Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 31 Αυγούστου 2025

«Η κρυφή γοητεία των λέξεων»

 

[Κριτικό κείμενο του Δημήτρη Παπακωνσταντίνου για την ποιητική συλλογή Ακραία λεκτικά φαινόμενα, εκδ. Νησίδες, Θεσσαλονίκη 2025.]





1.Τίποτα αυτονόητο:

Όλοι γνωρίζουμε πως η ποίηση τεντώνει τη χορδή του τόξου της μέχρι το έσχατο όριό της, αν υποθέσουμε πως αυτό το όριο είναι –τελικά- υπαρκτό και δεν αποτελεί άλλο ένα προϊόν της δημιουργικής μας φαντασίας. Παίζουμε διαρκώς με τις λέξεις, όμως σ’ αυτό το αλλόκοτο ποιητικό σύμπαν που βρισκόμαστε, τίποτα δεν είναι αυτονόητο. Έτσι ο ποιητής μας, θέτει το απροσδόκητο ερώτημα: «Τι είναι λέξη;»

Ευτυχώς φροντίζει να δώσει ο ίδιος την απάντηση και μάλιστα σε 28 συνεχείς σελίδες. Αναρωτιέμαι με ποιον τρόπο θα μπορούσα να αποδώσω μια τόσο ξεχωριστή ποιητική κατάθεση, χωρίς να υποχρεωθώ να παραθέσω ένα ακόμη βιβλίο δίπλα στο δικό του.

 

2.Στο αλλόκοτο σύμπαν των λέξεων:

Οι λέξεις είναι ζωντανά όντα με σάρκα και οστά, με σκέψη και βούληση. Ξαγρυπνούν, εγείρονται στο σκοτάδι, τριγυρνούν, χάνονται, ξενιτεύονται, επιστρέφουν, επιμένουν, ανθίζουν, μαραίνονται κι αποχωρούν διακριτικά μέσα από χιλιάδες νοητές πόρτες. Αναδύονται στον νου, τις αρθρώνεις με δέος αργά-αργά, κι αναρωτιέσαι πώς γεννήθηκαν, τι σημαίνουν, τι κομίζουν.

Οι λέξεις κάποτε γίνονται βροχή στο τζάμι. Συζητούν, συνωμοτούν, αγγίζονται, συγκρούονται, συμπορεύονται, συνεργάζονται, αλληλοακυρώνονται, περιγελούν, περιφρονούν, παρηγορούν. Στιλβώνουν τις αναμνήσεις, καλύπτουν τα ραγίσματα, θροΐζουν στον άνεμο, βλασταίνουν στα χωράφια, ξεθωριάζουν στον ήλιο, σκοτεινιάζουν στους βυθούς, αρρωσταίνουν και φθίνουν. Οι λέξεις έχουν μεγάλη δύναμη. Γίνονται προσευχές και χρησμοί. Ταξιδεύουν στους Δελφούς κι είναι ικανές να σε βγάλουν στον δρόμο, μα για τ’ όνομα του Θεού, ποτέ μην πας κατά τη Θήβα, κι ας σε προσκαλούν να γνωρίσεις τα χίλια θαύματα του κόσμου. Οι λέξεις ταξιδεύουν και σε ταξιδεύουν. Πρόσεξε όμως! Έχουν πάντα τη δύναμη να σε οδηγήσουν στην τρέλα, στην αυτοκαταστροφή, στην ατίμωση της αυτοχειρίας.

Ζούμε σ’ έναν αλλόκοτο κόσμο: Ούτε η φωνή περιέχει την αλήθεια, ούτε η σιωπή. Οι λέξεις διαλύονται σε γράμματα, τα γράμματα σε σχήματα, τα σχήματα σε χρώματα. Τα χρώματα μιλούν για τα δέντρα, το αεράκι του χειμώνα και την ησυχία, μακριά από τις ανθρώπινες φωνές. Αν οι λέξεις είναι φύλλα, πόσες ιστορίες ξέρει το δάσος;

Οι λέξεις σκεπάζονται με χιόνι, όμως αποκαλύπτονται ξανά ζωντανές και δροσερές την επόμενη άνοιξη. Τι είναι παλιό και τι νέο; Ποιος μπορεί να πει κάτι αληθινά νέο κι ως τώρα ανείπωτο; Το μέσα μας τοπίο είναι υγρό και σκοτεινό. Από τις «μέσα πηγές» αναβλύζουν κάποτε οι λέξεις που δηλώνουν, υπαινίσσονται, καλούν, στερεύουν, σβήνονται με το σβηστήρι ενός μικρού παιδιού, κρύβονται σε συρτάρια, χώνονται σε υπόγεια και κρύπτες κι ετοιμάζουν υπομονετικά τα επόμενα θαύματα. Γιατί οι λέξεις οικοδομούν σύμπαντα και παραδείσους, καθώς φέρουν μέσα τους τον πυρήνα κάθε κοσμογονικής έκρηξης.

Με τις λέξεις πλάθονται τα όνειρα και με τα όνειρα οικοδομούνται τα πιο όμορφα κτίρια, τα πιο ψηλά τείχη, τα πιο σπουδαία μνημεία κάθε δόξας και κάθε ήττας. Κάποτε οι λέξεις χάνουν το όνομά τους, τη σημασία τους, κι έτσι όπως μένουν απογυμνωμένες, χωρίς ταυτότητα, χρειάζονται μια νέα βάπτιση, μια νέα ονοματοδοσία, να λάμψουν τα αδιόρατα, για να μπορέσουμε να αρνηθούμε την παραδοχή και να παραδεχτούμε την άρνηση, «ανάμεσα στην αδιαφορία και την ενσυναίσθηση».

Οι λέξεις χαράζουν δρόμους και στήνουν γέφυρες. Μαζί τους πορευόμαστε και χανόμαστε μια στο σκοτάδι και μια στο φως. Ακόμα και η λέξη «κενό» δεν είναι τελικά κενή. Έτσι οι λέξεις είναι ολόκληροι πλανήτες που γυρίζουν σε άγνωστη τροχιά. Τι φταίει και ξεθωριάζει το χρώμα τους; Τι ξεθωριάζει την ίδια τη φωνή μας; Ποιος μπορεί να κρίνει τις λέξεις ή κι εμάς τους ίδιους για τις μικρές ή τις μεγάλες ορθογραφικές μας αποκλίσεις; Μια ανορθόγραφη προσευχή είναι άραγε ευπρόσδεκτη στα μάτια του Θεού; Κι όμως προστατεύουμε τη μορφή των λέξεων προσέχοντας με ευλάβεια την κλίση τους και τη σύνταξή τους σύμφωνα με όσα η παράδοση προστάζει. Μπορούμε να ζήσουμε χωρίς λέξεις; Υπάρχουν «γνωστές» κι «άγνωστες» λέξεις. Υπάρχουν «δικές μας» και «ξένες». Υπάρχουν ακόμα και κάποιες «άγριες», που φύονται στα δάση και στους σκοτεινούς βυθούς.

Οι λέξεις τριγυρίζουν στο σκοτάδι έξω από τα βιβλία. Έχουν σκληρό κέλυφος που δε θρυμματίζεται εύκολα. Κάποιες υποκρίνονται πίσω από προσωπεία. Κάποιες ζουν σε άγονα κι απρόσιτα μέρη, όπου δύσκολα φτάνει κάποιος αναγνώστης, εκτός κι αν ναυαγήσει ξαφνικά.

Οι λέξεις πλάθουν τραγούδια, αλλά και μοιρολόγια. Γράφουν ποιήματα που υψώνονται στη συνείδησή μας σαν αυθύπαρκτες θεότητες που αξίζουν προσκύνηση. Κάποιες πετούν σαν πουλιά. Κάποιες πέφτουν στις ξόβεργες και καταλήγουν στο χαρτί, για να μην ξαναφύγουν.

