σύνθεση/ενορχήστρωση/ερμηνεία: Στέργιος Κώττας
στίχοι: Διονύσης Στεργιούλας (από την ποιητική συλλογή Ακραία λεκτικά φαινόμενα, Νησίδες, 2025)
σύνθεση/ενορχήστρωση/ερμηνεία: Στέργιος Κώττας
στίχοι: Διονύσης Στεργιούλας (από την ποιητική συλλογή Ακραία λεκτικά φαινόμενα, Νησίδες, 2025)
[Για τα βιβλία του Θεόφιλου Πουταχίδη
Επί πέτρας ασείστου, Εκδ. Κυριακίδη, Θεσσαλονίκη 2024
& Εδώδιμο ειλητάριο, Εκδ. Κυριακίδη, Θεσσαλονίκη 2022]
Τα κοντάκια του Ρωμανού του Μελωδού αποτελούν λογοτεχνικά κείμενα πολύ μεγάλης ποιητικής αξίας. Για να φτάσει σήμερα αυτό να θεωρείται αυταπόδεικτο, έχουν περάσει δεκαπέντε αιώνες και ο λόγος του έχει επηρεάσει στο μεταξύ, συνειδητά ή εν αγνοία τους, πλήθος δημιουργών. Ο θαυμασμός και η αναγνωστική προσκόλληση σε έργα αυτού του φιλολογικού, θεολογικού και αισθητικού ύψους οδηγούν σε εσωτερικές διεργασίες που συνήθως έχουν απτά αποτελέσματα στη ζωή μας και στη γραφή μας. Ο Ρωμανός εξαντλεί κάθε φορά το θέμα του ποιητικά, δραματολογικά και θεολογικά. Η τεχνική του υπερεπάρκεια ωστόσο και το ταλέντο ή κάποιες έμφυτες κλίσεις δεν θα ήταν αρκετά, εάν από τα κείμενά του έλειπε το απροσδιόριστο στοιχείο που χαρακτηρίζει όλα τα σημαντικά σύνολα έργων και γίνεται αντιληπτό μόνο διά του αποτελέσματος. Εκφράσεις του όπως «παιδίον νέον ο προ αιώνων Θεός» προκαλούν τον διαχρονικό θαυμασμό όσων αγαπούν την ποίηση. Η αστείρευτη έμπνευσή του δεν αφορά τόσο τη θεματολογία του, που προέρχεται κατά κανόνα από προϋπάρχουσες αφηγήσεις των ιερών κειμένων, όσο την προσέγγιση αυτών των θεμάτων από διαφορετικές οπτικές γωνίες και με ποικίλους εκφραστικούς τρόπους, με την αξιοποίηση κάθε δυνατότητας για διάλογο μεταξύ των προσώπων που πρωταγωνιστούν. Ακόμη αξιοποιεί πλήθος στοιχείων και εκφράσεων της καθημερινής ζωής, αφού προτιμά, όπως προκύπτει από συγκεκριμένες αναφορές του, τη γλώσσα των «αλιέων» από τη γλώσσα των φιλοσόφων. Και ας βρίσκεται πολύ συχνά εγγύτερα στο πνεύμα των φιλοσόφων. Δεν αισθανόταν λόγιος που απευθύνεται σε λογίους, αλλά άνθρωπος του λαού που απευθύνεται σε όλους. Έκρινε ότι για να μιλήσει στην ψυχή τους έπρεπε πρώτα να μιλήσει στη γλώσσα τους. Όπως οι εικόνες ήταν, κατά τον Ιωάννη Δαμασκηνό, τα βιβλία των αγραμμάτων, έτσι και ο λόγος του Ρωμανού μπορούσε να μεταδώσει θεολογικές αλήθειες χωρίς τη χρήση δυσνόητων λέξεων και πολυσύνθετων συλλογισμών. Πρέπει βεβαίως να σημειωθεί ότι, παρά τον απλό και κατανοητό του λόγο, είναι θεολογικά και δογματικά άτρωτος.
Οι σύγχρονοί του θα πρέπει να αντιμετώπισαν όχι μόνο με θαυμασμό (ή και ορισμένοι με άρνηση) το φαινόμενο Ρωμανός, αλλά και με απορία. Η πραγμάτευση των θεμάτων του γίνεται με μεγάλη ελευθερία και συχνά με γλώσσα που εκπλήσσει, αφού ακούμε πρόσωπα καθαγιασμένα από την ιερή παράδοση και από τα εκκλησιαστικά κείμενα να μιλούν με αφοπλιστική αμεσότητα, η οποία πιθανότατα χαρακτήριζε και τον ίδιο τον Ρωμανό, που φαίνεται ότι ήταν άνθρωπος με μεγάλο εύρος ενδιαφερόντων, φιλομαθής, με διαρκή περιέργεια για κάθε τομέα της καθημερινής ζωής. Οι συνομιλίες που παραθέτει αποτελούν, στις περισσότερες περιπτώσεις, έτοιμο προς δραματοποίηση υλικό. Και οι ερμηνευτικές δυνατότητες είναι περισσότερες από όσες αρχικά διακρίνονται. Στους διαλόγους του καλύπτεται μεγάλο φάσμα των ανθρώπινων σχέσεων, αλλά και βαθύτερων δομών που τις διέπουν, αφού η θρησκευτική ποίηση του Ρωμανού (και της πλειονότητας των βυζαντινών ποιητών) επιτελούσε στην εποχή της παράλληλα και τον ρόλο της κοσμικής ποίησης, όπως συνέβαινε παλαιότερα σε έναν βαθμό με τα έπη του Ομήρου και με τα έργα των τραγικών ποιητών. Ένα παράδειγμα διπλής ή εκτός πλαισίου ανάγνωσης: Στο κοντάκιο «Των αγίων τριών παίδων» διαβάζουμε εκφράσεις που χαρακτηρίζονται από έντονα αντιεξουσιαστικό περιεχόμενο. Οι τρεις νέοι που συγκρούονται με τον βασιλιά και με το περιβάλλον του, επειδή δεν θέλουν να προσκυνήσουν το χρυσό είδωλο που συμβολίζει την εξουσία του, θυμίζουν, τηρουμένων των αναλογιών, τους επανασταστημένους νέους όλων των εποχών. Οι άνθρωποι του βασιλιά τούς λένε, μεταξύ άλλων, ότι είναι καλά παιδιά και ότι πρέπει να σκεφτούν τα νιάτα τους και να μην αδικήσουν τον εαυτό τους, επειδή η ζωή δεν πουλιέται για να την αγοράσουν ξανά. Εκείνοι όμως δεν λαμβάνουν καν υπόψη αυτού του είδους τις συμβουλές...
