Κυριακή, 30 Μαΐου 2021

«Το παράδοξο του ζην» - Προσέγγιση από τον ποιητή & κριτικό Γιώργο Ρούσκα

[Κριτική του Γιώργου Ρούσκα στο διαδικτυακό περιοδικό Paspartou για το ποιητικό βιβλίο του Διονύση Στεργιούλα Το παράδοξο του ζην, εκδόσεις Νησίδες, Θεσσαλονίκη 2021.]

Δύο ορθογώνια παραλληλόγραμμα μάτια, με αμφιβληστροειδή το όνομα και το επίθετο του ποιητή αντίστοιχα μέσα τους, αφ’ υψηλού εποπτεύουν το παράδοξο. Μία τεθλασμένη μύτη με τον τίτλο της συλλογής, αποτελείται από ένα ζήτα ή από ένα ήτα ή από ένα νι ή και από όλα τούτα μαζί, αναλόγως

(α) του πότε και

(β) της θέασης τη θέση,

όπως ακριβώς συμβαίνει με το απαρέμφατο: ζην.

Παρατηρώντας προσεκτικότερα, βλέπεις το ζήτα-ήτα-νι να παίρνει τη μορφή δρόμου. Το παράδοξο των ματιών βρίσκεται προς το παρόν άνωθεν του δρόμου, κάτωθεν του οποίου τι; Το στόμα, ως λευκό τετράγωνο, ίσως ως ρόπτρο-ρόμβος στη θύρα της ποίησης. Το υπόλοιπο πρόσωπο; Το φόντο; Γραμμικές αλληλουχίες σε καμπύλες τροχιές, ως δακτυλικά αποτυπώματα σκέψεων ή ως γραμμικοί στρόβιλοι ψυχής. Μπορεί και ως στιγμιαία καταγραφή ποτάμιας ροής συνειρμών ή ως ασπρόμαυρη απεικόνιση της κυκλοφοριακής ροής της πόλης. Το άλλο πρόσωπο της πόλης. Αποτύπωση του χάους. Το γιν και το γιαν σε πάλη για εξισορρόπηση. Από το εξώφυλλο (εικαστικό του ποιητή) στο Χάος του Ησιόδου, από εκεί στον δρόμο, από τον δρόμο στην πόλη, από εκεί στη γη, και από τη γη κατευθείαν ξανά στην ψυχή. Αναζητήσεις Ορφικές. Παράδοξο; Όσο το ζην. Εξώφυλλο; Απόλυτα ταιριαστό με το περιεχόμενο.


Τα ποτάμια των γραμμών εκβάλλουν και μορφικά στις λέξεις, επιβάλλοντας την Ηρακλείτεια ρήση «ὁδὸς ἄνω κάτω μία καὶ ὡυτή», με άλλα λόγια το ποίημα αρχίζει με μότο μία επτάστιχη όσο και εφτάψυχη ερώτηση και τελειώνει ακριβώς με αυτήν. Όλα εκτυλίσσονται κατά τη διάρκεια μιας ημέρας, όπως και στον «Οδυσσέα» του Τζέιμς Τζόυς, μεταξύ πραγματικού και φανταστικού, μεταξύ ξύπνιου και ονείρου και μάλιστα σε διάστημα ενός μέρους αυτής και μάλιστα σε μικρή, συγκεκριμένη έκταση χώρου.

Αυτά συμβαίνουν σε έναν κατά τα φαινόμενα συνηθισμένο άνθρωπο, «μία ωραία πρωία», «στα καλά του καθουμένου». Το ποιητικό υποκείμενο βγαίνει στον δρόμο για να πάει σε μια συνάντηση, όπως πάμπολλες φορές ως τώρα. Τυπικός, καθωσπρέπει, συνεπής, «κύριος»:

ήθελες μόνο να είσαι συνεπής

να είσαι στην ώρα σου εκεί που σε περίμεναν

ή εκεί που νόμιζες ότι σε περιμένουν.

Για σένα αυτό είχε πάντα σημασία

κι όχι ο δρόμος κι όχι κάτι άλλο.

Ο δρόμος είναι αρχικά η σκηνή όπου «παίζεται το δράμα». Ξαφνικά κάτι γίνεται και όλα αλλάζουν. Γίνεται ανατροπή στον εσωτερικό κόσμο του πρωταγωνιστή. Όλα τα αντιλαμβάνεται πλέον διαφορετικά. Αρχίζει να βλέπει αλλιώς, αρχίζει να βλέπει και τα «αλλιώς»:

Τόσες χιλιάδες άνθρωποι σε κίνηση

κι ο μέσος όρος μια ακινησία.

Παραίσθηση, επιφοίτηση, ενόραση, υπερρεαλιστική έκρηξη; Εκεί που

νόμιζες ότι όλα αυτά τα είχες ξαναζήσει

κι ότι τη δεύτερη φορά

δεν θα ξανακάνεις τα ίδια λάθη

συνειδητοποιείς το αίμα στην κόψη της λεπίδας της συνήθειας, της επανάληψης, της ρουτίνας. Σε στιγμές διαύγειας, όπως τούτη, ο διαπιστωτικός απολογισμός είναι το σήκωμα του ποδιού για την έναρξη του πρώτου βήματος αυτογνωσίας, χάρη στο οποίο θα μπορέσεις ενδεχομένως να πας παραπέρα:

ακόμη κι ο καιρός έχει ξεσπάσματα

μόνο εγώ ζω χωρίς αυξομειώσεις.

Τούτο το καθόλου τυχαίο εγώ σε φέρνει σε θέση παρατηρητή. Ασφαλής ως τώρα (εγώ ζω), απεκδύεσαι την απομόνωση (μόνο εγώ ζω), τον διαχωρισμό (χωρίς), την ευθεία πορεία (χωρίς αυξομειώσεις) και έρχεσαι στην τεθλασμένη, στον δρόμο που γίνεται αρένα. Υπάρχεις Εσύ και οι Άλλοι. Οι Άλλοι. Κάποιοι από αυτούς ζητάνε να προσαρμοστεί η ζωή στα μέτρα τους, να βρουν επί γης δικαιοσύνη, σε ένα σύστημα όπου η δράση του ενός έχει επίδραση και στον άλλο:

φταίει ο ένας αλλά την πληρώνουν και οι δύο

«δεν είναι άδικο;» ρωτούσαν μεταξύ τους.

Οι Άλλοι. Κρατάνε ομπρέλες για να προστατευτούν από την ευλογία της βροχής. Επιθυμητό το ατσαλάκωτο, το μακιγιαρισμένο φαίνεσθαι, το «αβρόχοις ποσί», η στεγνότητα, η προσωπίδα.

Εσύ. Εσύ και η μοναξιά. Εσύ και η μεγαλύτερη μοναξιά: εσύ ανάμεσα στους άλλους. Εσύ και η μοναξιά της ποίησης, εσύ απέναντι από τις φιλαυτίες τους:

Μα ποιος διαβάζει σήμερα ποιήματα

εδώ δεν βρίσκεις έναν άνθρωπο

να σε ακούσει ενάμισι λεπτό.

Όλες σου οι εμπειρίες, σύσσωμες οι μνήμες, κατά ριπάς οι γνώσεις σου, πυροδότησαν σήμερα τη μεγάλη έκρηξη. Κουρτίνες κάηκαν (δεν θέλεις σύνδεση με τις πληγές του παρελθόντος, δεν θέλεις καν κουρτίνες, κάηκαν, δεν βάφτηκαν – άκου αείμνηστο Μητροπάνο). Παντζούρια άνοιξαν. Άπλετο διαισθητικό φως ξεπλένει τη σκόνη και τη μούχλα της κλεισούρας του έσω δωματίου:

Δεν είχες απομακρυνθεί από το σπίτι σου

ούτε διακόσια μέτρα ούτε τρία τετράγωνα

κι έβλεπες γύρω σου τον κόσμο σε περίληψη

την ιστορία του κόσμου συμπυκνωμένη.