Μπορούμε να χαράξουμε στη γη τη λέξη «ουρανός». Άραγε, αυτό την καθιστά γήινη; Αν γράψουμε με φτερό, οι λέξεις μας θυμούνται κάτι από την πτήση; Ο ποιητής μας τονίζει πόσο μοιάζει η λέξη «πτήση» με τη λέξη «πτώση». Ένα μόνο γράμμα είναι ικανό να αλλάξει τελείως τη σημασία μιας λέξης.

Οι λέξεις είναι λοιπόν χαρταετοί χωρίς σχοινί. Είναι πουλιά που πετούν μακριά κι επιστρέφουν, γιατί κάθε τέλος είναι πάντα κοντά στην επόμενη αρχή και κάθε αρχή ξεκινά για να φτάσει στο τέλος της.

 

3. Ένα πρωτότυπο λεκτικό πείραμα:

Δεν έχει πια σημασία ποιος έγραψε τα έπη του Ομήρου ή τα Ευαγγέλια. Δεν πρέπει να μας νοιάζει ποιος έγραψε τα έργα του Σαίξπηρ: Τα πάντα συγγενεύουν με όλα τ’ άλλα «ακραία λεκτικά φαινόμενα» και γι’ αυτό τίτλοι κι ονόματα μεταβάλλονται, εναλλάσσονται, σβήνονται, ξαναγράφονται αδιάκοπα. Ο ποιητής Διονύσης Στεργιούλας προτείνει να αφήσουμε για λίγο στην άκρη τη μεγαλοσύνη κάποιων φωτισμένων ανθρώπων, για χάρη της λησμονημένης μεγαλοσύνης του θαυμαστού πλάσματος που λέγεται «άνθρωπος»: Όλα τα σπουδαία έργα παράγονται με τα ίδια πολύπαθα, πολυκαιρισμένα, φθαρμένα και προπαντός, κοινόχρηστα υλικά. Κάνει μάλιστα ένα σπουδαίο πείραμα: Γράφει ένα ποίημα που απαρτίζεται κατ’ αποκλειστικότητα από δανεικούς στίχους γνωστών έργων του παρελθόντος. Δυο μόνο πρωτότυπα στοιχεία υπάρχουν σ’ αυτό το ποίημα: α) Η επιλογή λέξεων, φράσεων ή και ολόκληρων στίχων, και β) Η σειρά παράθεσής τους:

 

Ανεπίληπτα, επέστρεφε, κυκλοδίωκτος,

άγρια μ’ έδειρεν η βαρυχειμωνιά,

Η ποίηση δε μας αλλάζει τη ζωή,

Είμαστε κάτι ξεχαρβαλωμένες κιθάρες,

και την τέχνη μας τη στολίσαμε τόσο πολύ,

Μια μυγδαλιά και δίπλα της εσύ,

εσύ που μου ’φερνες νεράκι στην παλάμη,

δεν ημπορώ ν’ ακούσω τη φωνή σου,

ήταν η θάλασσα ήταν τ’ αγέρι,

ακρογιαλιές και δειλινά,

Σήκω μικρή, μικρή, μικρή Πορτοκαλένια,

μη μου δίνεις την οδύνη που περιέχω,

μονάχα ο θάνατος δεν περιμένει,

σ’ άλλους παραλλήλους θα ’χεις μπει,

Ανασηκώσου με τα οστά γεμάτα μουσική,

Ειπέ μας αν κρατεί ουρανός,

Η πλάστιγξ κλίνει εκεί που προτιμάμε,

και η νεότης μας πετά ως αστραπή ταχεία,

ο τόπος μου ποιος ήταν; Ποιοι οι δικοί μου;

 

4. Ως επίλογος:

Ελπίζω μέσα από αυτό το σύντομο σημείωμα να πέρασε στον αναγνώστη κάτι απ’ το πνεύμα του βιβλίου που προσπάθησα να παρουσιάσω. Ελπίζω να κατάφερα σε κάποιο βαθμό να κεντρίσω το ενδιαφέρον όσων αγαπούν τα βιβλία και την κρυμμένη τους γοητεία. Ο ποιητής Διονύσης Στεργιούλας με έναν μοναδικό τρόπο φωτίζει το τοπίο πίσω από το ποίημα, πίσω από τις λέξεις, πίσω από τα νοήματα, πίσω από τα σχήματα, μέχρι τα βάθη της ανεξερεύνητης ψυχής μας, αναζητώντας το «γιατί» και το «πώς» των πιο «αυτονόητων» πραγμάτων, για να συνειδητοποιήσουμε έκθαμβοι πως τίποτα δεν είναι –τελικά- μικρό κι ασήμαντο. Οι λάτρεις της φιλοσοφημένης ποίησης και της αληθινά διεισδυτικής ματιάς ενός φωτισμένου νου θα εκτιμήσουν ιδιαίτερα αυτό το βιβλίο. 

Δημήτρης Παπακωνσταντίνου*


*Ο Δημήτρης Παπακωνσταντίνου γεννήθηκε στη Λάρισα το 1967 και ζει μόνιμα στην Κοζάνη, όπου εργάζεται ως καθηγητής Μέσης Εκπαίδευσης. Είναι τακτικό μέλος της Εταιρίας Λογοτεχνών Θεσσαλονίκης και της Πανελλήνιας Ένωσης Λογοτεχνών. Ποιήματά του φιλοξενούνται σε συλλογικούς τόμους και σε διάφορα έντυπα και διαδικτυακά περιοδικά.


Σάββατο 30 Σεπτεμβρίου 2023

«Τοπίον, το της επαγγελίας»*

Ερευνώντας «Το πιο ωραίο τοπίο» στο ομώνυμο βιβλίο του Διονύση Στεργιούλα

1. Eισαγωγή:

«Έλα να σου δείξω το πιο όμορφο τοπίο», υπόσχεται ο ποιητής Διονύσης Στεργιούλας, όμως ο αναγνώστης στέκεται αμήχανος μπροστά στο ολόμαυρο εξώφυλλο του βιβλίου. Τα λευκά κεφαλαία γράμματα του τίτλου δεν είναι ικανά να σώσουν την κατάσταση. Θα έλεγα μάλιστα, πως υπογραμμίζουν με τον πιο έντονο τρόπο την κυριαρχία του μαύρου. Μα πού είναι το τοπίο, χωρίς ούτε καν μια εισαγωγική εικόνα; Έπειτα ο αναγνώστης φέρνει στον νου κι άλλο κατάμαυρο εξώφυλλο του ποιητή (ΚΑΘΟΛΟΥ ΠΟΙΗΜΑΤΑ, εκδόσεις Νησίδες, 2019), κι αποδίδοντας τη χρωματική επιλογή στην αισθητική και το προσωπικό στυλ του δημιουργού, προχωρά στα ενδότερα. Αυτό που τον περιμένει είναι μια ποίηση άκρως φιλοσοφημένη, όμως φαινομενικά πολύ απλή. Όπως έγραφα και πιο παλιά, αυτή η φαινομενική απλότητα, είναι τελικά το πιο δυνατό στοιχείο της ποίησης του Διονύση Στεργιούλα.



2. Αδιάκοπη ροή του χρόνου:

Περισσότερα από τα μισά ποιήματα του βιβλίου αναφέρονται άμεσα ή έμμεσα στον χρόνο που περνά και καταλύει τα πάντα: Σύμφωνα με τον ποιητή μας, ούτε «Νέα Εποχή» υπάρχει, ούτε «Αρχαιότητα», ούτε «Μεσαίωνας». Τα πάντα εξαρτώνται από το χρονικό σημείο που επιλέχθηκε ως σημείο αναφοράς ή ως «οπτική γωνία παρατήρησης». Επειδή τα πάντα ρέουν και τίποτα δε μένει σταθερό και καθώς τα πάντα είναι σχετικά κι όχι απόλυτα, είναι σημαντικό να καταλάβουμε πως οι πρόγονοί μας οργάνωναν τη ζωή τους και σχεδίαζαν το δικό τους μέλλον, χωρίς να βάζουν στον νου τους πως θα ερχόμασταν εμείς αργότερα να ονομάσουμε την εποχή τους «αρχαίο κόσμο».