[Κείμενο της Ζωής Σαμαρά για την ποιητική συλλογή Ακραία λεκτικά φαινόμενα, εκδόσεις Νησίδες, Θεσσαλονίκη 2025]
![]() |
| Mucross Head, Donegal, Ireland |
Η νέα ποιητική σύνθεση του Διονύση Στεργιούλα, Ακραία Λεκτικά Φαινόμενα, μας καθοδηγεί, από τον τίτλο της, να εντοπίσουμε και να ερμηνεύσουμε τις σημαντικές της ιδιότητες. Γραμμένος με κεφαλαία γράμματα, με τις τρεις λέξεις να καταλαμβάνει η κάθε μία τη δική της αράδα, διαβάζουμε το πρώτο γράμμα των λέξεων ΑΛΦ και το Α που επαναλαμβάνεται συχνά, κυρίως το Α του πληθυντικού, της πολλαπλότητας, που κλείνει τις λέξεις. Βρίσκεται παντού και πιο πολύ στο τέλος των «στίχων». ΑΛΦΑ, λοιπόν. Το πρώτο γράμμα της αλφαβήτου κυριαρχεί στον τίτλο του βιβλίου, μας προσκαλεί να γίνουμε θεατές της γέννησης του Λόγου και άρα συμμέτοχοι της Δημιουργίας. Πρόκειται για την αρχή και το τέλος ενός κόσμου όπου ο λόγος ανάγεται σε συνώνυμο της Αιωνιότητας. Αντικαθιστά το χρόνο. Ο ποιητής μάς προκαλεί σε ανάγνωση συνάμα του βιβλίου και του σύμπαντος. Μας θυμίζει ότι οι λέξεις, πιο δυνατές από την ύλη, τη χτίζουν με τον συμπαντικό ήχο της φωνής τού Δημιουργού. Η «λέξη», με την ιδιότητα του σημαίνοντος και του σημαινομένου στην ποίηση του Στεργιούλα, κρύβει μέσα της μια θεολογία. Από την αρχή θα μας προειδοποιήσει για τις συνθήκες της γέννησης και του θανάτου των λέξεων, που φέρνουν στη μνήμη μας τους πρωτόπλαστους:
Κι όμως το μεγαλύτερο μυστήριο
δεν είναι ο θάνατος των λέξεων
αλλά η γέννησή τους
η διαρκής τους γέννηση
κάθε φορά που τις καλεί η σιωπή. (8)
Η ερώτηση παραμένει. Σε ποια ακραία λεκτικά φαινόμενα αναφέρεται ο ποιητής; Η ποιητική σύνθεση ξεχειλίζει από τη «λέξη» στον ενικό και στον πληθυντικό. Με βιβλικές ιδιότητες, η λέξη αναβαθμίζεται, μας επαναφέρει στην αρχή του Κόσμου, θυμίζοντάς μας ότι δύο λέξεις, «Γεννηθήτω φως», ήταν αρκετές για να ξεκινήσει η Δημιουργία, να αναδυθεί το σύμπαν από το πρωτογενές Χάος, από την ανυπαρξία. Ο κόσμος είναι ένα βιβλίο, άρα λέξεις, γράμματα, ποιήματα. Το βιβλίο χρειάζεται κάποιον να το διαβάσει και να το γράψει. Να όμως που ο ποιητής συνειδητοποιεί ότι
Δεν έχω μάθει να διαβάζω το λευκό χαρτί∙
μέχρι να μάθω να διαβάζω, γράφω. (20)
What’s in a name? that which we call a rose,
By any other name would smell as sweet.
(Ρωμαίος και Ιουλιέτα, Πράξη 2, Σκηνή 2)
Το όνομα είναι μια σύμβαση; Και ο Στεργιούλας, με έμπνευση και οδύνη, μας οδηγεί σε μια λάμψη φωτός:
Ονόμασες τη θάλασσα στεριά
και τίποτα δεν άλλαξε
στον σκοτεινό βυθό της.
Ονόμασες την άνοιξη φθινόπωρο
μα πάλι ανθίσαν τα λουλούδια. (11)
Ο ποιητής συνειδητοποιεί την αδυναμία του και αποφασίζει να αναλάβει δράση. Μεταμορφώνεται σε μια μικρή έστω αντανάκλαση του δημιουργού του, με οδηγό τη διατεχνικότητα:
Δεν θέλω πια να γράφω γράμματα
θέλω να γράφω σχήματα, εικόνες
κι ούτε θα γράφω πλέον στο χαρτί
αλλά στο χώμα, στον κόσμο των δέντρων
στους βράχους και στο δέρμα μου. (14)
Και τότε μίλησες με λέξεις
μιας διαλέκτου άγνωστης
που είχε χρώματα αντί για φθόγγους. (11)
Στην αρχή του βιβλίου εκφράζει τη δυσπιστία του:
κάποτε πίστευα πως ένα λεξικό
μπορεί να ερμηνεύσει τη ζωή. (9)
Ενώ στο τέλος δεν διστάζει. Κοιτάει κατάματα το φως:
Ο παρακείμενός μου δρόμος
που ήταν πάντα σκοτεινός
έγινε φωτεινό λιμάνι
και περιμένει πλοία του μέλλοντος. (34)
Το νέο ποιητικό βιβλίο του Διονύση Στεργιούλα υμνεί τις αρετές της δύναμης και της αδυναμίας των λέξεων, τις παρακολουθεί πάνω σε σκηνή θεάτρου, όπου παίζουν και συγχρόνως σιωπούν, με θνητά χαρακτηριστικά, κατ’ εικόνα του Ανθρώπου που τις δημιούργησε.
Η ερώτηση για την παντοδυναμία των λέξεων παραμένει αναπάντητη:
Πώς γίνεται το σύμπαν
να χωρά στη λέξη «σύμπαν»; (27)
Μήπως τελικά μόνο οι λέξεις, ανθρώπινη επινόηση, παραμένουν αναλλοίωτες;
Κάποιος αλλάζει κάθε τόσο
τον τίτλο στο εξώφυλλο
το όνομα του συγγραφέα
και τη σειρά των λέξεων. (31)
Μια εξαιρετική ποιητική σύνθεση που μας κρατά σε εγρήγορση για τη βαθιά σημασία του χαρακτηριστικού που κάνει τον άνθρωπο να τολμά να κοιτά τον ουρανό. Αιώνιες λέξεις με κεφαλαία γράμματα.
Ζωή Σαμαρά
[Πρώτη δημοσίευση: περιοδικό Χάρτης, τχ. 81, Σεπτέμβριος 2025]
[Κριτικό κείμενο της Δέσποινας Καϊτατζή-Χουλιούμη για την ποιητική συλλογή Ακραία λεκτικά φαινόμενα, εκδ. Νησίδες, Θεσσαλονίκη 2025.]
Η τέταρτη ποιητική συλλογή του Διονύση Στεργιούλα με τίτλο Ακραία λεκτικά φαινόμενα (εκδόσεις Νησίδες, 2025) είναι ένα συνθετικό έργο αποτελούμενο από 132 δίστιχα ή ολιγόστιχα αυτοτελή αποσπάσματα με θέμα τον λόγο, τη γραφή, την ποίηση, τις λέξεις, μια ποιητική πραγματεία των λέξεων, τρόπον τινά. Παρά τη δυσκολία του εγχειρήματος να μιλήσει κανείς με λέξεις για τις λέξεις, το αποτέλεσμα ανταμείβει πλουσιοπάροχα τον αναγνώστη.
