Οι λέξεις. Οι λέξεις. Μας διαμορφώνουν κάθε στιγμή οι λέξεις. Μας πεθαίνουν και μας ανασταίνουν οι λέξεις. Μας κρατούν δέσμιους στη δική τους λογική και κάποτε στο δικό τους παραλογισμό. Τα πάντα μέσα μας είναι χτισμένα με λέξεις. Ακόμη και οι εικόνες. Ακόμη και τα συναισθήματα και οι μνήμες. Ένας ψυχαναλυτής θα έπρεπε να αρχίζει από τη γνωριμία με τις λέξεις. Ένας ιερέας ή ένας γιατρός το ίδιο.

Μάθαμε να βλέπουμε τις λέξεις ως οπτικά σύμβολα ή να τις ακούμε ως ηχητικά μηνύματα ή να τις θεωρούμε τμήματα ενός αυστηρού κώδικα επικοινωνίας, όχι όμως να τις αντιμετωπίζουμε ως ζώντες οργανισμούς, που εξαρτώνται άμεσα από έναν άλλο αέρα για να ζήσουν. Οι λέξεις δε ζουν χωρίς το δικό τους οξυγόνο, ακόμη και μέσω χιλιάδων άλλων λέξεων. Πεθαίνουν από ασφυξία. Όταν το οξυγόνο υπάρχει, μπορούν να ζήσουν ακόμη και μόνες τους, ξέχωρα από τις άλλες λέξεις. Αν κάποιοι δεν είχαν αναλάβει να τροφοδοτούν τις λέξεις με οξυγόνο, όλα τα βιβλία, όλα τα κείμενα, θα θύμιζαν αποσπάσματα ερμηνευτικών λεξικών. Τότε, πιθανόν οι αριθμοί να αντικαθιστούσαν τις λέξεις, επειδή οι τιμές τους είναι απόλυτες, πράγμα που θα ευνοούσε την ανάπτυξη της συμβατικής επικοι-νωνίας, θα σκότωνε όμως οριστικά την ουσιαστική.

Όταν η λέξη υπ-άρχει ως ζωντανός οργανισμός, επιτελείται μέσα μας ένας οργασμός χωρίς τέλος. Όταν ο λόγος δεν στοχεύει στη στημένη επικοινωνία, τότε το ποτάμι κυλά ανεξέλεγκτα και παρασύρει όστρακα, μνήμες, κηλίδες αίματος, δικτατορίες, δομές που κάποτε πιστέψαμε ότι πηγάζουν από τη φύση ή από τον Θεό. Τότε το ποτάμι κάθε στιγμή δημιουργεί έναν καινούριο κόσμο.

[*Το κείμενο του Διονύση Στεργιούλα "Οι ζωντανές λέξεις" αναδημοσιεύεται από το βιβλίο Οι μαθητευόμενοι της οδύνης, εκδ. Οδός Πανός, Αθήνα 1995, σ. 47-48]

Δευτέρα 17 Μαΐου 2010


Η ΠΑΡΑΚΜΗ ΤΗΣ ΜΝΗΜΗΣ (ΣΤΕΛΙΟΣ ΛΟΥΚΑΣ)

Κι αν φύγει ο ποιητής απ’ το ποίημα
πού έχει να πάει;

Παρόλο που ξεκίνησα να διαβάζω το βιβλίο του Στέλιου Λουκά Η παρακμή της μνήμης με κάποια αρνητική προκατάληψη για το είδος και το περιεχόμενο της ποίησής του, όχι μόνο δεν απογοητεύτηκα, αλλά μπορώ σήμερα να υποστηρίξω ότι συνεχίζει αξιοπρεπώς την παράδοση των λυρικών ποιητών της Θεσσα-λονίκης και κυρίως του Τάκη Βαρβιτσιώτη.

Μετά το σαρωτικό πέρασμα του Καβάφη από τα ελληνικά γράμ-ματα, το κοινό της ποίησης στη χώρα μας σχεδόν αδιαφορεί για την ποίηση που -παραβλέποντας την αναλυτική λογική σκέψη και τις αυστηρές δομές– δίνει έμφαση στα πρωταρχικά αισθήματα. Δεν θα πρέπει όμως να ξεχνάμε ότι υπάρχει μία τεράστιας σημασίας σχετική παράδοση στην παγκόσμια γραμματολογία και ότι ένα σημαντικό μέρος του κοινού έλκεται και πάντα θα έλκεται από τον λυρισμό.