Ο ποιητής ισχυρίζεται πως οι θηρευτές προηγούνται των θηραμάτων. Μάλιστα, τα θηράματα δημιουργήθηκαν πιο μετά, για χάρη των θηρευτών. Επίσης, το χορτάρι δημιουργήθηκε για να έχουν να τρων τα φυτοφάγα θηράματα. Για να έχει χώρο και τρόπο ανάπτυξης το χορτάρι, δημιουργήθηκαν αντίστοιχα για χάρη του, το χώμα και το νερό. Πρόκειται για μια ιδιαίτερη, αλλά πολύ ενδιαφέρουσα οντολογική-υπαρξιακή προσέγγιση της ζωής, καθώς ο ποιητής τονίζει με έμφαση πως σκοπός κι αιτία ταυτίζονται, ή αλλιώς, ότι η ανάγκη γεννάει τα όντα: Πρόκειται για την ανάγκη να καλυφθούν πολύ συγκεκριμένα κενά στην αλυσίδα της δημιουργίας. Αν μπορούσαμε να σταθούμε κάπου έξω από τον χρόνο, χωρίς να έχει πια σημασία, ούτε το «πριν», ούτε το «μετά», αυτή η φιλοσοφική ματιά του ποιητή θα έδειχνε εξαιρετικά ελκυστική.

Σκέψεις αρχαίου ποιητή

Για την αλήθεια δε γνωρίζω τίποτα

μα έχω μάθει να παρατηρώ:

Τα φύλλα πέφτουνε στη γη

το δέντρο τρέφεται απ’ τη γη

και είναι πάντοτε το ίδιο φύλλο

και είναι πάντοτε το ίδιο δέντρο.

Και οι νεκρές ιδέες ξαναζούν

στις τωρινές νέες ιδέες σου

και σε όλα εκείνα που ακόμη

δεν έχεις μέχρι σήμερα σκεφτεί.

Και είναι πάντοτε κρυμμένη

μέσα στο πλήθος των συλλογισμών

η ίδια ιδέα μεταμορφωμένη.

Σύμφωνα με τη γνωστή σωκρατική ρήση, η πρώτη αληθινή μας γνώση είναι η συνειδητοποίηση της άγνοιας. Έτσι ο ποιητής μιλάει για την αιώνια κίνηση του κόσμου, για τα φύλλα που πέφτουν στη γη, για να γίνουν λίπασμα και να τραφεί το δέντρο, που θα ξαναβγάλει φύλλα, που θα ξαναπέσουν στη γη, στους αιώνες των αιώνων. Οι ιδέες δείχνουν να παλιώνουν και να ξεπερνιούνται. Όλοι έχουν την εντύπωση πως νέες ιδέες έρχονται να ενθουσιάσουν τους ανθρώπους και να επικρατήσουν. Στην πραγματικότητα, το παλιό επιβιώνει πάντα μέσα στο νέο, ή καλύτερα, καθετί νέο ταυτίζεται με καθετί παλιό, αφού οι παλιές ιδέες, αν και φαινομενικά νεκρές, ξαναζούν στις τωρινές και σε όσες ακόμα δεν ήρθαν, αφού τα πάντα εναλλάσσονται κυκλικά κι αθόρυβα.

Έτσι με αμηχανία στεκόμαστε απέναντι στα πιο απλά πράγματα, αδυνατώντας να τα ονομάσουμε και να τα χαρακτηρίσουμε. Είναι δύσκολο να μιλήσουμε ακόμα και για τα πιο απλά κι αυτονόητα συμβάντα της ζωής. Πού οφείλεται αυτή η άγνοια; Γιατί κατέχουμε πάντα ένα ελάχιστο μόνο μέρος της αλήθειας; Φταίνε οι αισθήσεις που μας ξεγελούν; Ευθύνεται -ίσως- ο τόσο υποκειμενικός τρόπος με τον οποίο προσεγγίζουμε τη ζωή;

Μιλάμε για τη βροχή

Μιλάμε για τη βροχή.

Αλλά η βροχή δεν είναι απλώς

μια λέξη σαν τις άλλες λέξεις

είναι μια λέξη που ποτέ

δεν φτάνει μόνη της εδώ

τη συνοδεύει πάντα η μελαγχολία

τη συνοδεύει πάντα ο ήχος «όχι».

 

Μιλάμε για τη βροχή.

Αλλά ποιος ξέρει να μου πει

τι πράγμα είναι η βροχή;

Είναι το βρεγμένο χαρτί στο μπαλκόνι

οι σταγόνες πάνω στο τζάμι

το ρυάκι στην άκρη του δρόμου;

Είναι τα στάχυα που μεγαλώνουν

τα υπόγεια ύδατα και τα υδραγωγεία

η μουσική πάνω στη στέγη;

Μπορεί ο καθένας μας να συνεχίσει τις παραπάνω εικόνες, ανάλογα με τα δικά του βιώματα, τις καθαρά προσωπικές αποθηκευμένες εικόνες του μυαλού του. Γιατί ο καθένας μας βιώνει διαφορετικά αυτόν τον ίδιο κόσμο μας. Στο ποίημα «το αρχαίο κουβάρι», ο ποιητής μιλάει για το νήμα που απλώνει διαρκώς  πίσω του ο άνθρωπος στις δαιδαλώδεις στοές του χρόνου, καθώς περνούν οι εποχές, τα χρόνια, κι οι αιώνες, χωρίς σταματημό. Αυτό το αρχαίο κουβάρι αφορά τους πάντες και τα πάντα και φυσικά, ακουμπάει και στη δική μας μικρή κι ασήμαντη ζωή.

Εκείνοι

Είχαν βγει στους κεντρικούς δρόμους

φορώντας τα καλύτερά τους ρούχα.

Μιλούσαν μεταξύ τους δυνατά

και αγόραζαν ψεύτικα κοσμήματα

από πάγκους των πεζοδρομίων.

Μερικοί μάς κοίταζαν φευγαλέα

αλλά οι περισσότεροι αδιαφορούσαν

για τη δική μας παρουσία.

Κάπου κάπου ένα λευκό αυτοκίνητο

περνούσε προσεκτικά ανάμεσά τους.

Περπατούσαμε μόνοι και βιαστικοί

και γύρω μας ένα πλήθος που γιόρταζε.

Να, λοιπόν, μια φαινομενικά απλή σκηνή του δρόμου, απέναντι στην οποία οι περισσότεροι θα έμεναν αδιάφοροι: Καλοντυμένοι άνθρωποι ψωνίζουν απ’ τους πάγκους ψεύτικα κοσμήματα, μέσα σε μια ατμόσφαιρα εορταστική. Κι ανάμεσά μας εμείς -αλήθεια ποιοι;- σε άλλο χρόνο, σε άλλο τέμπο, σαν να έχουμε συνενώσει δύο διαφορετικές κινηματογραφικές ταινίες, λες και θα ήταν ποτέ δυνατό να δούμε τον κόσμο γύρω μας, ταυτόχρονα, με δυο εντελώς διαφορετικές ματιές, σε δυο διαφορετικούς χρόνους. Οι άλλοι, χαμένοι στη γιορτινή τους ατμόσφαιρα, με ψεύτικες μικρές χαρές που κοστίζουν ελάχιστα, κι εμείς ανάμεσά τους με ταχύτητα να προσπερνάμε. Αλήθεια, για πού; Ποιο είναι το νόημα της βιασύνης; Ίσως είναι σωστό -λέει ο ποιητής- να ονομάσουμε τα δευτερόλεπτα αιώνες και τους αιώνες δευτερόλεπτα. Άλλωστε, δεν έχει νόημα ο χρόνος, αν όλα ρέουν αδιάκοπα, κυκλικά, αν όλα επαναλαμβάνονται, αν όλα είναι νέα και ταυτόχρονα τόσο μα τόσο παλιά.