Ο ποιητής με λόγο πυκνό, άλλοτε διαυγή και άλλοτε αφαιρετικό, με λυρισμό και διακειμενικές συνομιλίες, μέσα από μεταφορές και αλληγορίες, μιλά για τις λέξεις, την υφή, τη μαγεία, τη γέννηση και τον θάνατό τους, ενώ στην ουσία καταθέτει τις ιδέες και τον υπαρξιακό στοχασμό του για τα ανθρώπινα, για τη ζωή και τον θάνατο, για την ποίηση και την ποιητική. Μιλά για το ποίημα παρομοιάζοντάς το με έναν χώρο αναμονής των λέξεων, ενώ στην ουσία αναφέρεται στη δική μας αναμονή μέχρι την αναχώρηση:
«Αυτό το ποίημα είναι σαν
έναν ατελείωτο χώρο αναμονής
έρχονται λέξεις και αποχωρούν
ανθίζουν λέξεις και μαραίνονται
κανένας όμως δεν μπορεί να πει
ποια πόρτα θα ανοίξει ξαφνικά
πότε θα έρθει η σειρά μας.» (σελ. 7)
Στοχάζεται κι απορεί για την ανθρώπινη λεκτική ικανότητα και τη δημιουργία των λέξεων, διαπιστώνοντας πως το μεγαλύτερο μυστήριο των λέξεων βρίσκεται στη γέννησή τους παρά στον θάνατό τους:
«Κι όμως το μεγαλύτερο μυστήριο
δεν είναι ο θάνατος των λέξεων
αλλά η γέννησή τους
η διαρκής τους γέννηση
κάθε φορά που τις καλεί η σιωπή.» (σελ. 8)
Τον απασχολεί η πολυσημία των λέξεων, οι ανούσιες και άδειες λέξεις που δεν λένε τίποτε, αλλά και οι λέξεις της ποιητικής, με τις οποίες πασχίζει κανείς ν’ αναπληρώσει τα κενά και τα ελλείμματα της βιωμένης πραγματικότητας, την οποία βιώνει ακόμα πιο δύσκολη όταν επανέρχεται μετά την καταφυγή του στις λέξεις και τη γραφή:
«Είναι ωραίο να ζητάς στις λέξεις
αυτό που δεν σου έδωσε η ζωή.
Αλλά μετά, όταν επιστρέφεις,
γίνονται όλα δυο φορές πιο δύσκολα.» (σελ. 9)
Διαπιστώνει πως οι λέξεις δεν αρκούν να ερμηνεύσουν τη ζωή, το βάθος και το πλάτος της, το νόημα και η ουσία της, πράγματα ανερμήνευτα άλλωστε, καθώς το υπαρξιακό αίνιγμα παραμένει αίνιγμα.
«κάποτε πίστευα πως ένα λεξικό
μπορεί να ερμηνεύσει τη ζωή.» (σελ. 9)
Κάποιες φορές ο αποφθεγματικός λόγος γίνεται προφητικός:
Άλλοτε πάλι αναζητά παρηγορία στη διαιώνιση των λέξεων:
Μέσα από το ακόλουθο δίστιχο αποδίδεται απλά και όμως πυκνά και περίτεχνα η ομορφιά, η δύναμη και η μαγεία των λέξεων:
Ο Μπόρχες μίλησε για την επαναμάγευση των λέξεων μέσω της ποίησης: «[…] αυτή η ιδέα των λέξεων που ξεκίνησαν ως μαγικές και επαναμαγεύονται από την ποίηση, είναι, πιστεύω, αληθινή».[1]
Ο Διονύσης Στεργιούλας αναζητά την επαναμάγευση των λέξεων:
Συνομιλώντας με τον Νίκο Γαβριήλ Πεντζίκη διερωτάται:
Διαβάζοντας ποίηση εκφράζει την ενορατική αίσθηση σχετικά με το αλληλένδετο και το ταυτόσημο που ενέχουν οι λέξεις με την ποίηση και τη ζωή: «Πίστευα ότι διάβαζα ένα ποίημα / αλλά μπροστά μου είχα τη ζωή» (σελ. 26). Αυτό αποτελεί και το βαθύτερο θέμα της ποιητικής σύνθεσής του άλλωστε, η οποία αφορά στην πραγμάτευση, τον στοχασμό, το εγκώμιο αλλά και το πένθος του ποιητικού υποκειμένου για τις λέξεις, την ποίηση και τη ζωή, ενόψει της παρακείμενης αναχώρησής του, όπως και κάθε θνητού. Στο ακόλουθο απόσπασμα, λίγο πριν το τέλος της σύνθεσης, η υπαρξιακή αγωνία αποδίδεται υπαινικτικά:
«Τόσα ταξίδια τόσες θάλασσες
τόσα άγνωστα ακρογιάλια
και τώρα πάλι εδώ
προσμένοντας την αναχώρηση.» (σελ. 34)
Ωστόσο ο ποιητής ολοκληρώνει την ποιητική σύνθεσή του με μια ενορατική αίσθηση φωτεινότητας του λιμανιού στο πέρας του ταξιδιού, παραπέμποντας έτσι στο ωραίο ταξίδι της Ιθάκης, παραθέτοντας παράλληλα την προσδοκία της έλευσης επερχόμενων μελλοντικών πλοίων – διαδρομών, ποιημάτων και δημιουργικών εμπειριών:
«Ο παρακείμενός μου δρόμος
που ήταν πάντα σκοτεινός
έγινε φωτεινό λιμάνι
και περιμένει πλοία του μέλλοντος.» (σελ. 34)
Ο ποιητής Διονύσης Στεργιούλας με την ολιγοσέλιδη ποιητική σύνθεσή του Ακραία λεκτικά φαινόμενα καταθέτει καλή ποίηση με βαθυστόχαστο υπαρξιακό στοχασμό, στην οποία, παράλληλα με τη χαρά της ανάγνωσης, κεντρίζει τον αναστοχασμό του αναγνώστη.
Δέσποινα Καϊτατζή-Χουλιούμη
[1] Χόρχε Λουίς Μπόρχες, Η τέχνη του στίχου, Πανεπιστημιακές εκδόσεις Κρήτης, μετάφραση: Μαρία Τόμπρου, Ηράκλειο 2006, σελ. 118.
Όταν η λέξη φτάνει στα άκρα της, τότε δεν έχει να κάμει παρά ένα ακόμη βήμα και να προχωρήσει πέρα από αυτά. Ώστε συμβαίνει καμιά λέξη να μην έχει όρια και έτσι σε κάθε ευκαιρία μπορεί να γίνεται κάτι διαφορετικό και μαζί της να αλλάζει όποιον την εντάσσει στον λόγο του. Η αλλαγή σημασίας μιας λέξης, ή η απόδοση νέας σε αυτήν, μας μεταμορφώνει, αλλάζουν αυτά που έχουν σημασία για εμάς.
Αυτές τις μεταβολές στη γλώσσα, τις οποίες έργο του έχει να μελετά ο γλωσσολόγος, να αποτρέπει ως θεματοφύλαξ ο φιλόλογος και να καταγράφει ασθμαίνοντας ο λεξικογράφος, αυτές λοιπόν τις μεταβολές εκμεταλλεύονται οι συγγραφείς. Όσον αφορά δε την ποίηση, ο ποιητής τις μετα-χειρίζεται, για να φέρει και πάλι ενώπιον του κοινού του τη θεϊκή πνοή, έστω και ως αναπαράσταση. Θα μπορούσε κάποιος να πει πως έχουμε να διαχειριστούμε ένα γλωσσικό κυκεώνα, όμως προτιμώ να πιστεύω ότι η γλώσσα παραμένει πάντοτε μια αρχέγονη σούπα.