Ο κόσμος όλος γυρίζει γύρω από τον δρόμο, ο οποίος διασχίζει ως ποταμός την πόλη. Έτσι, ο κόσμος όλος –και ο κόσμος του ποιήματος– περιστρέφεται με τη σειρά του γύρω από την πόλη, η οποία όχι μόνο είναι ζωντανή, μιας και

κανείς δεν ξέρει αν οι πόλεις

έχουν ψυχή και συναισθήματα

αλλά και η μόνη ελεύθερη αφού

... οι πόλεις του καιρού μας

δεν έχουν τείχη ούτε οριοθέτηση

μπορούν να επεκτείνονται ανεμπόδιστα

ώσπου να βρουν στον δρόμο τους μια άλλη πόλη.

Αυτά και άλλα πολλά άρχισες να τα καταλαβαίνεις σήμερα. Να είχε κάτι η βροχή; Η ατμόσφαιρα; Τα χθεσινά χάπια για τον ύπνο; Τα πρωινά για την πίεση; Να είναι κάποιος ιός; Μαγνητικά κύματα μιας επικείμενης Αποκάλυψης; Φλοίσβος από το Υπερπέραν; Ή όνειρο; Περπατάς ή υπνοβατείς;

Έχει σημασία; Εσύ είσαι και στο ένα και στο άλλο (βλ. Παρμενίδη). Στην αρχή,

σκέφτηκες εκείνους που προνοούν.

Το έκανες με κάποιο παράπονο, ίσως γιατί ήθελες να είσαι αποδεικτικά ταυτισμένος με εκείνους περισσότερο. Ήδη όμως ήσουν ένας από αυτούς κι ας μην το ομολόγησες ποτέ στον εαυτό σου. Μετά άρχισες να φοβάσαι γιατί

ένιωθες ότι μια ολόκληρη ανθρωπότητα

κρύβεται μέσα στο μυαλό σου

και γύρω σου ένα σύμπαν ανεξήγητο.

Πάντοτε βιαστικός προσπερνούσες τα πάντα, πάντοτε με βιασύνη περνούσες από τον δρόμο και πήγαινες στον προορισμό σου. Ποτέ δεν στάθηκες να αφουγκραστείς τη φύση, να δεις τι έχει να σου πει ένα φύλλο, όπως αυτό που έπεσε πάνω σου σήμερα. Γύρω σου διαρκώς

όλα μιλούσαν με τη φυσική τους γλώσσα

μα τίποτα να ερμηνεύσεις δεν μπορούσες.

Έχεις βέβαια μελετήσει ΠΕΡΙ ΦΥΣΕΩΣ. Εμπεδοκλή, Παρμενίδη, Αριστοτέλη. Παρόλα αυτά, όχι μόνο δεν μπορούσες να δεις τον ίδιο δρόμο τόσα χρόνια (χώρος), σχεδίαζες να τιθασεύσεις και τον χρόνο, νόμιζες πως με μια φωτογραφία,

εάν κατάφερνες να φυλακίσεις ...

... μια οποιαδήποτε στιγμή

ο χρόνος θα ήταν αδύναμος απέναντί σου

ή τουλάχιστον λιγότερο εχθρικός.

Ο χρόνος όμως δεν είναι ούτε φιλικός ούτε εχθρικός. Ούτε δυνατός ούτε αδύναμος. Το να απαθανατίσεις τα ορατά σε μια στιγμή αυτό δεν σημαίνει ότι τα φυλακίζεις. Μόνο τα αρχειοθετείς σε εκτυπωμένη ή ηλεκτρονική μνήμη για να μπορείς να τα ανακαλείς ευκρινώς όποτε θέλεις, να μπορείς να επιστρέφεις σε αυτά και στη στιγμή τους (άρα και στα αόρατα μέσα σε αυτά) κατά βούληση. Προσπαθείς να γεφυρώσεις το παρελθόν με το παρόν. Το ξέρεις πως έτσι είναι, το λες, μπορείς,

σαν ένας Οδυσσέας που όλο επιστρέφει.

Στον χρονικό κυκλικό δίσκο του ποιήματος, ο οποίος περιέχει εσωτερικά έναν άλλο δίσκο κάποιων ωρών της συγκεκριμένης μέρας, πολλά συνέβησαν εντός και εκτός του ποιητικού υποκειμένου, εντός και εκτός του δρόμου, εντός και εκτός των σελίδων. Παράδοξα ή μη, έλαβαν χώρα είτε στο συνειδητό, είτε στο ασυνείδητο, είτε στο ανάμεσα, σίγουρα όμως κάποια βγήκαν στο χαρτί.

«Παράδοξο»: περίεργο, παράξενο, μη αναμενόμενο, κάτι που δεν θεωρείται «κανονικό» ή «φυσιολογικό». Γιατί όλα τούτα προσάπτονται (ως επίθετα άραγε ή ως φαινόμενα) στο ζην; Τι πιο θαυμαστό, όμορφο, φυσιολογικό, κανονικό, γλυκό από τη ζωή; Μήπως θαυμαστό, όμορφο, φυσιολογικό, κανονικό, γλυκό είναι το υπάρχειν και παράδοξο το ζην, αφού συχνά το «υπάρχειν» δεν σημαίνει αναγκαστικά και ζην; Ή ακριβώς το αντίστροφο;

Πώς ορίζεται το ζην σε ατομικό και πώς σε συλλογικό επίπεδο; Ορίζεται;

Το ζην είναι εν τέλει παράδοξο ή παράδοξος ο σύγχρονος τρόπος του ζην;

Το παράδοξο συμβαίνει ή ο άνθρωπος δεν το βλέπει και ζει στη δική του κατασκευασμένη ψευδοπραγματικότητα, θεωρώντας παράδοξα τα έξω από αυτήν;

Τα παράδοξα του Ζήνωνα του Ελεάτη; Κινείται τελικά το βέλος του;

Κινείται ο περιπατητής ή ο δρόμος;

Παράδοξα κατά το φαίνεσθαι, παράδοξα κατά την επαγωγική διαδικασία, παράδοξα κατά τη συλλογιστική και τη διατύπωση, ίσως, παράδοξα όμως κατά το «είναι»;

Το ζήτημα επεκτείνεται εκθετικά, γιατί δεν είναι μόνο τα παράδοξα σε ένα πεζοδρόμιο ή σε μια στοά ενός δρόμου:

κι αν στη μικρή αυτή διαδρομή

συμβαίνουν τόσα παράξενα /.../

φαντάσου τι θα γίνεται σ’ όλη τη γη.

Το ποίημα, με άξονα τον δρόμο-πόλη, κατά των αρχαίων την πόλη-κράτος, εστιάζει στην κίνηση-παλινδρόμηση του σύγχρονου ανθρώπου όχι μόνο «εντός» αλλά και «επί» της Πόλης-Οδού, αναζητώντας κάποτε το «επεί», διακρίνοντας καθαρά, όπως κάποιες φορές συμβαίνει όταν σαν να ξυπνάμε από λήθαργο βλέπουμε ότι η μέχρι τώρα στάση μας είναι για γέλια:

«Επεί νυν γέλως έσθ' ως χρώμεθα τοις πράγμασιν»

(Δημοσθένης, Κατά Φιλίππου Α΄, 25).

Αποτελείται από μικρότερες ποιητικές –πολλές εκ των οποίων αυτόνομες ή ημιαυτόνομες– υποενότητες, οι οποίες συγκροτούν την όλη ποιητική σύνθεση, ακριβώς όπως χωρικά οι δρόμοι συνθέτουν την πόλη, ακριβώς όπως χρονικά οι στιγμές συνθέτουν τη διάρκεια της ζωής, ακριβώς όπως λεκτικά οι στίχοι συνθέτουν το ποίημα. Μικρό μεν σε έκταση (τριάντα δύο σελίδες συν δύο άγραφες για σημειώσεις) μεγάλο δε σε αξία. Επιβεβαιώνει για πολλοστή φορά τη φράση "οὐκ ἐν τῷ μεγάλῳ τὸ εὖ κείμενον εἶναι, ἀλλὰ ἐν τῷ εὖ τὸ μέγα" (βλ. Διογένης Λαέρτιος, Βίος Ζήνωνος: ρήση του αυλητή Καφησία ή βλ. Αθήναιος, Δειπνοσοφισταί).

Οφείλω να σημειώσω επίσης τη συνειδητή χρήση γλώσσας ομαλής και ρέουσας, χωρίς ακρότητες λέξεων ή εκφράσεων, χωρίς καμία πρόθεση εντυπωσιασμού ή επίδειξης, παρόλο το γλωσσικό μήκος, πλάτος και βάθος του εκφραστικού αποθέματος του συγγραφέα, κάτι που μαρτυρά κατά τη γνώμη μου ήθος ποιητικόν.