3. Ο ελεύθερος άνθρωπος:

Ένας ελεύθερος άνθρωπος

Ένας ελεύθερος άνθρωπος επαναστάτησε

(δεν του έλειπε τίποτα κι όμως επαναστάτησε)

αποφάσισε να υιοθετήσει τη λύπη

αποφάσισε να δει όσα δεν έβλεπε

και να θυμηθεί την παιδική του ηλικία.

 

Ένας ελεύθερος άνθρωπος επαναστάτησε

χωρίς κανείς να ξέρει τον λόγο

χωρίς κανείς να ξέρει αν υπήρχε λόγος.

Γύρω του οι άλλοι ελεύθεροι άνθρωποι

τον κοιτούσαν με βλέμμα απορημένο

κανείς δεν μπορούσε να καταλάβει

τι τον έκανε να επαναστατήσει.

Το ποίημα αυτό μου θύμισε πολύ τη στιχουργική του Διονύση Στεργιούλα στο άλλο του ποιητικό βιβλίο που είχα την τύχη και τη χαρά να παρουσιάσω, το «Παράδοξο του ζην»: Απλότητα, ποιητικός ρεαλισμός και μια δυνατή δόση θεατρικότητας, σαν να στέκονται όλοι γύρω  σε έναν κύκλο κι απορημένοι αντικρίζουν τον «ελεύθερο άνθρωπο». Επειδή αποτελεί φιλοσοφικό ερώτημα «ποιος είναι ελεύθερος άνθρωπος», η διερεύνηση τέτοιων θεμάτων δεν θα μπορούσε να χωρέσει στους στίχους ενός μόνο ποιήματος, κι έτσι ο ποιητής μάς δίνει την εξήγηση με συντομία. Ελεύθερος δεν είναι μόνο όποιος μισεί την ανελευθερία και τα δεσμά που κάποιοι άλλοι του έχουν επιβάλλει. Είναι εκείνος που διεκδικεί αυτά που ποθεί η ψυχή του, ακόμα κι αν στα μάτια των άλλων αυτό δείχνει ουτοπιστικό ή ανόητο. «Ενώ δεν του έλειπε τίποτα», «στα καλά καθούμενα», όπως θα λέγαμε αλλιώς, ο ελεύθερος άνθρωπος επαναστάτησε απέναντι στον χρόνο που περνά. Ζήτησε να δει ξανά και να θυμηθεί την παιδική του ηλικία. Ζήτησε μια μικρή, σύντομη έστω, επιστροφή στο παρελθόν, για να θυμηθεί όσα τότε έβλεπε, μα κυρίως, για να αισθανθεί, όσα αισθανόταν τότε και τα έχει ξεχάσει. Αυτή η νοερή επιστροφή ήταν μια μικρή επανάσταση ενός ελεύθερου ανθρώπου, αφού όλοι είμαστε δούλοι του χρόνου που μας καταδυναστεύει. Σε άλλο ποίημα, («Κόκκινο άνθος στο υπόγειο»), ο ποιητής τονίζει πως η καθεμιά επανάσταση, απαιτεί ένα βαθύ υπόγειο, ώστε να μεγαλώσει «εν κρυπτώ», χωρίς φως, σαν ένα κατακόκκινο λουλούδι, ίδιο με τη φωτιά που σκορπά το δέος. Θα έλεγα λοιπόν πως η ελευθερία πηγάζει πάντα από τα πιο σκοτεινά μας μέρη, από το απλησίαστο κι ανερμήνευτο ασυνείδητο.

Ο ποιητής διδάσκει πως αν κάποιος προσπαθεί «να είναι ο εαυτός του», επιλέγει χωρίς να το συνειδητοποιεί τη στασιμότητα, την αδράνεια, την απάθεια, την επανάληψη που κουράζει κι εξοντώνει. Όταν όμως κάποιος τολμά να ξεντυθεί τον εαυτό του, σπάει το καλούπι κι ελευθερώνεται απέναντι σ’ αναρίθμητες δυνατότητες κι επιλογές. Το να αλλάζει κανείς ρόλους σημαίνει πως αμφισβητεί τα πάντα, ακόμα και την ίδια του την ταυτότητα, τα δικά του λόγια και τις δικές του πράξεις, κι όχι μόνο παύει να ζει στη μονοτονία και την πλήξη, αλλά ξάφνου τα πάντα γίνονται καινούρια, και γι’ αυτό συναρπαστικά. Έξω λοιπόν από το ίδιο μας το σώμα είμαστε πραγματικά ελεύθεροι. Συμβουλεύει να είμαστε «πλάνητες» κι όχι «δορυφόροι». Να προτιμούμε τις «ηλιόλουστες νύχτες» κι όχι τις «σκοτεινές μέρες». Να επιθυμούμε τις «βόλτες στα βιβλία», αντί για τον «περίπατο στο δάσος», γιατί κανείς ποτέ δεν είναι ικανός κι άξιος να ορίσει το δικό μας «σωστό» ή το δικό μας «λάθος». Δικαιούμαστε το πολύτιμο δώρο της ατομικότητας, αφού οι επιλογές μας αφορούν εμάς και μόνον εμάς.

4. Η ποιητική τέχνη:

Ο ποιητής δεν αναπαύεται στη γαλήνη και την μακαριότητα της τέχνης του. Το ποίημα συχνά βουτάει στα βαθιά της ζωής, χάνεται στις φτωχογειτονιές, αφουγκράζεται παράπονα, αντικρίζει ανθρώπινα ναυάγια και τέλος με τα φτερά του ανοιχτά, ως άγγελος, μια γίνεται προστάτης και μια τιμωρός πάνω απ’ την πόλη. Ο ποιητής νιώθει παντού ξένος: Όταν ταξιδεύει, όταν μένει στο σπίτι του, όταν κοιτάει τον ουρανό, όταν αρκείται στα γήινα, όταν σμίγει με τον κόσμο κι όταν κλείνεται στον εαυτό του. Το ιαμβικό μέτρο που μιμείται τους χτύπους της καρδιάς, κρύβει μέσα του κόσμους άγνωστους, χαμένους.

Ο ποιητής ισχυρίζεται πως η απομόνωση, η σιωπή, η απομάκρυνση από τον θόρυβο των ανθρώπων οδηγούν ευκολότερα στην αρετή, παρά ο αδιάκοπος συγχρωτισμός με τα πλήθη. Στο σημείο αυτό, άθελά μου φέρνω στον νου μου τους πασίγνωστους στίχους του Αλεξανδρινού Δασκάλου:

Κι αν δεν μπορείς να κάμεις την ζωή σου όπως την θέλεις,
τούτο προσπάθησε τουλάχιστον
όσο μπορείς: μην την εξευτελίζεις
μες στην πολλή συνάφεια του κόσμου,
μες στες πολλές κινήσεις κι ομιλίες.

Μην την εξευτελίζεις πηαίνοντάς την,
γυρίζοντας συχνά κ’ εκθέτοντάς την
στων σχέσεων και των συναναστροφών
την καθημερινήν  ανοησία,
ώς που να γίνει σα μια ξένη φορτική.

 (Κωνσταντίνος Καβάφης, «Όσο μπορείς»)

5. Περί του τοπίου (ή των τοπίων):

Τελικά, ποιο είναι το πιο ωραίο τοπίο που ο ποιητής υποσχέθηκε να μοιραστεί μαζί μας; Μελετώντας πολύ  προσεκτικά το βιβλίο κι αναζητώντας στίχους που να αναφέρονται στην έννοια του τοπίου, εντόπισα στη σελίδα 26, στο ποίημα με τίτλο «Έκρυβε την παρουσία του», τους παρακάτω στίχους:

[…]

Αν η περιπλάνηση σε οδηγήσει

σ’ ένα τοπίο απέριττο και απλό

θεώρησέ το το πιο ωραίο δώρο

και μη γυρίσεις να κοιτάξεις πίσω σου.