Όπως κάθε συνεπής σύγχρονος λυρικός ποιητής, ο Στέλιος Λουκάς επανέρχεται στα δοκιμασμένα από τους παλαιότερους λυρικούς μοτίβα, λέξεις και σύμβολα: η θάλασσα, η σιωπή, οι ηλιαχτίδες, το φως, τα πουλιά, τα άνθη, ο καθρέφτης, ο άνεμος, τα όνειρα, η μνήμη και οι μνήμες, η αθωότητα, οι κρυμμένες ενοχές. Στη φαινομενικά επίπεδη αυτή ποίηση, που κάποτε γίνεται γενικόλογη και αόριστη, ο αναγνώστης είναι πιθανό να ανακαλύψει δομές που σχετίζονται με την τραγικότητα του ανθρώπου, αλλά και να προβάλει δικά του συναισθήματα. Η λυρική πλευρά του Ελύτη φαίνεται ότι άφησε τα ίχνη της στον τρόπο σκέψης του ποιητή, ενώ δεν λείπουν και οι μακρινές απηχήσεις του Σαραντάρη. Ο ποιητής, ωστόσο, δίνει την εντύπωση ότι στρέφει την πλάτη στα μεγάλα λογοτεχνικά και καλλιτεχνικά ρεύματα και κινήματα του εικοστού αιώνα και ότι επιμένει σε μία προσωπική εκδοχή «καθαρής ποίησης». ΔΣ

[Στέλιος Λουκάς, Η παρακμή της μνήμης, εκδ. Κέδρος, Αθήνα 2007]

Τετάρτη 5 Μαΐου 2010

Οι ψυχές των ποιητών

Το ίδιο αθόρυβα και διακρι-τικά, όπως είχε μάθει να ζει, έφυγε από τη ζωή στις 22 Μαρτίου του 2010 ο ποιητής και θεωρητικός του κινημα-τογράφου Αντρέας Παγουλά-τος. Δεν έδωσε καν μάχη με τον θάνατο, τον αντιμετώπισε με αγάπη και κατανόηση, όπως αντιμετώπιζε πάντα τους συνομιλητές του. Μία από τις ελάχιστες φορές που τον άκουσα διαφορετικό στα είκοσι τρία χρόνια της γνωριμίας μας, ήταν τρεις μέρες πριν πεθάνει. Ήταν ενοχλημένος με την κακή ποιότητα των μυθιστορημάτων που εκδίδουν πολλοί Έλληνες εκδότες. Και ήταν εκνευρισμένος με όσα περνούσε η χώρα αυτή την περίοδο και κυρίως εκνευρισμένος με τα θέματα που συνέχιζαν να απασχολούν τους συμπατριώτες του κατά τη διάρκεια μίας τέτοιας κρίσης. Έχω κάθε λόγο να πιστεύω ότι ο θάνατός του έχει σχέση με την κατάθλιψη και την απόγνωση που ήταν διάχυτες γύρω του τον τελευταίο καιρό. Ένας ποιητής δεν μπορεί να μένει απαθής σε αυτές τις καταστάσεις. Πονά και λυπάται όχι μόνο με την καρδιά του αλλά και με τη σκέψη του και με ολόκληρη την ύπαρξή του για όσα συμβαίνουν γύρω του. Έχω κάθε λόγο να πιστεύω ότι ο θάνατός του ήταν μία παθητική διαμαρτυρία απέναντι στους ανενεργούς και αμέτοχους στην πνευματική ζωή πολίτες μιας χώρας που βυθίζεται στην αυτοκαταστροφή της, ενώ εκείνοι την ίδια στιγμή κινούνται απορυθμισμένοι μέσα σε μία θάλασσα φόβων και στερεοτύπων.

Ένας από τους σημαντικούς νεοέλληνες ποιητές έφυγε τόσο βιαστικά και απρόσμενα, πριν καλά καλά οι φίλοι του –άνθρωποι του κινηματογράφου, της μουσικής, των γραμμάτων– καταλάβουν τι έχει συμβεί. Οι περισσότεροι δεν ήθελαν να το πιστέψουν και είχαν την ελπίδα ότι μετά από λίγο θα έρθει η διάψευση. Δεν χρειάζεται όμως καμία διάψευση για να πιστέψουμε ότι ζει. Άφησε ένα ποιητικό και δοκιμιακό έργο ώριμο και ολοκληρωμένο. Κάποιος από τους φίλους του θα πρέπει να αναλάβει τη συγκέντρωση και την έκδοση των ποιημάτων που δεν είχαν ενταχθεί σε συλλογές, καθώς και των καταλοίπων του. Πριν λίγο καιρό του είπα ότι με όλες αυτές τις εκδηλώσεις και τα αφιερώματα των περιοδικών έχει παραμελήσει την προβολή και διάδοση του δικού του έργου. Το δέχτηκε. Και πώς να μη το δεχτεί, όταν όσα έκανε για την προβολή του έργου του Γιάννη Ρίτσου μέσα στον τελευταίο χρόνο, δεν τα είχε κάνει μια ολόκληρη ζωή για τον εαυτό του, για το δικό του έργο. Για τον Παγουλάτο όμως δεν είχε σημασία η επιφάνεια, αλλά η ποιότητα ενός έργου, ακόμη και αν δεν ήταν δικό του, ακόμη και αν προερχόταν από νέους και άγνωστους δημιουργούς.