Αυτές είναι οι σκέψεις που έκανα, στην προσπάθειά μου να συγχρονιστώ με την οπτική τού Διονύση Στεργιούλα, όπως αυτή εμφανίζεται στο τέταρτο ποιητικό του βιβλίο, μια ποιητική σύνθεση υπό τον τίτλο Ακραία λεκτικά φαινόμενα. Η αρχική μου αίσθηση είναι πως κίνησε να δουλεύει την υπόθεσή του με σεβασμό στις αρχές και τους όρους που θέτει η φιλολογική επιστήμη. Μελέτησε, στοχάστηκε, θεωρητικολόγησε πάνω στις λέξεις και τα φαινόμενά τους, σε συνάρτηση μάλιστα με τα γλωσσικά φαινόμενα, και όταν έδεσε το ερώτημά του, προχώρησε στο δεύτερο στάδιο, στην in vitro αναπαραγωγή τού ασταθούς περιβάλλοντος στο οποίο ζούμε. Αν για τα ακραία καιρικά φαινόμενα, υπεύθυνη είναι η κλιματική αλλαγή, ποιος ή τι ευθύνεται για τα ακραία λεκτικά φαινόμενα; Εργαστηριακά, με αλλεπάλληλα πειράματα, 132, όσα τα επιμέρους ποιήματα, διερεύνησε αν όντως έχουν ισχύ οι υποθέσεις, που η θεωρία πρότεινε ή και μαθηματικά απέδειξε, Φυσικά και Μεταφυσικά: «Λένε πως είναι οι σκέψεις λέξεις / που κάθε βράδυ ξαγρυπνούν / λένε πως βλέπουν στο σκοτάδι / και στο δωμάτιο τριγυρνούν. / Λένε πως ένας ουρανός / κρύβεται μέσα μας βαθιά / λένε πως μόλις ξημερώσει / μια νέα νύχτα ξεκινά. / Λένε πως όσα είναι μακριά / γρήγορα έρχονται σ’ εσένα / λένε πως όσα είναι κοντά / γίνονται μακρινά και ξένα» (σελ. 7).
Παρακολουθώντας τις λέξεις στον κραδασμό και τη μετάπτωσή τους, ο ποιητής εμπιστεύεται και διατυπώνει λόγο διδακτικό: «… Όσο και αν το προσπαθήσεις / να παραμείνεις αφανής / η παρουσία σου έχει καταγραφεί / όπως μια λέξη στο λευκό χαρτί. / Μόνο αν κάψεις το χαρτί / χάνεται η λέξη χάνεσαι κι εσύ» (σελ. 8). Από τον διδακτικό περνά, σαν σε άλλη διάσταση, στον αποφθεγματικό λόγο, ο οποίος μας προσδίδει κάποια ασφάλεια, ακόμη και αν πρόκειται για επίφαση σταθερότητας. Άλλωστε αυτή δεν ήταν για τον λαό, για χιλιετίες και μέχρι πριν από μερικές δεκαετίες, οπότε και αποκοπήκαμε από την παράδοση, αυτή δεν ήταν η λειτουργία τής παροιμίας; «Η λέξη «ανυπομονησία» / μπορεί να κρύβει άπειρη υπομονή / όπως η λέξη «αναμάρτητος» / μοιάζει να αναδύεται / μέσα από όγκους αμαρτίας» (σελ. 18).
Βεβαίως οι δοκιμαστικοί σωλήνες, τα τρυβλία Πετρί, η λευκή μπλούζα, δεν διατηρούν την αποδεικτική τους ικανότητα και εκτός τής Φύσης, της πραγματικότητας. Και εδώ έρχεται ο μυστικός λόγος, ο ποιητής γίνεται μυστικός: «Κι όμως το μεγαλύτερο μυστήριο / δεν είναι ο θάνατος των λέξεων / αλλά η γέννησή τους / η διαρκής τους γέννηση / κάθε φορά που τις καλεί η σιωπή» (σελ. 8).
Γνωρίζω πια καλά πως η λέξη εμπεριέχει τον δόλο, γίνεται το δόλωμά μας. Ωστόσο επιμένω στον λόγο, στον διάλογο. Μέχρι που ο διάλογος κόβεται και έρχεται η ώρα τής σιωπής. Η σιωπή έχει το χρόνο της, φτάνει να μη χρονίζει: «Στα πολλά λόγια ναυαγεί / κάθε αλήθεια. / Αλλά μη λες πως η σιωπή / είναι από μόνη της αλήθεια» (σελ. 14). Αν δεν αμφιβάλλεις, δεν αγαπάς. Αν δεν αρνηθείς, δεν πιστεύεις: «Όταν διαβάζεις διφορούμενους χρησμούς / να ξέρεις πως καμιά αλήθεια / δεν κρύβεται στις λέξεις τους / να ξέρεις πως η μόνη αλήθεια είναι / πως έχεις την ανάγκη των χρησμών» (σελ. 12). Αν δεν πεθάνεις, δεν ζεις: «Μιλούσα περιφραστικά / με εκτενείς περιγραφές / με αναλυτικές πληροφορίες / με πλήθος καλολογικών στοιχείων. / Μόνο όταν είδα απέναντί μου / τον θάνατο να ’ρχεται προς το μέρος μου / χωρίς να θέλω μίλησα απλά» (σελ. 14). Αν δεν ζήσεις, δεν πεθαίνεις: «Πότε θα έρθει εκείνο το παιδί / που με τη γόμα του θα σβήσει / προσεκτικά την κάθε λέξη σου;» (σελ. 17).
Στα Ακραία λεκτικά φαινόμενα ο Διονύσης Στεργιούλας απογειώνει τον ποιητικό λόγο, εκφραζόμενος με τη δική του φωνή και με τη δική του σιωπή. Με τη φωνή και τη σιωπή από τη μια, με τη ζωή και τον θάνατο από την άλλη, με εναλλασσόμενες τις αντιστοιχίες. Δυο του στίχοι περιγράφουν την αέναη κατάσταση ενός συγγραφέα: «Δεν έχω μάθει να διαβάζω το λευκό χαρτί· / μέχρι να μάθω να διαβάζω, γράφω» (σελ. 20).
Σε τι λοιπόν οφείλονται τα ακραία λεκτικά φαινόμενα; Υπάρχει μια απάντηση; Υπάρχει, αλλά δεν είναι μία. Για την ακρίβεια, όποτε η ερώτηση είναι συγκεκριμένη, ο αριθμός των απαντήσεων τείνει στο άπειρο. Εμφανίζονται πάλι οι μακαρίτες φίλοι μου να μπουν στη συζήτηση. Ο Ανδρέας Σαββάκης: «Το πραγματικό είναι τόσο πολύμορφο, που δεν μπορεί να παρασταθεί με τις λέξεις. Δεν είναι μνήμη, διότι η μνήμη αποκτάται αφεαυτού. Οι λέξεις είναι κάποια απεικάσματα της πραγματικότητας». Ο Μιχάλης Μανιός: «Στο τέλος-τέλος εμείς φτιάχνουμε τις λέξεις και οι λέξεις είμαστε εμείς». Συζήτηση στο διηνεκές.