Στην ακριβώς απέναντι σελίδα (27) υπάρχει το μόνο ποίημα που περιέχει στον τίτλο του την έννοια του τοπίου:

Τοπίο δυσανάγνωστο

Μες στην ακινησία το βλέμμα διακρίνει

την πιο ασήμαντη κίνηση

αλλά στην κίνηση το μάτι ξεχωρίζει

αυτό που μένει ακίνητο.

Έτσι διάβαζα τα τοπία κάποτε.

Μα τώρα ανοίγεται μπροστά μου

ένα τοπίο δυσανάγνωστο

με σύννεφα που φέρνουν τη λιακάδα

με δέντρα που κινούνται και πετούν

και με πουλιά που μένουν ριζωμένα.

 Ένα τοπίο με αδιευκρίνιστες προθέσεις

γεμάτο με ξερά κλαδιά πάνω στο χιόνι

που μοιάζουνε με άγνωστο αλφάβητο.

Ψάχνω στο αίνιγμα ένα άνοιγμα

για να μπορέσω να σε συναντήσω.

Η ζωή είναι αινιγματική από τη φύση της και γι’ αυτό τα τοπία της που απλώνονται μπροστά μας διαρκώς, δεν είναι παρά νέα κι άγνωστα πεδία δράσης. Το καθένα κρύβει τα δικά του μυστικά και τις δικές του προκλήσεις. Ο ποιητής ζητά ένα άνοιγμα στο αίνιγμα. Αναζητά μια διέξοδο. Δεν ξέρω αν υπάρχει για να τη βρει. Από την άλλη, (για να συνεχίσουμε τον δικό του συλλογισμό), ποιος μας εγγυάται ότι αυτό το άνοιγμα, αυτό το τούνελ, θα μας βγάλει σε κάποιο μέρος πολύ καλύτερο απ’ αυτό που θέλουμε ν’ αφήσουμε πίσω μας; Κάποτε είναι δύσκολο να ερμηνεύσουμε τη ζωή. Τα θαύματά της βρίσκονται μπροστά στα πόδια μας, όμως, ή μένουν τελείως αθέατα, γιατί κανείς δεν έχει μάτια να τα δει, ή  απομένουν πάντα ασαφή, αφού δεν θα συμφωνήσουμε οριστικά, ούτε στα πιο απλά ζητήματα. Ο ποιητής λέει πως τα σύννεφα φέρνουν λιακάδα κι αυτό κάνει το τοπίο του δυσανάγνωστο. Παρόλα αυτά, μπορούμε να σκεφτούμε πως τα σύννεφα είναι άρρηκτα συνδεμένα με την έννοια της λιακάδας, γιατί αν δεν τα είχαμε γνωρίσει ποτέ, πώς θα γιορτάζαμε την ξαφνική τους απομάκρυνση;

Στο δικό του δυσανάγνωστο τοπίο τα πουλιά είναι ριζωμένα, ενώ τα δέντρα και κινούνται και πετούν. Ο ποιητής εδώ απλώς παραθέτει γόνιμο προβληματισμό πάνω στις εναλλακτικές εκδοχές της πραγματικότητας, αφού είναι πια γνωστό πως δεν υπάρχει μία και μοναδική πραγματικότητα. Τελικά ποιο είναι το πιο όμορφο τοπίο; Θα έλεγα πως είναι αυτό που κερδίσαμε γιατί είχαμε την τόλμη να αναρωτηθούμε, να ανησυχήσουμε, να περιπλανηθούμε, να αμφισβητήσουμε, να προχωρήσουμε, να τρυπώσουμε σε μαγικά λαγούμια σαν την Αλίκη στη χώρα των θαυμάτων.

Κάτι έλειπε

Κι ωστόσο κάτι έλειπε απ’ το ωραίο τοπίο

ήταν ο χρόνος που είχε γίνει αόρατος

ήταν η μόνιμη απουσία του απ’ την εικόνα

ήταν οι αλλαγές που θα συνέβαιναν στο μέλλον

αυτά που θα ’ρχονταν αύριο και μεθαύριο

αυτά που θα συνέβαιναν σε ένα χρόνο

αυτά που θα συνέβαιναν σε χίλια χρόνια.

 

Ωραίο να το λες, ωραίο να το γράφεις

αλλά οι λέξεις δεν κινούνται στο χαρτί

ωραίο να νομίζεις πως προβλέπεις

πως μόνο εσύ γνωρίζεις τη συνέχεια

αλλά το μέλλον είναι άδηλο

το ’χουνε γράψει οι αρχαίοι ποιητές

το μέλλον είναι πάντα άδηλο

ούτε η συνέχεια δε γνωρίζει τη συνέχεια

και το γνωρίζουν μέχρι και οι θεοί

ότι το πότε είναι αστάθμητος παράγοντας

ακόμη κι αν το πώς είναι ήδη ορατό.

Να λοιπόν τι λείπει από το πιο ωραίο τοπίο! Λείπει η διάρκεια! Πάντα θα λείπει η διάρκεια! Ο άνθρωπος πάντα θα παλεύει με τον χρόνο. Ποτέ δεν πρόκειται να συμβιβαστεί με την ιδέα της φθοράς. Ο χρόνος θα είναι πάντα το μόνο αληθινό αγαθό στα χέρια του ανθρώπου κι ο μόνος αληθινός του εχθρός.

Δημήτρης Παπακωνσταντίνου

[*Το εκτενές δοκίμιο του Δημήτρη Παπακωνσταντίνου δημοσιεύθηκε στο διαδικτυακό περιοδικό Fractal, 14.6.2023]

Πέμπτη 31 Μαρτίου 2022

Δημ. Παπακωνσταντίνου: 'Το παράδοξο του ζην'

[Κριτική του Δημήτρη Παπακωνσταντίνου στο διαδικτυακό περιοδικό Λόγου και Τέχνης Περί ου για το ποιητικό βιβλίο του Δ. Στεργιούλα Το παράδοξο του ζην (Νησίδες, Θεσσαλονίκη 2021).] 

«Ένας συνηθισμένος άνθρωπος σ’ έναν συνηθισμένο δρόμο»

Στα ποιητικά βήματα του Διονύση Στεργιούλα

Εισαγωγή:

Με ποιον τρόπο κερδίζει κανείς το στοίχημα, αν έχει να γράψει για μια συνηθισμένη βόλτα ενός συνηθισμένου ανθρώπου, σε έναν συνηθισμένο δρόμο, ένα οποιοδήποτε πρωινό μιας οποιασδήποτε άνοιξης; Το ερώτημα καταντά προκλητικό: Γιατί αξίζει να αναρωτηθούμε τι το ιδιαίτερο και αξιομνημόνευτο μπορεί να κρύβει αυτή η βόλτα. Με αμηχανία λοιπόν, ακολουθούμε τα βήματά του, σε απόσταση αναπνοής.

Εκείνος, κάπου έξω από το σώμα του, πραγματοποιεί το ίδιο εγχείρημα ξανά, για χάρη μας. Ως παρατηρητής του ίδιου του του εαυτού, τού απευθύνει τον λόγο σε β΄ πρόσωπο που έχει και συμβουλευτικό, αλλά και οικείο χαρακτήρα. Υποθέτω ότι στον εαυτό μας μπορούμε όλοι μας να μιλάμε στο β΄ πρόσωπο. Μας ξέρει, τον ξέρουμε και οι συστάσεις μεταξύ μας είναι περιττές. Ή μήπως όχι;

Είναι λοιπόν πρωί άνοιξης, μιας οποιασδήποτε άνοιξης. Αν ο προσδιορισμός του χρόνου δεν μας φαίνεται επαρκής, δεν είναι κάτι που μπορεί να αλλάξει. Ίσα ίσα, η πρώτη του πληροφορία είναι ότι ο χρόνος χάθηκε. Βρισκόταν -λέει- κάπου στο κομοδίνο! Τώρα, έγινε άφαντος! Τρέχει μόνος του σε δρόμους άγνωστους, σε κατευθύνσεις απροσδιόριστες, κι έτσι ο ποιητής μας, εκτός χρόνου πια, βγαίνει στον δρόμο. Στον δικό του γνωστό δρόμο. Αυτός ο προσδιορισμός του τόπου μας φαίνεται ικανοποιητικός; Φοβάμαι πως ούτε αυτό θα μας φανεί βολικό. Τον ακολουθούμε λοιπόν, με μικρά ανασφαλή βήματα.