Μια μεγάλη ομάδα νέων αλλά και μεγαλύτερων σε ηλικία ανθρώπων, γνώρισε στο πρόσωπό του την ιδανική εκδοχή αυτού που θα έπρεπε να είναι ο ορισμός του διανοούμενου και του ποιητή. Οι άνθρωποι «είμαστε σταγόνες στον ίδιο ωκεανό», μου είχε πει λίγες μέρες πριν το θάνατό του. Άραγε ισχύει το ίδιο με τις ψυχές των ποιητών; Συνεχίζουν να ζουν μαζί μας, μετά θάνατον, ως σταγόνες στον ίδιο ωκεανό;

Αν η αξία του ποιητικού έργου του είναι μεγάλη, η σημασία του έργου του είναι ακόμη μεγαλύτερη, επειδή με το έργο αυτό άνοιξε δρόμους στην τέχνη και στην έκφραση. Ο γλωσσοκεντρισμός του Παγουλάτου έδειξε έναν πρωτοποριακό δρόμο σε σχέση με τη μελέτη και τις πηγές της γλώσσας προχωρώντας πιο πέρα από τον Νόαμ Τσόμσκι και αφήνοντας πίσω τις κρατούσες σήμερα θεωρίες, που δίνουν έμφαση στη γραμματική και στις δομές της γλώσσας. Οι δομές του λόγου και της σύνταξης, πίστευε ο Παγουλάτος, έχουν σχέση με τις δομές των κοινωνιών. Όσο η γλώσσα συμμετέχει (μέσω της συμβατικής χρήσης και σύνταξης) στο στημένο και αλλοτριωμένο παιχνίδι που κατάντησε να είναι η επικοινωνία, δεν θα δούμε τις κοινωνίες να αλλάζουν. Προχώρησε σε αυτή του την άποψη πιο πέρα από τον Λακάν, που έλεγε ότι μόνο το υποσυνείδητο είναι δομημένο σαν γλώσσα.

Κλείνω αυτή τη σύντομη μαρτυρία με ένα χαρακτηριστικό περιστατικό, που νομίζω ότι αξίζει να αναφερθεί. Πριν λίγα χρόνια είχαμε βρεθεί, κατά τη διάρκεια του Φεστιβάλ ταινιών μικρού μήκους Δράμας, σε μία παρέα, όπου, μετά από ώρες συζήτησης και μουσικής, ένας πανέξυπνος κρητικός μαντιναδολόγος, που αντιλήφθηκε ότι έχει έναν πολύ μορφωμένο άνθρωπο μπροστά του, του είπε με φιλική διάθεση, θέλοντας να τον πειράξει: «Έχεις έναν τεράστιο εγκέφαλο». Και ο Παγουλάτος τού απάντησε, με την ίδια, ευχάριστη από το αλκοόλ, διάθεση: «Έχω όμως και μία τεράστια καρδιά».

* Το κείμενο του Διονύση Στεργιούλα αναδημοσιεύεται από την ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ (ένθετο ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ, Πέμπτη 29 Απριλίου 2010)
http://www.enet.gr/?i=issue.el.home&date=29/04/2010&id=156905

Σάββατο 10 Απριλίου 2010

Εις Κεκοιμημένους...

 
Από τη Νεκρώσιμη Ακολουθία
μετάφραση Ντίνος Χριστιανόπουλος
εκδόσεις Μπιλιέτο, Παιανία, σ. 48

Τα τροπάρια του Ιωάννη Δαμασκηνού που χρησιμοποιούνται στη νεκρώσιμη ακολουθία αποτελούν μία από τις κορυφαίες στιγμές της ελληνικής γλώσ-σας και της παγκόσμιας λογοτεχνίας. Η ουδέτερη και αποστασιοποιημένη έκφραση του συγγραφέα, που μιλά για τον θάνατο με ένα ύφος σχεδόν απλοϊκό, η άρνησή του να χρησιμοποιήσει τον λόγο συγκινησιακά (παρόλο που το θέμα θα ευνοούσε τέτοιου είδους χρήση), οι μεγάλες αλήθειες που λέγονται σαν να είναι αυτονόητα πράγματα και η απουσία ουσιαστικών αναφορών σε άλλα κείμενα της εκκλησιαστικής παράδοσης, δίνουν στο κείμενο αυτό μία σπάνια ομορφιά και μία πρωτογενή, αυτοφυή λάμψη. Τα τροπάρια μοιάζουν να γράφονται από έναν λόγιο συγγραφέα, που αφήνει για λίγο στην άκρη τις λόγιες καταβολές του και γίνεται προσωρινά φορέας της λαϊκής προφορικής παράδοσης και γλώσσας, μιλώντας στους ανθρώπους της εποχής του και των μελλοντικών εποχών με τρόπο που θα μπορούσε ο καθένας να καταλάβει, χωρίς την ανάγκη φιλολογικής ή θεολογικής συνδρομής.