Μανιφέστο του παραδόξου; Δοκίμιο για την οδό; Σουρεαλιστική έκλαμψη του ζην; Απόπειρα ενσωμάτωσης στην πόλη (βλ. οπωσδήποτε και Καβάφη); Αγωνία για κατανόηση της Φύσης; Εναρμόνιση με το τεχνητό περιβάλλον;

Συνειδητός Εναγκαλισμός του Άστεος

ή Ασυνείδητη Ομολογία Πλάνης;

Με τούτο το βιβλίο ο Διονύσης Στεργιούλας, προερχόμενος από τις Νήσους του Δοκιμίου και της Κριτικής, επαξίως αποβιβάζεται με αποσκευές πλέον στο νησί της Ποίησης, έχοντας στην έσω τσέπη του σακακιού του γραμμικές συνθέσεις από τη Νήσο των Εικαστικών.

Κομίζει ακόμα μία ηχηρή απάντηση σε όσους συνεχίζουν να αμφιβάλλουν αν γράφεται αξιολογότατη σύγχρονη Ποίηση. Παράδοξο; Καθόλου. Το παράδοξο του αξίως ποιείν διατρανώνει την ευλογία της δημιουργίας, όσο παράδοξη κι αν είναι αυτή.

Εντός ή εκτός της πόλεως. Άλλωστε η πόλη πάντοτε εκεί:

«Η πόλις θα σε ακολουθεί. Στους δρόμους θα γυρνάς

τους ίδιους. Και στες γειτονιές τες ίδιες θα γερνάς·

και μες στα ίδια σπίτια αυτά θ’ ασπρίζεις.»

(Καβάφης, Η Πόλις, 1910)

Και οι δρόμοι της πάντα εκεί. Ανοιχτοί. Όπως και κάποιοι άνθρωποι.

Όπως οι Ποιητές.

Γιώργος Ρούσκας

 Αναδημοσίευση από το διαδικτυακό περιοδικό Paspartou (19.4.2021)






Παρασκευή, 30 Απριλίου 2021

Κωνσταντίνος Μπούρας: 'Το παράδοξο του ζην'

[Κριτική στο διαδικτυακό περιοδικό Fractal / Η γεωμετρία των ιδεών για το ποιητικό βιβλίο του Διονύση Στεργιούλα Το παράδοξο του ζην, εκδόσεις Νησίδες, Θεσσαλονίκη 2021.]

Είναι κάποιες μέρες που σπάει το πλέγμα των πεποιθήσεών μας, εκείνων που μας βοηθούν να νιώθουμε κατά το μάλλον ή ήττον ασφαλείς στο καβούκι μας, αλλά τότε μέσα από μια ακαθόριστη ρωγμή του χωροχρόνου, χαίνουσα, περνάμε μέσα από το σουρωτήρι του matrix και νιώθουμε για πρώτη φορά σαν τον Ηράκλειτο όταν κονταροχτυπήθηκε με τα θυελλώδη μαγνητικά ρευστά του σύμπαντος κόσμου.

Είναι κάποιες μέρες που η θεωρία των χορδών παύει να είναι απλώς μια ακόμα θεωρία των Φυσικών Επιστημόνων στην απέλπιδα προσπάθειά τους να εξηγήσουν τον χαοτικό κόσμο γύρω μας και μέσα μας. Τότε κολυμπάς με ταχύτητες απείρως μεγαλύτερες του φωτός σε λάβες αγνώστων ηφαιστείων που δεν έχουν εκραγεί ακόμη… Και τότε είναι που έρχεσαι αντιμέτωπος με το αναπάντεχο: έναν άλλο καθρέφτη που δεν αντανακλά το είδωλό σου, σαν να μην υπήρξες ποτέ, σαν να μην είσαι ούτε καν σκιά σκιάς, μήτε ένα απλό όνειρο, φευγαλέο όνειρο στον ύπνο ενός Γίγαντα που δεν ξέρει ότι κοιμάται, δεν έχει καν επίγνωση της ύπαρξής του.

Και τι είναι άραγε ακριβώς αυτό που λέμε «αυτεπίγνωση», «αυτοσυνείδηση» πάρεξ μια φευγαλέα απεικόνιση στη σαπουνόφουσκα της πραγματικότητας;

Ο Σάμιουελ Μπέκετ γοητευμένος από ένα ανάλογο τραγούδι των Σειρήνων βγαίνει κάθε μέρα του τέλους της επίγειας ζωής του και περπατάει μέχρις εξαντλήσεως, μέχρι να πέσει αναίσθητος στο κοντινότερο χαντάκι, σαν σκουπίδι, σαν φύλλο που το παρέσυρε η βροχή και αρνείται να κρυφτεί μακριά από το ζωοποιόν φως τού ήλιου.

Αυτή την εικόνα αναπτύσσει ο συλλέκτης σπανίων στιγμών Διονύσης Στεργιούλας σε αυτό το υβριδικό πόνημά του με τα έντονα δραματικά στοιχεία. Ποιητικό αφήγημα από τα λίγα που έχουν γραφτεί στην ελληνική γλώσσα, γιατί προσθέτει στην ανάγλυφη εικονοπλασία μία κινηματογραφική ρυθμικότητα του συναισθήματος όταν αρνείται να συνδιαλλαχθεί με τον παράλογο ύπνο που σαρώνει τις ζωές μας.

Τι θα συνέβαινε αν ξυπνούσαμε ανάμεσα στους ζωντανούς; Σε αυτό το υποθετικό ερώτημα απαντάει με τον καλύτερο και διεξοδικότερο τρόπο ο επαρκής λογοτέχνης που κατέχει την μέθοδο του Στανισλάβσκι να ανασύρει από τη μνήμη του, από τη μνήμη μας, από τα βάθη του Συλλογικού Ασυνείδητου, αισθήσεις της πρώτης παιδικής μας ηλικίας, με την θλίψη της βροχής να επιτείνει το περιβάλλον τρόμου και ανέχειας που κάθε σύγκρουση με το Άγνωστο συνεπάγεται.

Είναι ποίημα, στο βαθμό που συνδιαλέγεται με το δεξί ημισφαίριο του εγκεφάλου, είναι όμως τόσο συνειρμικά δομημένο που θα μπορούσε να αποτελέσει την βάση για ένα «ολικό καλλιτέχνημα» απίστευτης ομορφιάς.

Σπανίως εκστασιάζομαι διαβάζοντας κείμενα συγχρόνων μου λογοτεχνών. Όμως αυτό πάει πάρα πέρα, τραβάει μια διαχωριστική με τα τετριμμένα, είναι διδασκαλικό αλλά όχι και διδακτικό, όχι απαραίτητα.

Ψάχνω και ξαναψάχνω τι κρύβεται κάτω από αυτές τις σελίδες, ανάμεσα στις τυπωμένες γραμμές και καταλήγω πως αυτό δεν μπορεί παρά να είναι η Ποίηση, η καθαρή Ποίηση χωρίς τα στολίδια των δοκησισόφων.

Θυμάμαι εικόνες, αναθιβάνω μνήμες, ενεργοποιούμαι και γνωστοποιούμαι, κοινοποιώ την παρουσία μου στον ίδιο τον εαυτό μου μέσα από τις σοφά δομημένες σκέψεις. Όμως δεν πρόκειται για ένα θέατρο ιδεών, μήτε για «δράμα του εγώ», είναι κάτι κοινό αλλά και ειδικό συνάμα, γενικό αλλά και ιδιοσυχνάζον σε μήκη και πλάτη της γης ιδιότροπα, λες και δεν κατοικούμε όλοι στον ίδιο πλανήτη.

Αυτό το παραξένισμα, η ανοίκεια του καθημερινού γλωσσικού κώδικα δίνει και το εξαιρετικό στίγμα σε αυτή την απόκοτη αγριελιά ενός κόσμου άκτιστου, όπως και το Φως που γέννησε τα πάντα μέσα από έναν κβαντικό κυματισμό του.

* Ο Δρ Κων/νος Μπούρας είναι ποιητής, θεατρολόγος και κριτικός.