Έψαχνες βιαστικά στο κομοδίνο

να βρεις τον χρόνο που έχασες

η σχέση σου με το παρόν λιγόστευε.

Ο χρόνος έφευγε τρέχοντας γρήγορα

έτρεχε γρήγορα σε δρόμους άγνωστους

σε κατευθύνσεις που δεν γνώριζες.

(Το παράδοξο του ζην, σελ. 9)

 


Σκηνή 1η:

Ο ποιητής μπαίνει σε κάποιο γνωστό του κατάστημα. Δυστυχώς όμως το επιθυμητό προϊόν δεν είναι διαθέσιμο. Πληροφορείται ότι μόλις εξαντλήθηκε. Ίσως επιλέξει κάτι παραπλήσιο, ίσως περιμένει να φέρουν στο κατάστημα κάτι ανάλογο, ικανό να του καλύψει τις ανάγκες του. Κι ενώ δε δηλώνεται ποια ήταν τελικά η απόφασή του, ξαναβγαίνει στον δρόμο. Τα πάντα μοιάζουν γνωστά και συνάμα άγνωστα. Τα πάντα δείχνουν οικεία, μα και τρομακτικά. Ίσως, γιατί ο ποιητής μας κινείται έξω από τον χρόνο. Είπαμε: Ο χρόνος βρισκόταν κάπου στο κομοδίνο, όμως χάθηκε.

Τα δέντρα, όταν βγήκες από το κατάστημα,

έμοιαζαν με σκηνικό της κόλασης

ο γαλάζιος ουρανός ήταν μια απειλή

τα πουλιά που κελαηδούσαν τόσο όμορφα

νόμιζες ότι σε κοροϊδεύουν.

Τόσες χιλιάδες άνθρωποι σε κίνηση

κι ο μέσος όρος μια ακινησία.

(Το παράδοξο του ζην, σελ. 11)

Αλήθεια, ποιος είναι ο «μέσος όρος»; Τα πάντα γύρω μας μας είναι γνωστά χάρη στις πέντε αισθήσεις μας που λειτουργούν μεταφέροντας διαρκώς ερεθίσματα μέσα από ένα απίστευτα πολύπλοκο σύστημα νευρώνων στον εγκέφαλο. Αλήθεια όμως, βλέπουμε σωστά ό,τι βρίσκεται μπροστά μας; Κι έπειτα, τι πάει να πει «αλήθεια» ή «σωστά»; Ο αναγνώστης θα μπορούσε να πει: «Ο ποιητής χαρακτηρίζει σκηνή της κόλασης έναν γαλάζιο ουρανό κι αυτό δεν μπορεί παρά να είναι μια αυθαίρετη κρίση. Γιατί δεν είναι όμορφος και γαλήνιος; Κι αν τα πουλιά κελαηδούσαν πραγματικά όμορφα, γιατί θα έλεγε κανείς ότι μας κοροϊδεύουν;» Στα παραπάνω, οι λέξεις «αυθαίρετα» και «πραγματικά», νομίζω πως ανοίγουν πόρτες για να μπούμε βαθύτερα στον φιλοσοφικό στοχασμό του ποιητή: Πάντα σκεφτόμαστε αυθαίρετα. «Πραγματικό» και «αληθινό» δεν είναι παρά αυτό για το οποίο συμφωνούμε οι περισσότεροι. Έξω από τον χρόνο, σε άλλον ρυθμό, τίποτα δεν είναι γνωστό. Αλλόκοτος μοιάζει ακόμα κι ο δρόμος μπροστά από το σπίτι μας.

Σκηνή 2η:

Ο ποιητής βλέπει ένα κορίτσι που κρατά μια μεγάλη μαύρη τσάντα και πίσω της μερικοί καλοντυμένοι κύριοι που κρατούν μαύρες ομπρέλες. Θυμάται πως κι αυτός έχει κάπου να πάει, όμως να, που έχασε τον χρόνο κάπου στο κομοδίνο και τώρα κινείται σε άλλο ρυθμό. Δε νομίζω πως έχει σημασία τι ακριβώς συναντά στην πορεία του. Νομίζω πως άλλο θέλει να τονίσει: Ότι ποτέ δεν παρατηρούμε τι συμβαίνει γύρω μας. Αφήνουμε την πόλη να μας προσαρμόσει στον δικό της ρυθμό, την αφήνουμε να μας καταπιεί. Αν ξαφνικά σταθούμε, ίσως αρχίσουμε την παρατήρηση. Έχω την αίσθηση ότι ο ποιητής δεν αναφέρεται μόνο στην εξωτερική πραγματικότητα. Αναφέρεται εξίσου σε όλα αυτά που αναδύονται διαρκώς μέσα μας. Αυτός κι αν είναι περίπλοκος άγνωστος κόσμος!

Σκηνή 3η:

Ένα πράσινο φύλλο πέφτει στον ώμο του ποιητή. Η βόλτα του έχει λοιπόν διάφορα απρόοπτα. Το φύλλο δεν είναι κίτρινο, δεν είναι νεκρό. Έπειτα, δεν είναι Φθινόπωρο, αλλά Άνοιξη και δεν έχει λόγο να πέσει, έτσι καταπράσινο που είναι. Το κοιτάζει με απορία, επικεντρώνοντας την προσοχή του στην απίστευτη γεωμετρία των γραμμών του. Αλήθεια, δώσαμε ποτέ σημασία σε τόσο «μικρά κι ασήμαντα» πράγματα; Ποιος καθορίζει ποια πρέπει να αντιμετωπίζονται ως «μεγάλα και σημαντικά»; Να, λοιπόν, που ένα μικρό φύλλο μπορεί να αποτελέσει θεσπέσιο πρωτόγνωρο θέαμα.

Σκηνή 4η:

Και τότε είδες ξαφνικά πολλούς περαστικούς

να στρέφουν το κεφάλι τους στον ουρανό

και να κοιτούν ψηλά απορημένοι.

Θα είναι κάποια έκλειψη ηλίου, σκέφτηκες,

αν και δεν είχε σκοτεινιάσει ιδιαίτερα.

(Το παράδοξο του ζην, σελ. 14)

Να, λοιπόν, που εντελώς τυχαία οι διαβάτες σταματούν. Η πόλη για λίγο αλλάζει ρυθμό. Στέκεται. Ο ποιητής καταφέρνει για λίγο να συντονιστεί με τους άλλους. Η σκηνή μού φέρνει λύπη: Ούτε τον ήλιο δε νιώθουμε λοιπόν; Δεν απολαμβάνουμε τη ζέστη του και το φως του; Δεν μας τρομάζει η ολιγόλεπτη -έστω- απουσία του σε μιαν έκλειψη; Πόσο θλιβερή είναι η εικόνα των ανθρώπων που κινούνται σαν καλοκουρδισμένες άβουλες μηχανές! Μου προκαλεί λύπη το γεγονός ότι αυτοί οι άνθρωποι, στην ποίηση του Διονύση Στεργιούλα, ούτε νιώθουν ούτε συμπεριφέρονται ανθρώπινα. Λείπει η ζωντάνια, το σφρίγος, το τυχαίο χωρατό, η όρεξη για γέλιο, για ζωή.