Τα Ακραία λεκτικά φαινόμενα δεν είναι μια ποιητική σύνθεση, όπου θα αρκεστούμε να βρούμε καλά στοιχεία. Είναι αριστοτεχνικά δομημένα, παρά το ότι μας λέγεται πως «Ένας άνεμος σκόρπισε τις σελίδες / πριν προλάβω να τις αριθμήσω. / Όλες οι εκδοχές θα έχουν στο εξής / την ίδια εγκυρότητα, το ίδιο βάρος / την ίδια αληθοφάνεια. / Το πριν και το μετά θα είναι έννοιες / χωρίς καμία σημασία / σ’ αυτόν τον άχρονο κόσμο» (σελ. 32).
Τα Φαινόμενα λοιπόν αξίζει να διαβαστούν, να μελετηθούν, να αποτελέσουν μια αναφορά για το τι είναι η ποίηση, για το τι αυτή υπηρετεί. Επαινούμε τον ποιητή για την πρωτοτυπία τής ιδέας, για την ευρηματικότητά του, για το ότι επανασυνδέει την ποίηση με τη φιλοσοφία, τη μουσική, τη ζωγραφική. Και κυρίως για την πρόταση ζωής που θέτει.
Λουκάς Δ. Παπαδάκης*
*Ο Λουκάς Παπαδάκης γεννήθηκε το 1963 στην Ιεράπετρα, τελείωσε το 2ο Λύκειο Ηρακλείου και σπούδασε στην Οδοντιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών. Από το 1991 ζει και εργάζεται στη Βοιωτία. Έχει κυκλοφορήσει το ποίημα Υπέρ Μαργίτη (Εκδόσεις Οδός Πανός, 2019) και εκτός εμπορίου τα ποιήματά του, χωρισμένα σε τέσσερις ενότητες: «Έχματα Νηών», «Το Θηλυκό Νερό», «Αποδείξεις Ιστορίας» και «Ταμειον ποιησης». Εξέδωσε επίσης τις ιστορικές μελέτες Ο Δέκατος Τρίτος Απόστολος. Πράξεις Μελετίου Μεταξάκη (έκδοση εκτός εμπορίου, Ηράκλειο 2014) και Η Κρήτη στην Επανάσταση του Εικοσιένα. Από την ιστοριογραφία στην ποίηση (έκδοση Ιεράς Μητροπόλεως Ιεραπύτνης και Σητείας, Ιεράπετρα 2021). Κείμενά του ποιητικά, κριτικά-δοκιμιακά, βιβλιοπαρουσιάσεις, ιστορικά, χρονογραφήματα, αφηγήματα και ημερολογιακές σελίδες, έχουν φιλοξενηθεί σε περιοδικά και εφημερίδες.
«Λένε πως είναι οι σκέψεις λέξεις
που κάθε βράδυ ξαγρυπνούν
λένε πως βλέπουν στο σκοτάδι
και στο δωμάτιο τριγυρνούν.
Λένε πως ένας ουρανός
κρύβεται μέσα μας βαθιά
λένε πως μόλις ξημερώνει
μια νέα νύχτα ξεκινά.
Λένε πως όσα είναι μακριά
γρήγορα έρχονται σ’ εσένα
λένε πως όσα είναι κοντά
γίνονται μακριά και ξένα.»
Η ποιητική συλλογή Ακραία λεκτικά φαινόμενα του Διονύση Στεργιούλα (Νησίδες, 2025) εγκαινιάζεται με το παραπάνω ποίημα, το οποίο λειτουργεί ως προλογική δήλωση προθέσεων, σηματοδοτώντας, όπως και ο τίτλος της συλλογής, τον λειτουργικό ρόλο της λέξης στην ποιητική τέχνη, την αμφίδρομη σχέση δημιουργού και ποιήματος, καθώς και τη μετουσίωση της λέξης σε ποιητικό λόγο. Ο ποιητής εστιάζει στην αμφίδρομη σχέση μεταξύ λέξης και νοήματος, προσεγγίζοντας τον ποιητικό λόγο ως ένα συμβολικό σύστημα. Σε αυτό το πλαίσιο, γίνεται εμφανής η επιρροή από τη σημειολογική θεωρία του του Ferdinand de Saussure, κατά την οποία το σημαίνον και το σημαινόμενο συνιστούν αδιαχώριστα στοιχεία του γλωσσικού σημείου (Saussure, 1979). Στο ποιητικό σύμπαν του Στεργιούλα, η λέξη υπερβαίνει τον χρηστικό της ρόλο και μεταμορφώνεται σε αγωγό συναισθημάτων, φιλοσοφικών αναζητήσεων και υπαρξιακής ενδοσκόπησης.
Οι λέξεις, και εν γένει ο λόγος, είναι άμεσα συνυφασμένες και συνδεδεμένες με τον ανθρώπινο βίο και την ανθρώπινη υπόσταση. Ο λόγος, ως βασικό εκφραστικό μέσο, αντανακλά συναισθήματα και υπαρξιακές ανησυχίες: χαρά, έρωτα, λύπη, αγωνία, φόβο. Παράλληλα, ο λόγος σκιαγραφεί τις εκφάνσεις της ζωής και του θανάτου. Η λέξη λειτουργεί ως μέσο επικοινωνίας, συγκίνησης και πνευματικής μέθεξης, αποτελώντας τον πυρήνα της ποιητικής δημιουργίας και της ενδοπροσωπικής σύνδεσης των ανθρώπων, ενισχύοντας τον ρόλο της γλώσσας ως κοινωνικού φαινομένου.
Η ποιητική διεργασία περιγράφεται εύγλωττα στο ποίημα της σελίδας 7: «Αυτό το ποίημα είναι σαν / έναν ατέλειωτο χώρο αναμονής / έρχονται λέξεις και αποχωρούν / ανθίζουν λέξεις και μαραίνονται / κανένας όμως δεν μπορεί να πει / ποια πόρτα θα ανοίξει ξαφνικά / πότε θα έρθει η σειρά μας» (σ. 7), όπου διαφαίνεται η πνευματική αγωνία του ποιητή, άρρηκτα συνδεδεμένη με τη σιωπή και το άφατο. Η δημιουργία, όπως δηλώνεται και στο επόμενο ποίημα, είναι απόρροια της σιωπής και της εσωτερικής ανάγκης: «Κι όμως το μεγαλύτερο μυστήριο / δεν είναι ο θάνατος των λέξεων / αλλά η γέννησή τους / η διαρκής τους γέννηση / κάθε φορά που τις καλεί η σιωπή» (σ. 8).
Οι λέξεις, επίσης, στα ποιήματα της συλλογής λειτουργούν ως καταφύγιο του ανθρώπου καθώς «Είναι ωραίο να ζητάς στις λέξεις / αυτό που δεν σου έδωσε η ζωή. / Αλλά μετά, όταν επιστρέφεις, γίνονται όλα δυο φορές πιο δύσκολα» (σ. 9). Η ποιητική λέξη προσεγγίζεται ως φορέας νοήματος, με υπαρξιακές και φιλοσοφικές διαστάσεις, δίνει νόημα στην ανθρώπινη ζωή. Γι’ αυτό και στο ποίημα της σελίδας 16 το ποιητικό υποκείμενο εκφράζει σε πρώτο ενικό ρηματικό πρόσωπο το ερώτημα: «Πολλές φορές αναρωτήθηκα / αν γίνεται να ζήσουμε χωρίς τις λέξεις. / Αφού το μέσα μας τοπίο είναι σκοτεινό / τι θα φωτίσει τους υγρούς του λόγγους;» Και σ’ άλλο ποίημα η εναγώνια κραυγή υποδηλώνεται με «Αυτό το πληγωμένο ωμέγα / που μοιάζει με κραυγή απόγνωσης / στο κέντρο της λέξης «πτώση» / να υποδηλώνει άραγε το τέλος;» (σ. 29).