Κάποιες φράσεις του Ιωάννη Δαμασκηνού δημιουργούν μέσα μας την αίσθηση ότι προέρχονται από μία μακρινή, κοινή θρησκεία, προτού οι λαοί και οι θρησκευτικές τους παραδόσεις πολυδιασπαστούν και υψωθούν τείχη ανάμεσά τους. Μεταφέρω τέσσερα σύντομα αποσπάσματα από τη μετάφραση του Ντίνου Χριστιανόπουλου:

«Σαν λουλούδι μαραίνεται και σαν όνειρο χάνεται, και διαλύεται κάθε άνθρωπος».

«Αλίμονο, τι αγώνα κάνει η ψυχή, όταν χωρίζεται απ’ το σώμα! Αλίμονο, τι δάκρυα χύνει τότε και κανείς δε βρίσκεται να την ελεήσει! Στρέφει τα μάτια στους αγγέλους, μα ικετεύει άδικα. Απλώνει τα χέρια στους ανθρώπους, μα ποιος να τη βοηθήσει;».

«Πράγματι, πόσο είναι φοβερό το μυστήριο του θανάτου! Πώς η ψυχή χωρίζεται απότομα απ’ το σώμα, και χάνεται αυτή η αρμονία, κι ο τόσο φυσικός δεσμός της συνυπάρξεως κόβεται με τη θέληση του Θεού».

«Θρηνώ και οδύρομαι, όταν εννοήσω τον θάνατο, και δω την ωραιότητα, που πλάστηκε για μας ολόιδια με την εικόνα του Θεού, στους τάφους να την κατεβάζουν, χωρίς μορφή, χωρίς σκοπό, χωρίς κανένα σχήμα. Ω τι θαύμα είν’ ετούτο, ετούτο το μυστήριο που γίνεται για μας! Πώς στη φθορά παραδοθήκαμε, πώς με τον θάνατο δεθήκαμε;».

Η σχέση του Χριστιανόπουλου με τα ιερά κείμενα ανάγεται στη μακρινή δεκαετία του 1940, εποχή κατά την οποία ήταν μέλος των κατηχητικών της Θεσσαλονίκης μαζί με τον πεζογράφο Γιώργο Ιωάννου. Για τη συμμετοχή στα κατηχητικά ο Ιωάννου έγραψε ότι τα νιάτα και η ζωή πολλών παιδιών «σημαδεύτηκαν ανεξίτηλα, για να μην πω ρημάχτηκαν, από την εμπλοκή εκείνη». Αντίθετα, ο Χριστιανόπουλος περιγράφει την εμπειρία ως μάλλον θετική. Στην πρώτη του ποιητική συλλογή «Εποχή των ισχνών αγελάδων», που κυκλοφόρησε το 1950, η επίδραση των εκκλησιαστικών κειμένων είναι εμφανής, αφού τα περισσότερα από τα ποιήματα που τη συγκροτούν αναφέρονται σε θέματα που έχουν σχέση με τη Βίβλο και με τη χριστιανική παράδοση.

Ο Ντίνος Χριστιανόπουλος είχε αποδώσει και στο παρελθόν στη νεοελληνική κοινή κείμενα παλαιότερων εποχών, με καλύτερη στιγμή του τη μετάφραση του Κατά Ματθαίον ευαγγελίου (Το Ροδακιό, 1997), που κυκλοφόρησε αυτοτελώς. Τα υπόλοιπα βρίσκονται συγκεντρωμένα στα βιβλία «Αρχαία ελληνικά λυρικά ποιήματα» (Μπιλιέτο, 2005) και «Εντευκτήριο I» (Ιανός, 2007). Ως προς το εγχείρημά του να αποδώσει στα νέα ελληνικά τα τροπάρια της νεκρώσιμης ακολουθίας, θα μπορούσε κανείς να διατυπώσει αρκετές ενστάσεις. Οι δύο κυριότερες, κατά τη γνώμη μου, είναι οι εξής: ότι το κείμενο είναι σε μεγάλο βαθμό κατανοητό μέχρι σήμερα στην πρωτότυπη μορφή του και ότι η αισθητική του αρτιότητα δεν οφείλεται μόνο στο περιεχόμενο, αλλά κυρίως στον ρυθμό, στο ύφος, στην έκφραση, στη γλώσσα και στην επιλογή των συγκεκριμένων λέξεων και συνδυασμών λέξεων, δηλαδή σε ένα ιδιαίτερο «μικροκλίμα», που είναι δύσκολο να διατηρηθεί στη μετάφραση. Επιπλέον, τα τροπάρια της νεκρώσιμης ακολουθίας έχουν αδιάσπαστη σχέση με τη μουσική που τα συνοδεύει και κουβαλούν μαζί τους μία μακραίωνη φόρτιση, λόγω της χρήσης τους στους ναούς, αφού τα ακούμε κάθε φορά που χάνουμε αγαπημένα μας πρόσωπα. Σε έργα τόσο υψηλής αισθητικής αξίας μία μεταφραστική προσπάθεια θα πρέπει να λαμβάνει υπόψη όλα τα παραπάνω, αλλά και πάλι το αποτέλεσμα δεν θα είναι επαρκές, εάν δεν υπάρχει εκείνο το απροσδιόριστο στοιχείο, που μεταμορφώνει τον λόγο σε ποίηση.