Σκηνή 5η:

Ένα γατάκι πηγαινοέρχεται εγκλωβισμένο σε μια σχεδόν άδεια βιτρίνα ενός καταστήματος. Είναι μια εικαστική παρέμβαση ή ένα δυστυχισμένο ζώο που υποφέρει; Πολλοί στέκονται και το παρατηρούν. Κάποιοι γελούν με το αναπάντεχο θέαμα. Μια γυναίκα φωνάζει:

«Απελευθερώστε αυτό το ζώο

  αφήστε το να φύγει, μην το βασανίζετε»

  (Το παράδοξο του ζην, σελ. 15)

Τελικά, υπάρχουν ακόμη άνθρωποι με συναισθήματα, άνθρωποι που τολμούν να υψώσουν με θάρρος τη φωνή τους πάνω από το πλήθος. Ο ποιητής δεν συνεχίζει τη σκηνή, για να δούμε αν υπήρξε ανταπόκριση στο αίτημά της, αν το γατάκι ελευθερώθηκε τελικά ή όχι. Υποθέτω ότι αυτό δεν έχει σημασία. Αυτό που μετράει είναι η γενναία φωνή που διαχώρισε την άγνωστη γυναίκα από το αδιάφορο πλήθος.

Σκηνή 6η:

Μια ξαφνική νεροποντή δικαιώνει τελικά εκείνους τους άντρες που βάδιζαν στον δρόμο με ανοιχτές τις μαύρες ομπρέλες τους. Να, που οι πιο αλλόκοτοι γύρω μας, ίσως έχουν τους δικούς τους λόγους για τη συμπεριφορά που επιλέγουν. Εμείς συνηθίζουμε να τους δείχνουμε με το δάχτυλο, όμως είναι πιθανό να φαινόμαστε εξίσου παράξενοι στα δικά τους μάτια.

Σκέφτηκες πάλι τους άντρες με τις ομπρέλες

σκέφτηκες εκείνους που προνοούν

εκείνους που φροντίζουν για το μέλλον

που έχουν κάθε στιγμή ένα πρόγραμμα

σκέφτηκες πόσο τους ζηλεύεις

[…]

αλλά μόλις έκανες το πρώτο βήμα

η βροχή αμέσως σταμάτησε.

Ήταν ένα ξέσπασμα του καιρού

ήταν μια ξαφνική νεροποντή, είπες μέσα σου

ακόμα κι ο καιρός έχει ξεσπάσματα

μόνο εγώ ζω χωρίς αυξομειώσεις

η ζωή μου κυλά εντελώς μονότονα

σαν μια ευθεία σε καρδιογράφημα.

(Το παράδοξο του ζην, σελ. 16)


Εδώ έχουμε για πρώτη φορά τη λέξη «εγώ». Ο ποιητής μονολογώντας θέτει το ερώτημα αν αξίζει μια μονότονη ζωή, χωρίς εναλλαγές, χωρίς κινδύνους, χωρίς συγκινήσεις, χωρίς ξεσπάσματα. Καταλήγει στην άποψη ότι απόλυτα απαθής και ήρεμος δε σημαίνει «ασφαλής», αλλά «νεκρός».


Σκηνή 7η:

 

Μια αναπάντεχα όμορφη εικόνα τον περιμένει λίγο πιο κάτω. Σ’ αυτή την υπέροχη βόλτα τού αποκαλύπτεται ο κόσμος από την αρχή, σαν να μην τον έχει δει ξανά: Ένα σταματημένο ποδήλατο κι ένα σπουργίτι που ξεκουράζεται πάνω του. Σκέφτεται να φωτογραφίσει την όμορφη εικόνα. Τελικά, η ομορφιά είναι πάντα αναπάντεχη. Φυλακίζεται όμως; Υπάρχει τρόπος να την κλέψει κανείς και να τη διασώσει αναλλοίωτη, για να είναι κτήμα του για πάντα; Είμαι απόλυτα βέβαιος ότι τόσο ωραίες εικόνες υπήρξαν πολλές και τις προηγούμενες μέρες. Δυστυχώς, οι ομορφιές παραμένουν αθέατες είτε γιατί βιαζόμαστε πάντα σε υπερβολικό βαθμό είτε γιατί τα μάτια μας δεν είναι αρκετά εκπαιδευμένα, ώστε να τις ξεχωρίσουν και να τις απολαύσουν.


Αν κάποιος επιβαίνει σε ένα αυτοκίνητο που τρέχει με διακόσια χιλιόμετρα την ώρα, φτάνει νωρίς στον προορισμό του. Αν όμως επιβραδύνει αρκετά, προλαβαίνει να παρατηρήσει τα σύννεφα, τους λόφους στον ορίζοντα, τα πουλιά που πετούν σε σχηματισμό, τα δέντρα δεξιά κι αριστερά του δρόμου, ένα όμορφο πέτρινο σπιτάκι, τα αρνιά που βόσκουν ήρεμα, κι ένα σωρό άλλες ομορφιές. Αν μπορούσε μάλιστα να αφήσει το αυτοκίνητο και να βαδίσει στον χωραφόδρομο, θα μπορούσε να ανακαλύψει ένα σωρό μικρά και μεγάλα αθέατα θαύματα, λουλούδια με υπέροχα χρώματα κι έντομα παράξενα με διάφανα φτερά. Τα θαύματα βρίσκονται πάντα κάπου κοντά μας, όμως δε σκύβουμε να τα δούμε.


Σκηνή 8η:

 

Κόσμος μαζεύτηκε να δει το θέαμα

να δει τα στραπατσαρισμένα αυτοκίνητα

να δει τις συνέπειες της ταχύτητας

όμως εδώ, έλεγαν, φταίει μόνο ο ένας

ο άλλος βρέθηκε στον δρόμο του

φταίει ο ένας αλλά την πληρώνουν και οι δύο

«δεν είναι άδικο;» ρωτούσαν μεταξύ τους.

(Το παράδοξο του ζην, σελ. 19)

 

Ο ποιητής μάς θυμίζει ότι η ζωή είναι άδικη. Δεν τιμωρείται μόνο αυτός που ξεκίνησε το κακό, αλλά πολύ συχνά το σφάλμα του ενός παρασέρνει στην καταστροφή κι άλλους αθώους κι ανύποπτους. Μερικές φορές υποφέρουν πολλοί αθώοι κι ο πραγματικά ένοχος μένει αλώβητος. Είναι η «κακιά στιγμή», οι «αστάθμητοι παράγοντες», η «ατυχία». Διαβάζω τη λέξη «στραπατσαρισμένα» και προσπαθώ να φανταστώ τον πόνο των ανθρώπων, όταν δεν καταστρέφονται άψυχες λαμαρίνες, αλλά διαλύονται ζωές. Νομίζω πως το σημείο αυτό μας υποχρεώνει να κάνουμε μια σειρά σκέψεων: Όλοι έχουμε βιώσει μικρές ή μεγάλες απώλειες.

Σκηνή 9η:

Συναντά τον ποιητή μας ένας παλιός συνάδελφός του, ο οποίος αναπολεί τα παλιά. Τώρα, λέει, δεν έχουν εξουσία πάνω του τα ρολόγια. Πάντως, ήταν ωραίες οι εποχές τότε που κι αυτός υπάκουε σε ένα γνωστό πρόγραμμα.

Πάει κι αυτό, σκέφτηκες μόλις τον αποχαιρέτησες,

πολύ παράξενος σήμερα αυτός ο δρόμος

σαν να διαβάζω ένα βιβλίο περιπέτειας

[…]

Μάλλον θα πρέπει να κρατήσω σημειώσεις

ίσως στο μέλλον γράψω ένα ποίημα

για όλα αυτά που συμβαίνουν

για τα κρυμμένα μυστικά κάθε αποκάλυψης

για το παράδοξο του ζην.