[Πρώτη δημοσίευση: διαδικτυακό περιοδικό Fractal, 23.3.2021]


Τρίτη, 30 Μαρτίου 2021

Το ποίημα άγγελος

 
Το ποίημα προχωρούσε αμέριμνο
σε έναν γνωστό του δρόμο.
Έβλεπε άλλα ποιήματα και τα χαιρετούσε.
Έβλεπε την αθωότητα στο βλέμμα τους
και ένιωθε πληρότητα
και ανεκλάλητη χαρά.
Κάτι όμως μέσα του του έλεγε
να εξερευνήσει περισσότερο την πόλη.
Έστριψε σε ένα σκοτεινό στενό
μπήκε σε μία συνοικία άγνωστη
και είδε πρόσωπα θλιμμένα
είδε ναυάγια στη στεριά
και ναυαγούς στον τρίτο όροφο.
Σκέφτηκε την επιστροφή
και την ηθελημένη αμνησία
αλλά μια δύναμη το έσπρωχνε
στον ζωντανό λαβύρινθο της πόλης.
Μετά από ώρες περιπλάνησης
δεν ήταν πια το ίδιο ποίημα
μα ένα ποίημα ατίθασο
με τα φτερά του ανοιγμένα
και με τον πόνο να κυλά στις λέξεις του.
 

 
 
[Πρώτη δημοσίευση: περ. Θευθ
τχ. 12, Δεκ. 2020, σ. 72]

Κυριακή, 28 Φεβρουαρίου 2021

Νίκος-Αλέξης Ασλάνογλου - Για μιαν ελευθερία

Είμαι χειρότερος απ' τους αλήτες, τις αρτίστες,
αυτοί μπορούν και ζουν, δεν περιμένουνε– 
μα εγώ ό,τι παίρνω γίνεται προπέτασμα καπνού 
για όσα ζητώ–και προπαντός, μια εξιλέωση 
στην τέλεια σχέση να σωθώ ή να μαρτυρήσω.


Μα ο άλλος είναι ανέφιχτος, γιατί
δεν είναι μόνο σώμα ή κατανόηση
μα κάποια ανεπανάληπτη φωνή. Κι' αν προχωρήσω
εγκάρσια μέσα του, έντρομος θα ιδώ
πως μένει θεατής, δηλώνει αποχή. Δεν είναι
ετοιμασμένος για μαρτύριο ή για μοίρασμα
σκοτώνοντας τη σίγουρη μικρή του ελευθερία.
Φυλάγεται και σε καλεί μονάχα αν υπογράψεις
πως όλα θα τα σεβαστείς, και το κυριώτερο
τη σίγουρη μικρή του ελευθερία.


Από την ποιητική συλλογή Ο θάνατος του Μύρωνα  
(εκδ. Διαγώνιος, Θεσσαλονίκη, 1960). 
 


 


Κυριακή, 31 Ιανουαρίου 2021

Ζωή Καρέλλη - [Υπαρκτικά, IV]

 
Τόσο είναι το πάθος μου της ζωής
που θα μπορούσα να πεθάνω.

Τόσο ζω που καταλαβαίνω
πόσο πεθαίνω.

Τόση είναι η ζωή μου
που με πεθαίνει.

Τόσο μπορώ να ζήσω
που μπορώ ν’ αδιαφορήσω αν ζω.

Τόσο ζητώ να ζήσω
που δεν αντέχω να ζω.

Από την ποιητική συλλογή Το πλοίο (1955).

 


 

 


Πέμπτη, 31 Δεκεμβρίου 2020

Το έχουμε ξεχάσει

Ο ναός είχε οικοδομηθεί πάνω σε αρχαία κοιμητήρια. Άλλης θρησκείας και άλλης εποχής. Αλλά οι νεκροί είναι νεκροί όποια κι αν ήταν η θρησκεία τους. Και οι ζωντανοί είναι κι αυτοί νεκροί αν ζουν μέσα σε κοιμητήρια. Ίσως δεν έχει τόση σημασία αν κάθε ιερουργία γίνεται με τυπικό σωστό. Ούτε ίσως έχει τόση σημασία αν ο ιερουργός γνωρίζει κάθε ύμνο της θρησκείας του και ζει σαν άγιος. Το θέμα είναι ότι ο ναός έχει χτιστεί πάνω σε αρχαία κοιμητήρια. (Ίσως δεν έχει τόση σημασία ούτε αν ο ναός έχει χτιστεί πάνω σε αρχαία κοιμητήρια, αλλά ότι το έχουμε ξεχάσει.)

[Πρώτη δημοσίευση: περιοδικό Το Κοράλλι, τχ. 25-26, Απρίλιος-Σεπτέμβριος 2020, σελ. 106.]

Δευτέρα, 30 Νοεμβρίου 2020

Κριτική του Κωνσταντίνου Μπούρα

Διονύσης Στεργιούλας, Καβάφης και Πατριάρχης (Μία πρόταση ερμηνείας), Εκδόσεις Οδός Πανός, Ανάτυπο από το τεύχος 182 της Οδού Πανός, Απρίλιος-Ιούνιος 2020, σ. 27.

Ενδελεχές, ιδιοφυές θα έλεγα, μελέτημα από έναν «συλλέκτη» της Ελληνικής Λογοτεχνίας που είναι και ο ίδιος τεχνίτης του λόγου άριστος. Εδώ φωτίζεται στο έπακρο η διαμάχη Παλαμά-Καβάφη για την πρωτοκαθεδρία στα Ελληνικά Γράμματα του τέλους της δεύτερης δεκαετίας του εικοστού αιώνα. Παντού και πάντα τα ίδια. Καλοθελητές και παρατρεχάμενοι, αυλοκόλακες και οσφυοκάμπτες, ξεχνούν πως το διαγ(κ)ωνίζεσθαι δεν είναι ολυμπιακόν άθλημα και δεν συνάδει σε πνευματικούς ανθρώπους. Ούτως ή άλλως τον λόγο τον έχει η Ιστορία και η ετυμηγορία στο δικαστήριο του Χρόνου εκδίδεται πολύ αργά, μετά την απομάκρυνσιν από το Πρώτο Νεκροταφείο. Τί κι αν πήγαν ένα εκατομμύριο άνθρωποι στην κηδεία του Παλαμά; Τον Καβάφη σήμερα μελετούμε, διαβάζουμε, μεταφράζουμε, επαινούμε σε ολάκερη την οικουμένη. Αυτός ήταν τελικά ο «πατριάρχης των ελληνικών γραμμάτων» στην εποχή και όχι ο δαφνοστεφανωμένος, υπερτιμημένος Παλαμάς. Συγχαρητήρια στον εξαιρετικό ερευνητή Διονύση Στεργιούλα που συνέδεσε πρώτος το «ατελές» ποίημα «Ο αυτοκράτωρ Κόνων» με τα ιστορικά συμφραζόμενα εκείνης της όχι και τόσο μακρινής εποχής, με μια περιρρέουσα ατμόσφαιρα τόσο τοξική σχεδόν όσο και η δική μας, μόνο που τώρα χαμηλώσαν τα μεγέθη και κανείς δεν μπορεί να διεκδικήσει σοβαρά τον επίζηλο τίτλο του «πατριάρχη», με όλη την απαίτηση της διαχρονικότητας που κάτι τέτοιο συνεπάγεται. «Νέοι καιροί, νέα ήθη». Μην σπρώχνεστε παιδιά!!! «Εν αμίλλαις πονηραίς αθλιότερος ο νικήσας». Τα πολλά βραβεία πλουτίζουν τα βιογραφικά αλλά στερούν από την ποίησή σας την βαθύτερη, εγγενή απόγνωση κι απελπισία της. Δεν γράφουμε για την αποδοχή, αλλά για την παραδοχή της ζωής ως γενεσιουργού αιτίας κάθε Τέχνης. Γράφουμε για να αυτοπραγματωθούμε. Κι αυτός ο σκοπός είναι ιερός. Αν προσλαμβάνετε επικοινωνιολόγους για την καλλιέργεια του προφίλ σας, νομίζω πως επιδίδεσθε κατά λαθος εις άλλην τέχνην, πολιτικήν και ουχί ποιητικήν. Έτσι θα έγραφε ο Καβάφης σήμερα... Μετά την απομάκρυνσιν από το Πρώτο Νεκροταφείο ουδέν λάθος αναγνωρίζεται. Κι όπως θα έλεγε ο Ρεμπώ «η ποίηση είναι κραυγή απελπισίας» (όπως μου υπενθύμισεν προσφάτως η εμβριθεστάτη Καθηγήτρια και εξαίρετη ποιήτρια Ζωή Σαμαρά). Τί δουλειά έχει ο πρωτογονισμός της ηφαιστειακής εκρήξεως συναισθημάτων, νοημάτων και άδηλων ρυθμών με τις δικές σας βυζαντινές μηχανορραφίες; Ας ξαναδιαβάσουμε τον πάντα επίκαιρο Μισάνθρωπο του Μολιέρου σε μετάφραση Χρύσας Προκοπάκη. Οι περισσότεροι θυμίζουμε – δυστυχώς – τον Ορόντ κι από... Αλσέστ ξεμείναμε προ πολλού. Τουλάχιστον τότε, έναν αιώνα πριν, σουρομαδιώνταν και για πνευματικά ζητήματα. Και όχι για καρέκλες, αξιώματα, αντιμισθίες, αποζημιώσεις, έξοδα παραστάσεως, ατέλειες παραστάσεων και τα λοιπά και τα λοιπά. Είπον και ελάλησον και αμαρτίαν ουκ έχω. Εύγε Διονύση Στεργιούλα που μας άνοιξες και πάλι ένα θέμα ληγμένο από καιρό. Είσαι ιδιοφυής και επίκαιρος. «Και οι ελαφροί ας με λέγουν ελαφρόν».