Τα «νεκρώσιμα ιδιόμελα» του Ιωάννη Δαμασκηνού είναι κείμενα μεγάλης πυκνότητας, ακόμη και αν η απλότητα του ύφους ξεγελά. Η ενασχόληση του Χριστιανόπουλου με αυτά θα πρέπει να υπήρξε βασανιστική και εξαντλητική, αλλά και ευχάριστη. Τα περιθώρια για μεταφραστικούς ελιγμούς είναι ελάχιστα και ο έμπειρος ποιητής (δημοσίευσε τα πρώτα του ποιήματα στα μέσα της δεκαετίας του 1940) και φιλόλογος τα εκμεταλλεύεται με ενδιαφέροντα τρόπο. Η μεταφραστική του άποψη συνδυάζει τον σεβασμό στον εσωτερικό ρυθμό του πρωτοτύπου και την απόλυτη μεταφραστική ακρίβεια κατά τη μεταφορά στην τωρινή μορφή της ελληνικής γλώσσας, εκτός από εκείνα τα δύσκολα ή ασαφή σημεία, όπου ο φιλόλογος αποσύρεται, για να δώσει τη θέση του στην ποιητική διαίσθηση. Σε αυτές τις περιπτώσεις, ακόμη και οι λεπτότατες αποχρώσεις μεταξύ κάποιων λέξεων αποκτούν σημασία και προσθέτουν ή αφαιρούν από το ειδικό βάρος της μετάφρασης, σε σύγκριση πάντα με το πρωτότυπο κείμενο. Ένα παράδειγμα: η γνωστή φράση της νεκρώσιμης ακολουθίας «μία ροπή και ταύτα πάντα θάνατος διαδέχεται», μεταφράζεται: «λίγο να γείρει η ζυγαριά, και όλα αυτά τα διαδέχεται ο θάνατος». Σε άλλα σημεία, η λέξη «βιαίως» μεταφράζεται «απότομα», η έκφραση «επελθών γαρ ο θάνατος» αποδίδεται «γιατί μόλις ορμήσει ο θάνατος», ενώ η έκφραση «της βρώσεως μετέσχε» αποδίδεται «πήρε μέρος στο φαγί».

Το κείμενο του Ιωάννη Δαμασκηνού δημοσιεύεται αντικριστά με τη μετάφραση και έτσι μπορεί ο αναγνώστης να παρατηρήσει την εξέλιξη της ελληνικής γλώσσας μέσα στον χρόνο. Από τη μονή του Αγίου Σάββα κοντά στην Ιερουσαλήμ του 8ου αιώνα, ως τη Θεσσαλονίκη του 21ου αιώνα, η εικόνα της ελληνικής γλώσσας είναι ενιαία, με κάποιες σημαντικές ωστόσο και ενδιαφέρουσες αλλαγές στη μορφή και στις σημασίες των λέξεων.

[Το κείμενο του Διονύση Στεργιούλα αναδημοσιεύεται από την ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ (ένθετο ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ, Παρασκευή 26 Μαρτίου 2010)]
http://www.enet.gr/?i=news.el.article&id=145060

Τετάρτη 24 Μαρτίου 2010

ΛΟΥΚΑΣ ΠΑΠΑΔΑΚΗΣ ΤΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ

Καλά σε είπανε καθρέφτη γιατί
   θρέφεις
κι ακόμη πιο ακριβά καρφίχτη
ότι φριχτά καρφιά μπήγεις.
(Το τραγούδι του Περσέα)

Γυρεύω το βλέμμα του
   κυνηγού στην μπεκάτσα
που την πήρανε τα βόλια
   αλάλητη
(Εν τόπω Γλα / Toplu)

Διάβασα, μέσα σε λίγες μέρες, την ποιητική παραγωγή τριών δεκαετιών του Λουκά Παπαδάκη. Στίχοι μιας ζωής περνούσαν βιαστικά από μπροστά μου. Θυμήθηκα την κάμερα που καταγράφει ακίνητη μέρες ολόκληρες ή και μήνες τις μεταμορφώσεις ενός φυτού ή ενός τοπίου, για να τις παρακολουθήσουμε στην οθόνη σε γρήγορη κίνηση, σαν να συμβαίνουν μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα.

Ο παράγοντας χρόνος, με τις ασύμβατες διαστάσεις του, μπαίνει πάντοτε ανάμεσα στον αναγνώστη και το ποίημα. Ο χρόνος είναι ο μεγαλύτερος εχθρός των ανθρώπων, μου είχε πει και μου είχε γράψει ο Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης. Αν ο ποιητής βάζει μέσω του έργου του ένα στοίχημα, αυτό είναι στοίχημα με τον χρόνο, προσθέτω σήμερα.