Σ’ άλλα ποιήματα ο Στεργιούλας περιγράφει τη διαδικασία της ποιητικής δημιουργίας, προσκαλώντας τον/την αναγνώστη/-στρια στο ποιητικό του «εργαστήρι». Η ποιητική διαδρομή και το ταξίδι ενέχει εμπόδια και δυσκολίες, χαρές και έγνοιες, αλλά κι εκπλήξεις. Η σύνθεση ενός ποιήματος αποδίδεται ως διαδρομή απαιτητική αλλά δημιουργική, γεμάτη νοηματικές και αισθητικές αναζητήσεις και εξάρσεις. «Πρώτα κοιτώ το ποίημα από μακριά / κι ύστερα πλησιάζω. / Θέλω το σχήμα του να δω / να έχω γνώση της μορφής του / πριν ρίξει άγκυρα η σκέψη μου / στο σκοτεινό βυθό του» (σ. 26). Σε αυτό το ποίημα διαφαίνεται με σαφήνεια η διάκριση μεταξύ μορφής και περιεχομένου, καθώς ο δημιουργός μελετά τη δομή και τη σύσταση του ποιητικού σώματος πριν εμβαθύνει στα βαθύτερα, υπαρξιακά του στρώματα. Ο λεκτικός πλούτος αποτυπώνεται ποιητικά και αισθητικά μέσω έντονων, συμβολικά φορτισμένων εικόνων. Στη σελίδα 21, ο ποιητής γράφει: «Αν κάθε λέξη ήταν αστέρι / πόσα ποιήματα θα φώτιζαν τον ουρανό! / (Μα η κάθε λέξη είναι ένας πλανήτης / που διαγράφει άγνωστη τροχιά.) Η συγκεκριμένη εικόνα λειτουργεί με μεταφορική πυκνότητα: η λέξη ως «αστέρι» υποδηλώνει τη φωτεινότητα, την έμπνευση, την καθολικότητα της ποιητικής δημιουργίας. Ωστόσο, η μεταστροφή της δεύτερης στροφής («η κάθε λέξη είναι ένας πλανήτης…») εισάγει έναν υπαρξιακό και κοσμολογικό προβληματισμό· κάθε λέξη απομονώνεται, διαθέτοντας τη δική της, απρόβλεπτη διαδρομή. Ο ποιητής υπογραμμίζει έτσι τη μοναδικότητα και την εσωτερική πολυπλοκότητα κάθε λέξης, που δεν υπακούει σε μια σταθερή, προδιαγεγραμμένη τροχιά, αλλά εξελίσσεται αυτόνομα, ακριβώς όπως το νόημα μέσα σε διαφορετικά ποιητικά συμφραζόμενα. Η αστρονομική μεταφορά παραπέμπει, επίσης, στην απροσδιοριστία του γλωσσικού νοήματος —μια έννοια που αναδεικνύεται σε πολλές σύγχρονες θεωρίες της γλώσσας και της λογοτεχνίας (Derrida, 1990). Ο Στεργιούλας δεν αντιλαμβάνεται τη γλώσσα ως εργαλειακό μέσο, αλλά ως ένα διαρκώς μετακινούμενο σύμπαν, όπου κάθε λέξη είναι ένα αυτόνομο, εν δυνάμει ανεξιχνίαστο σώμα.
Η σχέση του ανθρώπου με τη λέξη παρουσιάζεται ως πολυσχιδής και προσωπική στα Ακραία λεκτικά φαινόμενα. Έτσι, «Ο κάθε άνθρωπος έχει τις λέξεις του. / Άλλοι τις ξοδεύουν, άλλοι τις σωρεύουν / κι άλλοι τις χρησιμοποιούν με μέτρο» (σ. 23). Η ποικιλία στη χρήση του λόγου αντανακλά τις ατομικές ιδιοσυγκρασίες, την ψυχική ωρίμανση και την ηθική ή συναισθηματική συγκρότηση κάθε ανθρώπου. Η λέξη, επομένως, αποκτά χαρακτήρα βιωματικό — είναι ταυτόχρονα ιδιοκτησία και αντανάκλαση του προσώπου. Ακόμα πιο έντονη είναι η σύνδεση της λέξης με τη μνήμη και το συναίσθημα, καθώς μια «τυχαία» λέξη μπορεί να λειτουργήσει ως αφυπνιστικός μηχανισμός για ένα εσωτερικό παρελθόν: «Ακούω μια τυχαία λέξη / και μέσα μου ανασταίνονται / λέξεις που έχουν ξεψυχήσει από καιρό.» (σ. 25). Η λέξη εδώ παύει να είναι στατική· γίνεται ενεργοποιητής ανάκλησης, συναισθηματικής φόρτισης και μνημονικού αναστοχασμού, θυμίζοντας την πλατωνική ανάμνηση (ἀνάμνησις), την ιδέα ότι η γνώση και η συνείδηση προκύπτουν μέσω εσωτερικής αφύπνισης. Η προσωπική αυτή σχέση κορυφώνεται όταν ο λόγος μεταπλάθεται σε ποιητικό λόγο. Στη σελίδα 29, ο ποιητής αποδίδει με τρυφερότητα σχεδόν ερωτική την οικείωση με το ποίημα, επιβεβαιώνοντας την εσωτερική συνύπαρξη δημιουργού και δημιουργήματος: «Μ’ αυτό το ποίημα πλαγιάσαμε μαζί / άπειρες νύχτες του χειμώνα. / Την ώρα που έσβηνα το φως / το αγκάλιαζε η σκέψη μου / κι ύστερα ένιωθα την κάθε λέξη του / να με χαϊδεύει μέσα στο σκοτάδι.» (σ. 29). Το ποίημα προσωποποιείται, αποκτώντας σωματικότητα και συναισθηματική παρουσία. Η επαφή με τον ποιητικό λόγο συνιστά πράξη βαθιάς συνύπαρξης και αμοιβαίας κατοίκησης: η λέξη κατοικεί στον ποιητή όσο κι εκείνος στη λέξη. Πρόκειται για έναν διάλογο ύπαρξης, μέσα στον οποίο η γλώσσα δεν υπηρετεί απλώς το βίωμα, αλλά το συγκροτεί, το φωτίζει και το διασώζει.