Μετά Λόγου Γνώσεως,

Δρ. Κωνσταντίνος Μπούρας

www.konstantinosbouras.gr

[περ. Οδός Πανός, τχ. 188, Οκτ.-Δεκ. 2020, σελ. 159-160]


Σάββατο, 31 Οκτωβρίου 2020

Ίσως να γράψει ένα ποίημα

Εάν είχε την πίστη των αρχαίων ερημιτών, θα είχε επιλέξει να γίνει ησυχαστής. Θα έβρισκε μία σπηλιά στο Άγιο Όρος και θα την έκανε σώμα του. Θα προσευχόταν μέρα και νύχτα για όσους τον αδίκησαν. Ενώ τώρα, όπως ήρθαν τα πράγματα, δεν υπήρχε καμία σωτηρία για εκείνους. ,τι και να τους έλεγε, θα το ερμήνευαν με τρόπο αντεστραμμένο.) Κάτι όμως έπρεπε να κάνει για την ψυχή όλων αυτών που απεργάζονταν σχέδια εναντίον του, αλλά εν τέλει εναντίον του ίδιου τους του εαυτού, αφού το θείο δώρο της ζωής το ξόδευαν αλόγιστα. Ίσως να απομακρυνθεί, να ταξιδέψει, να χαθεί για λίγα χρόνια. Ίσως να γράψει ένα ποίημα.

[Πρώτη δημοσίευση: περιοδικό Το Κοράλλι, τχ. 25-26, Απρίλιος-Σεπτέμβριος 2020, σελ. 106.]


Τετάρτη, 30 Σεπτεμβρίου 2020

Ανθούλα Σταθοπούλου - Απολύτρωση


Πέτα μακρυά τα σάρκινα δεσμά σου,

λεύτερη απ' τα εγκόσμια να μείνεις.

Δεν έχει θέλγητρο για σε η ζωή.

Τράβα το δρόμο της γαλήνης.

 

Όλα τα πάθη σου τ' ανθρώπινα

μες στο θολό της ήπιες ρέμα,

κι όλα για σένα ήτανε σαν όνειρο.

Αλήθεια ο πόνος. Η αγάπη ψέμα.

 

Πέτα λοιπόν τα σάρκινα δεσμά,

ψυχή, της χωματένιας ομορφιάς σου.

Άβυσσος χάσκει πίσω σου η ζωή

και λυτρωτής ο θάνατος μπροστά σου.

 

Από τη συλλογή Νύχτες αγρύπνιας (1932).



Δευτέρα, 31 Αυγούστου 2020

Τάκης Βαρβιτσιώτης - Μην πεις ποτέ σου...

Μην πεις ποτέ σου δεν είν' όμορφη η ζωή,

Όταν θα δεις το φως να χαμηλώνει, 
Όταν τα φύλλα τα ξερά θα πέφτουνε στα πόδια σου 
Κι όλα τα σήμαντρα θα χαιρετούν τους ίσκιους. 
Μην πεις δεν είναι όμορφη η ζωή.

Ο λόφος θα ντυθεί με των ματιών σου την αχλύ,
Τα χέρια θ’ αγκαλιάζουνε την επιτύμβια στήλη,
Και της φωνής σου το πουλί θα μένει πάντα σταυρωμένο.
Όμως μην πεις δεν είναι όμορφη η ζωή.

Της μέρας οι ήχοι δε θα φτάνουν ως τα χείλη σου τα ωχρά,
Ούτε οι ανοίξεις πια θα τραγουδούν κάτω απ’ τα βλέφαρά σου,
Μόνο ένα σύννεφο καμιά φορά θα σε δροσίζει την αυγή
Κ' ένα λουλούδι θα πενθεί μετέωρο τη σιωπή σου.

Χρόνια και χρόνια θα περάσουνε, μα εσύ να μη ζητήσεις
Το χρώμα σου να ξαναδείς μες στων αγγέλων το σκιόφως,
Μη λησμονήσεις τ’ άσπρα τριαντάφυλλα,
Μην αμελήσεις τ’ ουρανού τη γύρη,
Μην πεις δεν είναι όμορφη η ζωή.

Την ακατάλυτη μοίρα της πέτρας μη φθονήσεις,
Τ’ άσπιλα μάρμαρα, την παγωμένη στάλα,
Την άφθιτη, που κρέμεται απ’ το δέντρο του καιρού,
Ούτε ένα όνομα γυμνό και πικραμένο σαν τον ύπνο σου.

Μόνο κατέβα πιο βαθειά, πολύ βαθειά, μέσα στην κοίτη
Της γης, όπου ξαπλώνουνε τις ρίζες τους τα κυπαρίσσια,
Ώσπου η βραδυά να γείρει ατάραχη να εμπιστευθεί
Το πιο απόκρυφο άστρο της μες στην υγρή σου κρύπτη.

Κ' ύστερα σχίσε της αράχνης τον πλοκό που σε τυλίγει,
Ανασηκώσου με τα οστά γεμάτα μουσική,
Κι αν είν’ ο ίσκιος σου τόσο πλατύς, τους δυο μας να σκεπάσει.
Μα πρόσεξε μη γελαστείς, μη λησμονήσεις,
Μην πεις ποτέ σου δεν είν’ όμορφη η ζωή.

Από τη συλλογή Η γέννηση των πηγών (1959).


 

Πέμπτη, 30 Ιουλίου 2020

Καθόλου ποιήματα

[Κριτική της ποιήτριας Έλσας Κορνέτη στο διαδικτυακό περιοδικό Διάστιχο για την ποιητική συλλογή του Δ. Στεργιούλα Καθόλου ποιήματα, εκδ. Νησίδες, Θεσσαλονίκη 2019.]

*

Η αντίπερα όχθη κι η άλλη πλευρά. Και τι βρίσκεται απέναντι; Τι βρίσκεται στην άλλη όχθη; Τι χάσκει στην άλλη πλευρά της τάφρου; Μήπως ο ποιητής οχυρώθηκε ήδη από καιρό και παρατηρεί; Και τι είναι αυτό που βλέπει; Μήπως τον θρίαμβο της ματαιότητας; Και τι είναι αυτό που βρίσκει μέσα στα κάστρα των λέξεων; Μια απάντηση σε κάθε πραγματικότητα και μια ανταπόκριση σε κάθε όνειρο; Τη γεφύρωση και περιφρούρηση κάθε ματαιότητας με αυτό το άυλο «δομικό» υλικό ονείρων;

Οι λέξεις σαν πέτρες μπορεί να είναι στρογγυλές και αιχμηρές, βαριές και ελαφριές, λείες ή τραχιές, ομοιόμορφες ή ανομοιόμορφες, σε κάθε περίπτωση οι λέξεις μπορούν να κρύβουν έναν μοιραίο άνθρωπο εντός τους, εντός των πέτρινων τειχών τους. Είναι της πραγματικότητας ο κατατρεγμένος που τις έχει επιλέξει για ασφαλές καταφύγιο και λόγο ύπαρξης και δράσης, όταν διαβάζοντας και γράφοντας η ζωή του νοηματοδοτείται ξανά με κατοικία αυτό το παράδοξο χάρτινο εν τέλει σπίτι –το σπίτι των βιβλίων– και το μόνο που φοβάται είναι μην τύχει και βρέξει και μουλιάσει και χαθεί το χάρτινο κουκούλι του και μουλιάσει και χαθεί κι αυτός μαζί του.