Τα ποιήματα του Λουκά Παπαδάκη διατηρούν τη φρεσκάδα και το αεράκι της εποχής που γράφτηκαν. Σε πολλά από αυτά κατοικούν γυναίκες, που άλλοτε θυμίζουν την εποχή μας και άλλοτε τις ηρωίδες του Παπαδιαμάντη. Παρ' όλο που ο ποιητής εμπνέεται από την κρητική παράδοση, από τη Γενιά του τριάντα και από την ιστορία, καταφέρνει να είναι αυτόνομος ποιητικά και επίκαιρος, προσθέτοντας ένα δικό του ηχόχρωμα σε σκέψεις που όλοι κάναμε. Γνωρίζει καλά την ελληνική ποίηση του εικοστού αιώνα και αναφέρεται σε ονόματα και έργα άλλων ποιητών, ενώ δεν λείπουν και οι υπόγειες σχέσεις, τα κρυφά κανάλια, με το μεγάλο σώμα της ελληνικής ποίησης.

Στα ποιήματά του υπάρχει ένα διευρυμένο «εγώ», που συχνά ταυτίζεται με το «εμείς», υπάρχουν όμως και οι άλλοι, οι φορείς του πολιτικού ξεπεσμού, οι άλλοι που δεν διδάσκονται από την ιστορία, οι άλλοι που αγνοούν τις προφητείες και τα μηνύματα των καιρών, οι άλλοι, των οποίων το «εγώ» δεν θα ταυτιστεί ποτέ με το «εμείς». Ο αναγνώστης εδώ δίκαια θα αναρωτηθεί: πέρα από το «εμείς» του Μακρυγιάννη, που αναφέρεται σε ένα έθνος, δεν υπάρχει και ένα ευρύτερο «εμείς», που περιλαμβάνει όλους τους ανθρώπους της γης;

Στο βάθος των ποιημάτων του αναγνώρισα μια υπαρξιακή αγωνία, ένα αίσθημα κενού και έναν ενστικτώδη φόβο, που έρχεται στην επιφάνεια κάθε φορά που ο ποιητής συνειδητοποιεί πως τα στερεότυπα με τα οποία μεγάλωσε δεν έχουν καμία ισχύ στον κόσμο που ζει. Εκείνες τις στιγμές επιστρέφει στην παιδική ηλικία και φέρνει προμήθειες που θα του επιτρέψουν να αντεπεξέλθει προσωρινά σ’ αυτή την αλλότρια πραγματικότητα. ΔΣ

[Λ. Δ. Παπαδάκης, Τα ποιήματα, β΄ εκτύπωση, 2009]

Πέμπτη 4 Φεβρουαρίου 2010

ΑΛΕΞΑΝΔΡΑ ΜΠΑΚΟΝΙΚΑ
«ΗΔΟΝΗ ΚΑΙ ΕΞΟΥΣΙΑ», ΠΟΙΗΜΑΤΑ

Ο τίτλος «Ηδονή και εξουσία» (2009) της τελευταίας συλ- λογής ποιημάτων της Αλε- ξάνδρας Μπακονίκα μού έφερε στο νου τον τίτλο «Όργια και εμπόδια» ενός αρκετά πα- λαιότερου ποιητικού έργου του Αντρέα Παγουλάτου. Η γλωσσοκεντρική γραφή του Παγουλάτου δεν θυμίζει σε τίποτα τους εκφραστικούς τρόπους της Μπακονίκα, στο επίπεδο όμως του περιεχομένου υπάρχει κάποια -έστω και μικρή- συνάφεια. Η Μπακονίκα, πιστή στο δρόμο που έχει χαράξει από τα πρώτα της βήματα στην ποίηση, εστιάζει την προσοχή της σε προσωπεία κατοίκων της πόλης και σε σκοτεινές πλευρές των επιθυμιών τους. Έναυσμα για τη γέννηση ενός ποιήματός της μπορεί να είναι μία συζήτηση με τη φίλη της, μία κοινωνικού χαρακτήρα συνάντηση, ένα άγγιγμα κάτω από το τραπέζι. Καταγράφει ασυνήθιστες, παράξενες ή και οικείες καταστάσεις, σκέψεις και συμπεριφορές και ψάχνει για αγάπη, τρυφερότητα και πάθος, αλλά συναντά εγωπάθεια, δίψα για δύναμη και εξουσία και ταυτόχρονα αδυναμία και υποταγή, αισθήματα μειονεξίας και μια αδιάκοπη συναλλαγή. Μερικές από τις σύντομες ιστορίες της θυμίζουν τις καλές στιγμές του ιταλικού και του γαλλικού κινηματογράφου των δεκαετιών του 1950 και 1960. Η αυθεντικότητα της γραφής και των καταγραφών δίνει στα ποιήματά της ένα ιδιαίτερο χρώμα, που γίνεται τόσο περισσότερο ενδιαφέρον όσο περισσότερο μεγαλώνει η αποστασιοποίησή της από αυτά που περιγράφει (αλλά και το αντίθετο). ΔΣ

* Τα εικονιζόμενα έργα του ζωγράφου και ποιητή Βασίλη Ιωαννίδη έχουν εκτεθεί στη γκαλερί Δίπολο της Θεσσαλονίκης (2010).