Η συλλογή Ακραία λεκτικά φαινόμενα συνιστά ένα ολοκληρωμένο ποιητικό σύμπαν, στο οποίο η λέξη αποτελεί τόσο πρωταρχικό δομικό υλικό όσο και τελικό ερμηνευτικό στόχο. Ο Διονύσης Στεργιούλας προσφέρει ένα έργο αυτοαναφορικό, στοχαστικό και βαθιά ανθρωποκεντρικό, όπου η γλώσσα και η ποίηση προβάλλουν ως μέσα κατανόησης και μετασχηματισμού του εσωτερικού κόσμου του ανθρώπου. Η λέξη, στον κόσμο του ποιητή, αποκτά ουσιώδη σημασία: γεννιέται μέσα από τη σιωπή, διασώζει μνήμες, λειτουργεί ως καταφύγιο και αναπλάθει το εσωτερικό τοπίο του ανθρώπου. Η σχέση δημιουργού και ποιητικού λόγου παρουσιάζεται ως μια διαδικασία συνεχούς πνευματικής αγωνίας, βαθιάς ενσυναίσθησης και μεταφυσικής αναζήτησης. Ο ποιητής αναμετριέται με τη λέξη —την πλάθει, την εσωτερικεύει, τη βιώνει— και ταυτόχρονα προβάλλει την πολυσημία της, τη δυναμική της τροχιά μέσα στο ποιητικό σύμπαν. Ο/Η αναγνώστης/-στρια δεν παραμένει αμέτοχος/-η: καλείται να συμμετάσχει σε αυτή τη διαδικασία, να αφουγκραστεί τον εσωτερικό ρυθμό των λέξεων και να συνδεθεί βιωματικά με τη δύναμη του ποιητικού λόγου. Έτσι, η ποίηση καθίσταται πράξη μέθεξης — μια «λεκτική εμπειρία» που ενώνει το ανθρώπινο με το ποιητικό, το ατομικό με το συλλογικό.
Νίκη Μισαηλίδη
Βιβλιογραφία
[Κριτικό κείμενο του Δημήτρη Παπακωνσταντίνου για την ποιητική συλλογή Ακραία λεκτικά φαινόμενα, εκδ. Νησίδες, Θεσσαλονίκη 2025.]
1.Τίποτα αυτονόητο:
Όλοι γνωρίζουμε πως η ποίηση τεντώνει τη χορδή του τόξου της μέχρι το έσχατο όριό της, αν υποθέσουμε πως αυτό το όριο είναι –τελικά- υπαρκτό και δεν αποτελεί άλλο ένα προϊόν της δημιουργικής μας φαντασίας. Παίζουμε διαρκώς με τις λέξεις, όμως σ’ αυτό το αλλόκοτο ποιητικό σύμπαν που βρισκόμαστε, τίποτα δεν είναι αυτονόητο. Έτσι ο ποιητής μας, θέτει το απροσδόκητο ερώτημα: «Τι είναι λέξη;»
Ευτυχώς φροντίζει να δώσει ο ίδιος την απάντηση και μάλιστα σε 28 συνεχείς σελίδες. Αναρωτιέμαι με ποιον τρόπο θα μπορούσα να αποδώσω μια τόσο ξεχωριστή ποιητική κατάθεση, χωρίς να υποχρεωθώ να παραθέσω ένα ακόμη βιβλίο δίπλα στο δικό του.
2.Στο αλλόκοτο σύμπαν των λέξεων:
Οι λέξεις είναι ζωντανά όντα με σάρκα και οστά, με σκέψη και βούληση. Ξαγρυπνούν, εγείρονται στο σκοτάδι, τριγυρνούν, χάνονται, ξενιτεύονται, επιστρέφουν, επιμένουν, ανθίζουν, μαραίνονται κι αποχωρούν διακριτικά μέσα από χιλιάδες νοητές πόρτες. Αναδύονται στον νου, τις αρθρώνεις με δέος αργά-αργά, κι αναρωτιέσαι πώς γεννήθηκαν, τι σημαίνουν, τι κομίζουν.
Οι λέξεις κάποτε γίνονται βροχή στο τζάμι. Συζητούν, συνωμοτούν, αγγίζονται, συγκρούονται, συμπορεύονται, συνεργάζονται, αλληλοακυρώνονται, περιγελούν, περιφρονούν, παρηγορούν. Στιλβώνουν τις αναμνήσεις, καλύπτουν τα ραγίσματα, θροΐζουν στον άνεμο, βλασταίνουν στα χωράφια, ξεθωριάζουν στον ήλιο, σκοτεινιάζουν στους βυθούς, αρρωσταίνουν και φθίνουν. Οι λέξεις έχουν μεγάλη δύναμη. Γίνονται προσευχές και χρησμοί. Ταξιδεύουν στους Δελφούς κι είναι ικανές να σε βγάλουν στον δρόμο, μα για τ’ όνομα του Θεού, ποτέ μην πας κατά τη Θήβα, κι ας σε προσκαλούν να γνωρίσεις τα χίλια θαύματα του κόσμου. Οι λέξεις ταξιδεύουν και σε ταξιδεύουν. Πρόσεξε όμως! Έχουν πάντα τη δύναμη να σε οδηγήσουν στην τρέλα, στην αυτοκαταστροφή, στην ατίμωση της αυτοχειρίας.
Ζούμε σ’ έναν αλλόκοτο κόσμο: Ούτε η φωνή περιέχει την αλήθεια, ούτε η σιωπή. Οι λέξεις διαλύονται σε γράμματα, τα γράμματα σε σχήματα, τα σχήματα σε χρώματα. Τα χρώματα μιλούν για τα δέντρα, το αεράκι του χειμώνα και την ησυχία, μακριά από τις ανθρώπινες φωνές. Αν οι λέξεις είναι φύλλα, πόσες ιστορίες ξέρει το δάσος;
Οι λέξεις σκεπάζονται με χιόνι, όμως αποκαλύπτονται ξανά ζωντανές και δροσερές την επόμενη άνοιξη. Τι είναι παλιό και τι νέο; Ποιος μπορεί να πει κάτι αληθινά νέο κι ως τώρα ανείπωτο; Το μέσα μας τοπίο είναι υγρό και σκοτεινό. Από τις «μέσα πηγές» αναβλύζουν κάποτε οι λέξεις που δηλώνουν, υπαινίσσονται, καλούν, στερεύουν, σβήνονται με το σβηστήρι ενός μικρού παιδιού, κρύβονται σε συρτάρια, χώνονται σε υπόγεια και κρύπτες κι ετοιμάζουν υπομονετικά τα επόμενα θαύματα. Γιατί οι λέξεις οικοδομούν σύμπαντα και παραδείσους, καθώς φέρουν μέσα τους τον πυρήνα κάθε κοσμογονικής έκρηξης.
Με τις λέξεις πλάθονται τα όνειρα και με τα όνειρα οικοδομούνται τα πιο όμορφα κτίρια, τα πιο ψηλά τείχη, τα πιο σπουδαία μνημεία κάθε δόξας και κάθε ήττας. Κάποτε οι λέξεις χάνουν το όνομά τους, τη σημασία τους, κι έτσι όπως μένουν απογυμνωμένες, χωρίς ταυτότητα, χρειάζονται μια νέα βάπτιση, μια νέα ονοματοδοσία, να λάμψουν τα αδιόρατα, για να μπορέσουμε να αρνηθούμε την παραδοχή και να παραδεχτούμε την άρνηση, «ανάμεσα στην αδιαφορία και την ενσυναίσθηση».