Η αμφισημία του τίτλου της συλλογής Καθόλου ποιήματα στεγάζει μια αξιοπρόσεκτη σειρά από μικρές ή μεγάλες καλλιτεχνικές ανησυχίες, που «κορνιζώνονται» επιτυχώς σε ομοιόσχημα πεζόμορφα ποιήματα μέσα από μικρές, συμπαγείς πινελιές και κινήσεις που χρωματίζουν το λιτό ύφος και υπογραμμίζουν την έμφαση. Μια απλή φαινομενικά «ζωγραφική» μεταμορφώνεται σε απλή και ουσιαστική ποίηση με κυρίαρχα τα πεζολογικά στοιχεία. Ο Διονύσης Στεργιούλας, με τη χρήση απέριττης όσο και περιεκτικής αφηγηματικής τεχνικής, επιχειρεί και πετυχαίνει να χωρέσει μια στενόχωρη έννοια, μια κακή ιστορική στιγμή –πραγματική ή φανταστική– σε ένα μικρόχωρο ποίημα. Αυτό που μοιάζει να τον απασχολεί μεταξύ άλλων είναι οι αντιθέσεις στα σημεία των καιρών και των πραγμάτων, ιχνηλατώντας στιγμιότυπα της ιστορίας της πόλης, αλλά και το πέρασμα πέρα από τη γραμμή της ιστορίας, με ένα ερωτηματικό να πλανάται μεταφορικά: Είναι η γραμμή ευθεία ή τεθλασμένη;

Photo credit: Διάστιχο

Επιλεγμένοι στίχοι από το ποίημα με τίτλο «Χρονολόγιο Θεσσαλονίκης»: Και η πορεία της νύμφης του Θερμαϊκού πάνω στην γραμμή της Ιστορίας συνεχίζεται, με τη βεβαιότητα όλων ότι δεν θα συμβούν παρόμοια πράγματα στο μέλλον.

Μέσα από μια γόνιμη τροφοδοσία που αντλεί από τη συλλογή σπάνιων βιβλίων, από τη διεισδυτική ανάγνωση και την πεπαιδευμένη κριτική σκέψη και έρευνα, αλλά κυρίως από τη βαθιά γνώση που επιμένει να «συλλέγει», ο Διονύσης Στεργιούλας φαίνεται πως γνωρίζει καλά ότι η λογοτεχνία είναι μια αέναη αναμέτρηση με την πραγματικότητα και την Ιστορία κι ότι σε κάθε βήμα του ο πνευματικός άνθρωπος βυθίζεται στον πίδακα μιας ιστορικής ή σαν ιστορικής στιγμής. Η ποίηση είναι κι αυτή με τη σειρά της μια κωπηλασία στην άγρια θάλασσα της Ιστορίας με στοιχεία καθοριστικά, όπως η ζωτική ορμή και η στασιμότητα, η ακμή, η παρακμή και η επαναφορά, ένας κόσμος σε βαθιά κατάψυξη ή σε χρόνιο βρασμό, η συνύπαρξη χώρου και χρόνου, η κοινωνία και η αναμονή, το όνειρο και η ψευδαίσθηση, το μεγαλείο στο δίπολο ζωής-θανάτου, το απολύτως τυχαίο που καθορίζει το απολύτως πραγματικό, όπως και το αντίθετο, αλλά και μια αίσθηση αβεβαιότητας για όσα βλέπουμε και όσα μας κινούν και όσα οφείλουν να μας συγκινούν. Ο ουρανός δεν είχε πια αινίγματα/ και τα τζιτζίκια τραγουδούσαν φωναχτά/ τα μυστικά του κήπου αποκαλύφθηκαν/ κι ωστόσο παραμείναν μυστικά.

Η αποτύπωση του ανθρώπινου βιώματος, η υπαρξιακή επιβεβαίωση και μοναξιά, αλλά και η συνειδητοποίηση της αποστολής, της ανάγκης δηλαδή που νιώθει κανείς να προσθέσει κάτι στον κόσμο, φέρνουν την ποίηση στο προσκήνιο των αβέβαιων καιρών που ζούμε σαν του τέλους «την πιο ωραία βελονιά».

Οι ποιητές θα αμφιβάλουν για την κάθε τους λέξη και το κάθε τους βήμα, σίγουροι για τη ματαιότητα των λόγων και των έργων τους, και οι μισθοδοτούμενοι των τυράννων θα παρακολουθούν από τη σκιά, σίγουροι ότι προσφέρουν ανεκτίμητες υπηρεσίες στην ανθρωπότητα.

Ένας σιγανός και απόλυτα σεμνός ύμνος στη σημασία των λέξεων και την αξία των βιβλίων, αλλά και ένα διακριτικό φως στην επανανάγνωση επιλεγμένων ιστορικών (ή σαν) στιγμών διέπει τη συλλογή Καθόλου ποιήματα του Διονύση Στεργιούλα. Ο κόσμος των βιβλίων είναι ο κόσμος των λέξεων – ένας κόσμος απατηλός, όπου υποδύεσαι ότι υπάρχεις. Είναι ο κόσμος των λέξεων ο θαυμαστός που ξεκουρδίζει τα ρολόγια, απορρυθμίζει την τάξη και καμπυλώνει την ευθυγράμμιση. Είναι πλέον του δέοντος αληθινή η διαπίστωση ότι οι λέξεις μας είναι ο πολιτισμός της υπόστασής μας, κι ας είναι χάρτινοι αυτοί οι πολιτισμοί, αποδεικνύονται σίγουρα προτιμητέοι από τους τσιμεντένιους για έναν λόγο μοναδικό και σπουδαίο: Γιατί αποτελούν το φυσικό αντίδοτο στον βιολογικό κυνισμό της ζωής και της οργάνωσής της. Η τέχνη των λέξεων είναι άλλη μια θεμελιώδης φυσική αντίσταση του ανθρώπου στον ανεπανόρθωτο προγραμματισμό.

Έλσα Κορνέτη


Τρίτη, 30 Ιουνίου 2020

Προσέγγιση στην ποιητική συλλογή «Καθόλου ποιήματα»


(Κριτική του Γιώργου Ρούσκα στο Fractal / Η γεωμετρία των ιδεών.)

*

Εντυπώνεται εξαρχής στο νου το καθόλου χρωματιστό (μαύρο με άσπρα γράμματα), με καθόλου σχήματα, εικαστικά ή εικόνες εξώφυλλο, φτιαγμένο από τον ίδιο τον ποιητή. Όπως και η προμετωπίδα, η οποία με καθόλου κανονικότητα, καθόλου χρώμα (ελεύθερο γραμμικό σχέδιο), καθόλου αναστολή, αποτυπώνει καθ’ όλα τον αναβρασμό στην ψυχή του δημιουργού της (ή μήπως την επιτακτική ανάγκη υλικής έκφρασης της έμπνευσής του;), όπου εμφανής η αγωνία στον δικό του λαβύρινθο των καθόλου λέξεων, όπως αυτός χαρτογραφείται στην κατάσταση που επικρατούσε εν έτει 2019 στο δικό του νησί.

Εμφανείς οι καμπύλες, οι χωρικές προβολές, οι σωλήνες (για κρύψιμο, για ροή;), οι δίαυλοι, το νερό (ομόκεντροι κύκλοι από πέτρα σε λίμνη, κυματισμοί, παραλίες), οι λόφοι και οι οροσειρές, το χαρτί, οι πάμπολλες α-γωνίες στις διάσπαρτες γωνίες με σημείο αναφοράς τις ορθές, αλλά και τα δομικά υλικά (δεκαεξάοπο τούβλο, πλέγμα, τριγωνικά χαλίκια). Ένα ψηφιδωτό ανομοιογενών, φαινομενικά μπερδεμένων γραμμών, σε ένα ομοιογενές όμως ψυχογραφηματικό αποτύπωμα γραφής.