Κυριακή 17 Ιανουαρίου 2010

ΤΑ ΣΧΕΔΙΑ-ΣΧΕΔΙΕΣ ΤΟΥ
ΝΑΝΟΥ ΒΑΛΑΩΡΙΤΗ*

Τα χρωματισμένα με μαρκαδόρους σχέδια του Νάνου Βαλαωρίτη αποκαλύπτουν έναν εσωτερικό κόσμο που θυμίζει τον αυθορμητισμό της ματιάς των παιδιών και των πρωτόγονων ανθρώπων, χωρίς ωστόσο να είναι πάντα αυθόρμητα. Αποκαλύπτουν έναν ψυχισμό που έρχεται διαρκώς αντιμέτωπος ή επαναστατεί ήπια και διαβρωτικά ενάντια στον κακώς εννοούμενο ορθολογισμό, τις κοινωνικές και τις καλλιτεχνικές συμβάσεις. Αποκαλύπτουν ακόμη τη μακρόχρονη σχέση του ποιητή, ζωγράφου και «παι-ζωγράφου» (κατά την έκφραση του Ν. Γ. Πεντζίκη) με το υπερρεαλιστικό κίνημα και τον τρόπο με τον οποίο οι πρώτοι υπερρεαλιστές αντιλαμβάνονταν την τέχνη, τις δομές, τις μορφές και τα χρώματα. Οι μορφές των έργων του παραμένουν στο βάθος άμορφες, αδιαμόρφωτες, σαν να περιμένουν το δικό μας βλέμμα που θα τις ολοκληρώσει, θα τις αποσυνθέσει ή θα τις ανασυνθέσει. Η αφαίρεση, η επανάληψη, ο πλουραλισμός, ο μύθος, η ελευθερία, η πολυφωνία και ταυτόχρονα η αναζήτηση μιας κοινής γλώσσας είναι λέξεις και έννοιες που θα ταίριαζαν στα σχέδια αυτά. Είναι σχέδια-σχεδίες σε κίνηση, εικόνες υπό διαμόρφωση, θραύσματα ενός αρχαίου καθρέφτη ή ενός μινωικού αγγείου, μνήμες και απόηχοι των περασμένων και των μελλοντικών χρόνων. Ανάμεσα στις μορφές και τα αντικείμενα των σχεδίων του διακρίνονται οι «Κόρες των Αριθμών και του Αλφαβήτου», η Δήμητρα και η Περσεφόνη, η Αθηνά και ο Ήφαιστος, η «Πρασινούλα» και πολλά ακόμη γνωστά και άγνωστα πρόσωπα. Η μυθολογία του Νάνου Βαλαωρίτη περιλαμβάνει εικόνες που είναι την ίδια στιγμή άγνωστες και οικείες, μυθικές και πραγματικές, φευγαλέες και μόνιμες. Είναι σχέδια που μπορούν να διαβαστούν και να μας διαβάσουν. Για τα περαιτέρω, ας μιλήσουν οι κριτικοί. ΔΣ

* με αφορμή την έκθεση σχεδίων του στην γκαλερί Ειρμός (Θεσσαλονίκη, Ιανουάριος 2010)


Κυριακή 6 Δεκεμβρίου 2009

Ο Κ. Π. Καβάφης στην Οδό Πανός /
C. P. Cavafy


Κυκλοφόρησε το τεύχος 147 (Ιανουαρίου-Μαρτίου 2010) του περιοδικού Οδός Πανός με αφιέρωμα στον μεγάλο Αλεξανδρινό, το οποίο επιμελήθηκε ο συγγραφέας Διονύσης Στεργιούλας.

Στο αφιέρωμα συνεργάστηκαν οι Ντίνος Χριστιανόπουλος, Μένης Κουμανταρέας, Αντρέας Παγουλάτος, Φίλιππος Φιλίππου, Φώτης Θαλασσινός, Δημήτρης Κόκορης, Παναγιώτης Γούτας, Κωνσταντίνος Μπούρας, Βασίλης Ιωαννίδης, Θάνος Φωσκαρίνης, Γιώργος Χρονάς, Πωλίν Γαλανοπούλου, Ελευθερία Ντανούρα, Χρίστος Κρεμνιώτης & Αντώνης Μποσκοΐτης. Επίσης αναδημοσιεύονται κείμενα της Μαργαρίτας Δαλμάτη και του Γλαύκου Αλιθέρση.