Οι λέξεις χαράζουν δρόμους και στήνουν γέφυρες. Μαζί τους πορευόμαστε και χανόμαστε μια στο σκοτάδι και μια στο φως. Ακόμα και η λέξη «κενό» δεν είναι τελικά κενή. Έτσι οι λέξεις είναι ολόκληροι πλανήτες που γυρίζουν σε άγνωστη τροχιά. Τι φταίει και ξεθωριάζει το χρώμα τους; Τι ξεθωριάζει την ίδια τη φωνή μας; Ποιος μπορεί να κρίνει τις λέξεις ή κι εμάς τους ίδιους για τις μικρές ή τις μεγάλες ορθογραφικές μας αποκλίσεις; Μια ανορθόγραφη προσευχή είναι άραγε ευπρόσδεκτη στα μάτια του Θεού; Κι όμως προστατεύουμε τη μορφή των λέξεων προσέχοντας με ευλάβεια την κλίση τους και τη σύνταξή τους σύμφωνα με όσα η παράδοση προστάζει. Μπορούμε να ζήσουμε χωρίς λέξεις; Υπάρχουν «γνωστές» κι «άγνωστες» λέξεις. Υπάρχουν «δικές μας» και «ξένες». Υπάρχουν ακόμα και κάποιες «άγριες», που φύονται στα δάση και στους σκοτεινούς βυθούς.
Οι λέξεις τριγυρίζουν στο σκοτάδι έξω από τα βιβλία. Έχουν σκληρό κέλυφος που δε θρυμματίζεται εύκολα. Κάποιες υποκρίνονται πίσω από προσωπεία. Κάποιες ζουν σε άγονα κι απρόσιτα μέρη, όπου δύσκολα φτάνει κάποιος αναγνώστης, εκτός κι αν ναυαγήσει ξαφνικά.
Οι λέξεις πλάθουν τραγούδια, αλλά και μοιρολόγια. Γράφουν ποιήματα που υψώνονται στη συνείδησή μας σαν αυθύπαρκτες θεότητες που αξίζουν προσκύνηση. Κάποιες πετούν σαν πουλιά. Κάποιες πέφτουν στις ξόβεργες και καταλήγουν στο χαρτί, για να μην ξαναφύγουν.
Μπορούμε να χαράξουμε στη γη τη λέξη «ουρανός». Άραγε, αυτό την καθιστά γήινη; Αν γράψουμε με φτερό, οι λέξεις μας θυμούνται κάτι από την πτήση; Ο ποιητής μας τονίζει πόσο μοιάζει η λέξη «πτήση» με τη λέξη «πτώση». Ένα μόνο γράμμα είναι ικανό να αλλάξει τελείως τη σημασία μιας λέξης.
Οι λέξεις είναι λοιπόν χαρταετοί χωρίς σχοινί. Είναι πουλιά που πετούν μακριά κι επιστρέφουν, γιατί κάθε τέλος είναι πάντα κοντά στην επόμενη αρχή και κάθε αρχή ξεκινά για να φτάσει στο τέλος της.
3. Ένα πρωτότυπο λεκτικό πείραμα:
Δεν έχει πια σημασία ποιος έγραψε τα έπη του Ομήρου ή τα Ευαγγέλια. Δεν πρέπει να μας νοιάζει ποιος έγραψε τα έργα του Σαίξπηρ: Τα πάντα συγγενεύουν με όλα τ’ άλλα «ακραία λεκτικά φαινόμενα» και γι’ αυτό τίτλοι κι ονόματα μεταβάλλονται, εναλλάσσονται, σβήνονται, ξαναγράφονται αδιάκοπα. Ο ποιητής Διονύσης Στεργιούλας προτείνει να αφήσουμε για λίγο στην άκρη τη μεγαλοσύνη κάποιων φωτισμένων ανθρώπων, για χάρη της λησμονημένης μεγαλοσύνης του θαυμαστού πλάσματος που λέγεται «άνθρωπος»: Όλα τα σπουδαία έργα παράγονται με τα ίδια πολύπαθα, πολυκαιρισμένα, φθαρμένα και προπαντός, κοινόχρηστα υλικά. Κάνει μάλιστα ένα σπουδαίο πείραμα: Γράφει ένα ποίημα που απαρτίζεται κατ’ αποκλειστικότητα από δανεικούς στίχους γνωστών έργων του παρελθόντος. Δυο μόνο πρωτότυπα στοιχεία υπάρχουν σ’ αυτό το ποίημα: α) Η επιλογή λέξεων, φράσεων ή και ολόκληρων στίχων, και β) Η σειρά παράθεσής τους:
Ανεπίληπτα, επέστρεφε, κυκλοδίωκτος,
άγρια μ’ έδειρεν η βαρυχειμωνιά,
Η ποίηση δε μας αλλάζει τη ζωή,
Είμαστε κάτι ξεχαρβαλωμένες κιθάρες,
και την τέχνη μας τη στολίσαμε τόσο πολύ,
Μια μυγδαλιά και δίπλα της εσύ,
εσύ που μου ’φερνες νεράκι στην παλάμη,
δεν ημπορώ ν’ ακούσω τη φωνή σου,
ήταν η θάλασσα ήταν τ’ αγέρι,
ακρογιαλιές και δειλινά,
Σήκω μικρή, μικρή, μικρή Πορτοκαλένια,
μη μου δίνεις την οδύνη που περιέχω,
μονάχα ο θάνατος δεν περιμένει,
σ’ άλλους παραλλήλους θα ’χεις μπει,
Ανασηκώσου με τα οστά γεμάτα μουσική,
Ειπέ μας αν κρατεί ουρανός,
Η πλάστιγξ κλίνει εκεί που προτιμάμε,
και η νεότης μας πετά ως αστραπή ταχεία,
ο τόπος μου ποιος ήταν; Ποιοι οι δικοί μου;
4. Ως επίλογος:
Ελπίζω μέσα από αυτό το σύντομο σημείωμα να πέρασε στον αναγνώστη κάτι απ’ το πνεύμα του βιβλίου που προσπάθησα να παρουσιάσω. Ελπίζω να κατάφερα σε κάποιο βαθμό να κεντρίσω το ενδιαφέρον όσων αγαπούν τα βιβλία και την κρυμμένη τους γοητεία. Ο ποιητής Διονύσης Στεργιούλας με έναν μοναδικό τρόπο φωτίζει το τοπίο πίσω από το ποίημα, πίσω από τις λέξεις, πίσω από τα νοήματα, πίσω από τα σχήματα, μέχρι τα βάθη της ανεξερεύνητης ψυχής μας, αναζητώντας το «γιατί» και το «πώς» των πιο «αυτονόητων» πραγμάτων, για να συνειδητοποιήσουμε έκθαμβοι πως τίποτα δεν είναι –τελικά- μικρό κι ασήμαντο. Οι λάτρεις της φιλοσοφημένης ποίησης και της αληθινά διεισδυτικής ματιάς ενός φωτισμένου νου θα εκτιμήσουν ιδιαίτερα αυτό το βιβλίο.
Δημήτρης Παπακωνσταντίνου*
*Ο Δημήτρης Παπακωνσταντίνου γεννήθηκε στη Λάρισα το 1967 και ζει μόνιμα στην Κοζάνη, όπου εργάζεται ως καθηγητής Μέσης Εκπαίδευσης. Είναι τακτικό μέλος της Εταιρίας Λογοτεχνών Θεσσαλονίκης και της Πανελλήνιας Ένωσης Λογοτεχνών. Ποιήματά του φιλοξενούνται σε συλλογικούς τόμους και σε διάφορα έντυπα και διαδικτυακά περιοδικά.