Προκλητικός και ο τίτλος. Ποίηση με καθόλου ποιήματα; Τότε με τι; Πώς γίνεται; Έτσι όπως:
{τα μυστικά του κήπου αποκαλύφτηκαν
κι ωστόσο παραμείναν μυστικά;}
Ίσως έτσι, κατά Γιώργο Γεωργούση [1]:
«ως πέτρα σε χωράφι χέρσο
ανοίγεται δειλός ανθός μια θλίψη
που μόνο η απουσία θα τον δέσει σε καρπό».
Βέβαια, κατά Κώστα Ριζάκη [2]:
«γραπώνει τρόμον πάλιν η πληγή˙ στον τρόπο τής επαύριον
πόσα εγκλήματα εν κρυπτώ μπορείς να φανερώσεις;»
Στην ερώτηση αυτή ο Διονύσης Στεργιούλας (Δ.Σ. στη συνέχεια) απαντά (λες και αυτή –η εσαεί για με ερωτεύσιμη θεά– η   δ ι α κ ε ι μ ε ν ι κ ό τ η τ α, υπάρχει έξω από μας, σε ένα δικό της παράλληλο –όχι αναγκαστικά με τον Ευκλείδειο ορισμό– σύμπαν):
{ποιον άλλον προσπαθεί να κοροϊδέψει
αν όχι τον εαυτό του ο ποιητής
γράφοντας και σβήνοντας μια ολόκληρη ζωή
λέξεις στο δικό του σάβανο, το λευκό χαρτί;}
Η χρήση της λέξης «κοροϊδέψει» στη δεύτερη ανάγνωση, πιάνει από το χέρι και τοποθετεί στη θέση της και τις: «κατανοήσει», «αγκαλιάσει», «βρει», «φιλιώσει με», «εξερευνήσει», «καταλαγιάσει», «εκτονώσει», κ.ο.κ. Υπέροχη χρήση του ρήματος, σε σωστή θέση, στο χείλος του γκρεμού (στίχου), με δυνατότητα αντικατάστασης, ακολουθούμενου από φράσεις («γράφοντας και σβήνοντας», «μια ολόκληρη ζωή», «λευκό χαρτί») με ισχυρή θέση στην τρέχουσα γλώσσα και από μία λέξη («σάβανο»), με ισχυρή παρουσία στο υποσυνείδητο. Έξοχη στροφή, ποιητικά, μεταφορικά και κυριολεκτικά.

Η θεματική του βιβλίου ευρεία, με επικέντρωση στην ιστορία, στα βιβλία, στο παρελθόν, τη μοίρα, το περιβάλλον (αστικό, ιστορικά συγκυριακό, κοινωνικό, θρησκευτικό, κ.α.), τον θάνατο, σε μεγάλες μορφές της παγκόσμιας σκηνής (Σίβυλλα, αυτοκράτορας Θεοδόσιος, Sun Tzu, Ανδρέας Κάλβος, Καβάφης), πόλεις που τον σημάδεψαν (Έφεσος, Πόλη, Θεσσαλονίκη).

Αρκετά ποιήματα καταπιάνονται με το ζήτημα της γραφής της ποίησης, της σχέσης της με τους ποιητές (ενν. και ποιήτριες στο εξής, αυτονόητο άλλωστε) και με τις λέξεις. Έχουν ειπωθεί πάρα πολλά, θα ειπωθούν ακόμη περισσότερα, κρατάω εδώ μόνο τη ρήση του Δ.Σ. για τον ποιητή:
{στο άγνωστο νησί που τώρα ζει
δεν νοσταλγεί του κόσμου τη βοή
γιατί έχει τις λέξεις του μαζί του.}
Η μοναξιά, η απομόνωση (θυμίζω εδώ και τη γνωστή φράση του ποιητή John Donne (1572-1631): “No man is an island”), οδηγεί σε οργασμική «σύλληψη» και ακόμη περισσότερο οργασμική γέννηση λέξεων, οι οποίες σπάζοντας πλέον τη μοναξιά, κρατούν συντροφιά στον ποιητή. Διορθώνω: τον κρατούν στη ζωή. Τώρα για τα όσα υπονοεί μέσα από το μεγαλείο της γλώσσας μας μια τόση δα λεξούλα, η κτητική αντωνυμία «του», οι «λέξεις του», ενδεικτικά αναφέρω τα ενδεχόμενα: της μόνης περιουσίας του, της αυτοαναφορικότητας, των εργαλείων, του εγωκεντρισμού, της (ψευδ;)αίσθησης ασφάλειας, του υποκατάστατου, της εγωπάθειας, του alter ego του, του καταφυγίου του (κατά μέγα Καρυωτάκη) όπου και «το μόνο της ζωής του ταξείδιον» (κατά τον μέγα Βιζυηνό), κλπ.

Ίσως να είναι το πεπρωμένο των ποιητών. Όσο για το πεπρωμένο των άλλων, ή και όλων, αφού και οι ποιητές είναι κύτταρα ολοζώντανα του κορμιού της κοινωνίας,
{κανείς δεν μπόρεσε από το πεπρωμένο
να ξεφύγει˙ αυτό δεν λιγοστεύει
της ζωής την ομορφιά
και του θανάτου την οδύνη.}
Μπορεί η ομορφιά της ζωής να μη λιγοστεύει, αλλά για να τη νιώσεις χρειάζεται να σταθείς, να μην την προσπερνάς, να μην αφήνεσαι στη ροή του σύγχρονου τρόπου ζωής και του συνακόλουθου ρυθμού του, αλλά πεισματικά να αντι-σταθείς, να αρχίσει να ρέει ο δικός σου χρόνος εντός. Να μετατραπείς εσύ σε μια μη επισκευάσιμη διαρροή των υδραυλικών, που κατασκευάζονται πλέον με σωληνώσεις πολυπροπυλενίου τελευταίας τεχνολογίας, μέσα στις οποίες προσπαθούν να σε διοχετεύσουν, υπό ελεγχόμενη πίεση, ροή, θερμοκρασία, εκμετάλλευση και έξοδο φυσικά. Η αρχή γίνεται όταν (αν) κάποια στιγμή, από το πουθενά, όπως η έμπνευση, έρθει η αφύπνιση:
{παράξενο που τόσα χρόνια
πάντα στην ίδια αυτή διαδρομή
δεν είχες δει ούτε τα δέντρα, ούτε τα βουνά
παράξενο που όλο έτρεχες για να προλάβεις
σαν μια σκηνή από ταινία σε επανάληψη}.
Τότε μπορεί να σταματήσεις το τρέξιμο και τη σπατάλη δυνάμεων και χρόνου. Παρατηρείς. Αφήνεσαι. Ζεις. Μετά αποφασίζεις για το πώς θα πορευτείς. Ο Δ.Σ. έχει τη δική του πρόταση, ένα αψεγάδιαστο κατά τη γνώμη μου ταφικό επίγραμμα:
{αγωνίσου με όλες σου τις δυνάμεις για την ήττα
και κάνε τους να πιστέψουν ότι πάλεψες για τη νίκη}.
Αυτόματη η σύνδεση με μια σκέψη της Ελένης Γκίκα από το τελευταίο της βιβλίο [3]:
«Έπαιξα κι έχασα. Μπορεί και να ήμουν, όμως, ήδη χαμένη. Μεγάλο το κέρδος κι εγώ μόνο αυτό ήθελα κάποτε, να καταλάβω. Γι αυτό έχω ακόμα να χάσω πολλά».
Εμφανείς δια γυμνού οφθαλμού οι Καβαφικές επιρροές και οι καθόλα έντιμες τροπικές συμπορεύσεις μαζί τους (όπως λ.χ. και στα ποιήματα “ΣΤΟ ΑΓΝΩΣΤΟ ΝΗΣΙ”, “ΘΕΟΔΟΣΙΟΣ, 390 μ.Χ.”, “Η ΤΕΧΝΗ ΤΟΥ ΠΟΛΕΜΟΥ”, “ΜΟΝΟ ΓΙΑ ΤΑ ΒΙΒΛΙΑ (591 μ.Χ.)”, “ΘΕΑΤΡΟ”, “ΣΚΛΗΡΗ ΚΡΙΤΙΚΗ”, “Ο ΠΡΙΝ ΒΕΒΗΛΟΣ ΤΡΟΠΟΣ”):
{φεύγουν μακριά κι όταν γυρίζουν
δεν είναι οι ίδιοι και κανείς
δεν τους αναγνωρίζει μες στα ξένα ρούχα,
τους ξένους τρόπους, την παράξενη φωνή}
με νοηματικές συμπορεύσεις και με άλλους ποιητικούς πρωταγωνιστές, όπως λ.χ. με τους ευγενικούς ξένους της οδού Καραολή, της Χλόης Κουτσουμπέλη [4], οι οποίοι:
«περπατούν αθόρυβα
δεν ενοχλούν κανέναν […]
σαν κάποιοι απ’ αυτούς
λίγο να με αγάπησαν
μα ξέχασαν το πότε και το πώς».
Όταν ο κοντινότερος σε μας άνθρωπος φύγει μακριά, χωρίς επιστροφή, από αγαπημένος γίνεται ξένος, ο χρόνος μετριέται αλλιώς και η αγάπη από αμόνι που άντεχε κάθε χτύπημα, γίνεται σφυρί που ξεσπάει σπάζοντας:
{από τότε που μια μέρα του χειμώνα
ξαφνικά σταμάτησες να με λατρεύεις
υπάρχω μόνο στο βλέμμα εκείνων
που αντικρίζοντας σπασμένα κομμάτια
αντιλαμβάνονται το σχήμα μου.}
Πώς από τα σπασμένα κομμάτια, από τα τμήματα μιας ποιητικής συλλογής να έχεις επαρκή αντίληψη για το όλον σχήμα; Μελετώντας τα ξανά και ξανά, ώστε να πάψουν να είναι ξένα.