Ο ποιητής Ντ. Χριστιανόπουλος μεταφέρεται νοερά στο χωριό της μητέρας του και στα χρόνια που έζησε ο Καβάφης στην Κωνσταντινούπολη. Ο Μ. Κουμανταρέας καταθέτει την προσωπική του εμπειρία από την αλληλεπίδραση με το έργο του Καβάφη. Ο Δ. Στεργιούλας ανακαλύπτει ένα μυστικό πέρασμα πίσω από τις λέξεις και "αποκρυπτογραφεί" το ποίημα Εις τα περίχωρα της Αντιοχείας, που έμελλε να είναι το κύκνειο άσμα του ποιητή. Η επίδραση του Νίτσε στον Καβάφη είναι το θέμα της εμπεριστατωμένης μελέτης του Α. Παγουλάτου. Ο εικαστικός Β. Ιωαννίδης συνθέτει μια περιεκτική βιο-εργογραφία του ποιητή φωτίζοντας γεγονότα που καθόρισαν την μετέπειτα εξέλιξή του, ενώ ο Δ. Κόκορης εστιάζει στη γεμάτη ανατροπές λογοτεχνική σχέση του Καβάφη με τον Καίσαρα Εμμανουήλ. Ο Θ. Φωσκαρίνης μιλά για τη Μαργαρίτα Δαλμάτη και την ενασχόλησή της με το καβαφικό έργο. Ο Π. Γούτας γράφει για τις «εξαίσιες κλίνες» στην ποίηση του Καβάφη και ο Φ. Θαλασσινός δανείζεται στίχους από το ποίημα Φωνές, που παρασύρουν την ψυχή σε έναν σπαραχτικό μονόλογο. Ο Κ. Μπούρας εξομολογείται μια στιγμή έμπνευσης στο σπίτι του ποιητή στην οδό Sharm El-Sheikh, ο Φ. Φιλίππου εξηγεί πώς κατέληξε στην απόφαση να παρουσιάσει τις τελευταίες μέρες του Καβάφη σε μυθιστόρημα, ενώ ο Χρ. Κρεμνιώτης ψηλαφεί πτυχές της ψυχής του ποιητή σε συνάρτηση με τον έρωτα, τη μεταφυσική, το κενό. Η συγγραφέας Π. Γαλανοπούλου κάνει ένα σύντομο σχόλιο με αφορμή μεταφράσεις του Καβάφη και η Ε. Ντανούρα αναφέρεται στη θέση που κατέχει η Αντιόχεια στο έργο του ποιητή. Αυτό το «ωραίο ταξίδι» στο καβαφικό σύμπαν κλείνει με κείμενο του ποιητή Γιώργου Χρονά, με την παρουσίαση -από τον Α. Μποσκοΐτη- των μουσικών που συνεισέφεραν στο αφιέρωμα αυτό και, τέλος, με την ανθολόγηση είκοσι επτά ποιημάτων του Κ. Π. Καβάφη.

Ακολουθούν αναλυτικά τα περιεχόμενα του αφιερώματος:

Ντίνος Χριστιανόπουλος

Το χωριό της μητέρας μου και ολίγα καβαφικά

Μένης Κουμανταρέας
Ένας θεός μου

K. Π. Καβάφης
Eις τα περίχωρα της Αντιοχείας

Διονύσης Στεργιούλας
Το τελευταίο ποίημα του Καβάφη

Αντρέας Παγουλάτος
Η επίδραση του Νίτσε στην ποίηση του Καβάφη

Φίλιππος Φιλίππου
Πώς ο Καβάφης έγινε ήρωας μυθιστορήματος

Φώτης Θαλασσινός
Φωνές

Δημήτρης Κόκορης
Κ. Π. Καβάφης: τα του Καίσαρος

Παναγιώτης Γούτας
Και πλάγιασα στες κλίνες των

Κωνσταντίνος Μπούρας
Στο ντιβάνι του Καβάφη

Ελευθερία Ντανούρα
Η Αντιόχεια στο έργο του Καβάφη

Βασίλης Ιωαννίδης
Τρίπτυχο για τον Καβάφη

Γλαύκος Αλιθέρσης
Το πρόβλημα του Καβάφη

Θάνος Φωσκαρίνης
Η Μαργαρίτα Δαλμάτη και ο Καβάφης της

Μαργαρίτα Δαλμάτη
Η Καβαφική ποίηση

Πωλίν Γαλανοπούλου
Ο Κ. Π. Καβάφης από Ρώσους διανοούμενους

Χρίστος Κρεμνιώτης
Το Κενό και ο έρωτας

Γιώργος Χρονάς
Κ. Π. Καβάφης

Αντώνης Μποσκοΐτης
Ο Καβάφης των μουσικών του τεύχους 147

Είκοσι επτά ποιήματα του Καβάφη
[ανθολόγηση Διονύσης Στεργιούλας]

Στο cd που συνοδεύει το τεύχος συμπεριλαμβάνονται απαγγελίες ποιημάτων του Καβάφη από τον Ντίνο Χριστιανόπουλο, την Καρυοφυλλιά Καραμπέτη, τον Γιώργο Χρονά και τον Θάνο Σαμαρά, καθώς και μελοποιημένα ποιήματα από τους Μιχάλη Τρανουδάκη, Lolek, Μάιρα Λιούγκου & Τάσο Καπίρη [επιμέλεια Αντώνη Μποσκοΐτη].