Από τα τριάντα συνολικά ποιήματα-κείμενα της συλλογής, τα δεκαοκτώ πρώτα είναι ποιήματα ελεύθερου στίχου με ελάχιστη έως αόρατη ομοιοκαταληξία, γραμμένα με τον καθαρόαιμο της ποίησης τρόπο, στίχο-στίχο. Καθ’ όλα ποιήματα, καθόλου επιτηδευμένα.

Ήταν καιρός ο Δ.Σ., πέρα από τη μακρόχρονη και άκρως επιτυχημένη ενασχόλησή του –με ανάλογη βιβλιογραφική παρουσία– με το δοκίμιο και τη λογοτεχνική κριτική αλλά και τη συμμετοχή με ποιήματά του είτε σε έργα συλλογικά είτε σε διάφορα περιοδικά, να εκδώσει αυτόνομα το πρώτο του βιβλίο ποίησης.

Τα επόμενα δώδεκα μπορεί να θεωρηθούν με την ευρεία έννοια πεζόμορφα ποιήματα, κι αυτό γιατί δεν υπάρχουν γενικά αποδεκτοί κανόνες που να ορίζουν τι θα κατατάσσεται ως ποίημα και τι ως μικρο-ιστορία, ιστορία μπονζάι, αφήγημα-διήγημα αστραπή κλπ. Πώς να οριστεί η ποίηση, αφού η ίδια της η ύπαρξη κείται έξω από ορισμούς, περιορισμούς και συνταγές; Μπορεί σήμερα οι λεγόμενες «δημιουργικές γραφές» να έχουν τις δικές τους απόψεις, όμως ο χρόνος θα δείξει τι θα μείνει και πώς. Το αν ένα κείμενο είναι ποίημα ή όχι, είναι πια προσωπική υπόθεση του καθενός. Η δική μου θέση είναι ότι από τα δώδεκα τελευταία κείμενα του βιβλίου, πεζόμορφα σαφώς ποιήματα είναι τα: Ο ΠΡΙΝ ΒΕΒΗΛΟΣ ΤΟΠΟΣ, ΒΙΟΣ ΘΑΝΑΤΟΣ ΒΙΟΣ, το δεύτερο ήμισυ του ΑΝΔΡΕΑΣ ΚΑΛΒΟΣ, ΛΙΣΤΑ ΟΝΟΜΑΤΩΝ. Τα υπόλοιπα τα θεωρώ μικρο-ιστορίες (micro-story), οι οποίες όμως παρόλο που κατά τη γνώμη μου δεν είναι καθόλου ποιήματα, επειδή έχουν ενσωματωμένη την ποιητική πρόθεση και προέλευση, καλώς έχουν θέση στο βιβλίο γιατί άσχετα με το πώς θα τις (τα) χαρακτηρίσει κανείς, άσχετα με το αν κάποιος θα νιώσει ή δεν θα νιώσει μουσικότητα, ρυθμό, δόνηση, παλμό, γλώσσας εγρήγορση-εξέλιξη-τιμή, πύκνωση, ροή, και όλα της ποίησης τα μοναδικά:

(α) έχουν σημαντικά να πουν

(β) είναι ολοκληρωμένα

(γ) νοηματικά, υφολογικά, εκφραστικά δένουν αρμονικότατα με το όλον

(δ) αντί να οδηγηθούν σε μια τεχνητή στιχόμορφη παρουσίαση στο χαρτί, αφήνονται με σεβασμό και εντιμότητα λεύτερα και αναλλοίωτα να κατοπτρίσουν την ψυχή του ποιητή ή της έμπνευσης τη θέληση

(ε) δεν έχουν σημασία οι ετικέτες όταν ένα κείμενο είναι λογοτεχνικά άρτιο γιατί αδιάφορα από την –πάντοτε εκ των υστέρων– κατάταξή του, σημασία έχει το αν μιλάει ή όχι στην καρδιά του αναγνώστη, κάτι που εδώ γίνεται όχι από την πλειονότητά τους, αλλά από όλα.

Τα βιβλία, ίσως να είναι ανοιγοκλείνοντες κατά βούληση τάφοι λέξεων. Τα βιβλιοπωλεία;
{Σε τι διαφέρουν οι βιτρίνες των βιβλιοπωλείων
από τα αρχαία κοιμητήρια;
Κι εδώ κι εκεί νεκροί είναι θαμμένοι.
Κι εδώ κι εκεί ολόκληρες ζωές
στριμώχνονται για να χωρέσουν
στο βιαστικό βλέμμα αδιάφορων περαστικών.}
Περαστικοί άλλωστε είμαστε όλοι από εδώ, κατά τη λαϊκή σοφή ρήση (όσοι ελπίζουν για το αντίθετο, περαστικά τους). Στον χρόνο έχει ανατεθεί ο ρόλος των μέτρων και των σταθμών της διάρκειας αλλά και της ίδιας της έννοιάς της, πώς θα μπορούσε λοιπόν να λείπει από το βιβλίο; Προσωρινός, περαστικός κι αυτός, περι-αστικός ή μη,
{και η ζωή της πόλης συνεχίζεται μέσα από χιλιάδες αντιθέσεις, μέσα από ήχους και σιωπές, μέσα από ενθουσιασμούς και απογοητεύσεις, μέσα από όνειρα και αγρυπνίες}
όπως και της Ποίησης η ζωή. Συνεχίζεται. Μέσα από όλα, μέσα σε όλα. Όσο υπάρχουν άνθρωποι.
Γιώργος Ρούσκας

Αναφορές

1. Γιώργος Γεωργούσης, Ο ίσκιος της λάμψης, β΄, “ΤΑ ΧΡΟΝΙΚΑ ΤΩΝ ΚΗΠΩΝ”, εκδόσεις Ίκαρος Εκδοτική Εταιρία, 2001, σελ. 66.
2. Κώστας Ριζάκης, στην έρημο φολιδωτός, “ΧΩΜΑ ΜΕ ΧΩΜΑ Η ΜΑΧΗ”, εκδόσεις Ρώμη, 2019, σελ. 39.
3. Ελένη Γκίκα, “Υπέρ κεκοιμημένων, πενθούντων, οδοιπορούντων”, εκδόσεις ΑΩ, 2019.
4. Χλόη Κουτσουμπέλη, Οι ευγενικοί ξένοι της οδού Καραολή, “ΣΤΟΝ ΑΡΧΑΙΟ ΚΟΣΜΟ ΒΡΑΔΙΑΖΕΙ ΠΙΑ ΝΩΡΙΣ”, εκδόσεις Γαβριηλίδης, 2012, σελ. 39.