[…]

Ποιος θα διαβάσει μια ιστορία χωρίς πλοκή

μια ιστορία χωρίς δάκρυα και συναίσθημα

για έναν άνθρωπο που περπατά

για έναν συνηθισμένο άνθρωπο που περπατά

σ’ έναν συνηθισμένο δρόμο

(Το παράδοξο του ζην, σελ.21)


Παρατηρώ στο σημείο αυτό, ότι ο πρωταγωνιστής μας, ο άνθρωπος που βαδίζει στον δρόμο, δεν κάνει κάποια προσπάθεια να περιγράψει τον παλιό του συνάδελφο. Πρόκειται για πρόσωπο-σκιά που έρχεται και φεύγει αθόρυβα. Λέει ό,τι είναι να πει και χάνεται σαν να τον καταπίνει το πλήθος ή ο ίδιος ο δρόμος. Σαν να μην έχει σάρκα και οστά. Επιπλέον, ο πρωταγωνιστής μας δεν εκφράζει κάποιο συναίσθημα. Άραγε, χάρηκε που τον συνάντησε μετά από καιρό; Ήρθαν στο μυαλό του ξεχασμένες αναμνήσεις από την παλιά τους συνεργασία; Μήπως του είναι δυσάρεστη η παρουσία του παλιού του συναδέλφου; Το παράδοξο είναι ότι ο πρωταγωνιστής μας δεν ένιωσε το παραμικρό. Άκουσε τα λόγια του άλλου απόλυτα αδιάφορα, σαν τίποτα να μην έγινε. Σα να μη βρέθηκε ποτέ απέναντί του. Είναι τελικά, τρομακτικός αυτός το δρόμος! Είναι απίστευτα ρηχές οι σχέσεις των ανθρώπων που κινούνται σαν φαντάσματα στο φως του ήλιου.

Κάπου εδώ θα μπορούσε να τελειώσει αυτός ο ποιητικός περίπατος. Άλλωστε, ο ίδιος ο ποιητής τονίζει πως σ’ αυτό το ποιητικό αφήγημα δεν υπάρχει αρχή, μέση και τέλος. Δεν υπάρχει πλοκή που να ακολουθεί κάποιο σχέδιο και -θεωρητικά τουλάχιστον- θα μπορούσε να διαρκεί επ’ άπειρον. Τα κρυμμένα μυστικά που αποκαλύπτονται, καταδεικνύουν το παράδοξο του ζην, λέει ο ποιητής μας, όμως «το ζην» χαρακτηρίζεται από μια απερίγραπτη ελαφρότητα. Δεν υπάρχουν σ’ αυτό το έργο μεταφυσικές ανησυχίες. Απουσιάζει επίσης η αγωνία απέναντι στον θάνατο. Σαν να είναι η ζωή ένα αχανές πεδίο δράσης, ένα απίστευτα μεγάλο θέατρο, στο οποίο ο καθένας μας είναι ταυτόχρονα θεατής κι ηθοποιός, στον βαθμό που επιθυμεί: Αν δεν αρέσει σε κάποιον η δράση, αρκείται στον ρόλο του παθητικού παρατηρητή, του κομπάρσου, που απλώς γεμίζει το πλάνο με την παρουσία του. Ακόμα κι έτσι όμως, είναι, έστω κι έμμεσα, μέρος της δράσης με την ευρύτερη έννοια του όρου, αφού παραμένει μέλος του τεράστιου θιάσου. Αυτό το θέατρο δεν τελειώνει ποτέ. Αυτή η παράσταση δεν ξέρω αν έχει διδακτικό χαρακτήρα. Τι νόημα έχει η ίδια η ζωή, τι αξία έχουν όλα όσα μπορεί να μας διδάξει, αν το νήμα της κόβεται απότομα κι απομένουμε στο απόλυτο κι αιώνιο σκοτάδι της ανυπαρξίας; Δεν είναι θλιβερό να καταλήγει η τόσο ακριβά αγορασμένη γνώση μας, η τόσο σκληρά αποκτημένη σοφία μας στο απόλυτο τίποτα;


Καθώς προχωρούσες στον μικρό δρόμο

ο μικρός δρόμος μεγάλωνε έγινε λεωφόρος

έγινε αχανής έκταση του μεσημεριού

δεν ήταν πια δρόμος αλλά η ίδια η πόλη.

Άκουγες ήχους που σε περικύκλωναν.

Ήταν ανθρώπινες φωνές και ήχοι μηχανών

μιας πόλης που ποτέ δεν ηρεμεί

έμοιαζαν όμως με τους ήχους της βροχής

με παφλασμούς κυμάτων στην ακτή

με καταρράκτη που κυλά ορμητικά

με θρόισμα των φύλλων ενός δάσους.

(Το παράδοξο του ζην, σελ. 22)

[…]

Έμοιαζαν με κατασκευασμένο σκηνικό

με στούντιο της εταιρίας Γιουνιβέρσαλ.

Ένιωθες ότι μια ολόκληρη ανθρωπότητα

κρύβεται μέσα στο μυαλό σου

και γύρω σου ένα σύμπαν ανεξήγητο.

(Το παράδοξο του ζην, σελ. 23)


Σκηνή 10η:


Το ίδιο κορίτσι, (αυτό που εμφανίστηκε στη 2η σκηνή), εμφανίζεται ξανά με τσάντα κόκκινη. Πίσω της σε κάποια απόσταση, ακολουθούν οι ίδιοι καλοντυμένοι κύριοι, μόνο που τώρα κρατούν κι αυτοί κόκκινες ομπρέλες. Άρα, ακόμα και στο τυχαίο, υπάρχει μια κανονικότητα, μια αναλογία. Έτσι η ζωή είναι αρκετά προβλέψιμη. Για να μην προκληθεί σύγχυση στους αναγνώστες, εννοώ ότι η κοπέλα θα μπορούσε άνετα να παρουσιαστεί με τσάντα κίτρινη, αρκεί πίσω της οι καλοντυμένοι κύριοι να εμφανίζονταν κρατώντας επίσης κίτρινες ομπρέλες. Παρόλα αυτά, ο ποιητής μας απορρίπτει την αναλογία ως «μη πραγματική». Επειδή είναι αδύνατον να ορίσουμε τι είναι «πραγματικό» και τι «μη πραγματικό», αφήνω ασχολίαστη αυτή τη θέση.

Σκηνή 11η:

Στίχοι-γρίφοι αναδύονται στη συνείδηση του ποιητή κι αναρωτιέται μιλώντας δυνατά στον ίδιο του τον εαυτό πώς γίνεται τα ξεχασμένα να επανέρχονται και κυρίως πώς εξηγείται να μας πολεμάει ο ίδιος μας ο εαυτός. Αυτή η επίθεση πώς ερμηνεύεται και σε τι αποσκοπεί; Και να, μπροστά του ένα δέντρο όμορφο και μεγάλο με πλούσιο φύλλωμα, με κορμό ψηλό και δυνατό. Πού ρίζωσε; Πού χώθηκαν οι ρίζες του, αφού κάτω από τα τσιμέντα υπάρχουν υπόγεια, καλώδια, υπόνομοι και στοές; Πώς επιβίωσε; Αν ο άνθρωπος ριζώνει στον τόπο του και λέει πως εκεί ανήκει, πού βρήκε χώμα και νερό σε τόσο δύσκολα χρόνια;

Κοίταξες τους περαστικούς

κοίταξες τα θλιμμένα πρόσωπά τους

σου φάνηκαν θολά χωρίς περίγραμμα

κοίταξες στον καθρέπτη μιας βιτρίνας

κοίταξες το δικό σου πρόσωπο

ήταν κι αυτό θολό, χωρίς περίγραμμα.

[…]

Αν ήξερες πως μια γνωστή διαδρομή

μπορεί να γίνει επικίνδυνο ταξίδι

θα έμενες όλη τη μέρα σπίτι

και θα απέφευγες με τρόπο έξυπνο

τις τρικυμίες του οδοστρώματος.

Πώς γίνεται να μην είχες προσέξει

πως κάθε οικεία θάλασσα

έχει αβυθομέτρητα σημεία

πως κάθε χάρτης του ουρανού

έχει αχαρτογράφητες πορείες

πως δεν γνωρίζουμε ούτε καν

τα βήματά μας πού μας πάνε;

(Το παράδοξο του ζην, σελ. 31)


Αντί επιλόγου:

 

Μια από τις μεγαλύτερες αρετές αυτού του ξεχωριστού έργου είναι η φαινομενική του απλότητα: Ο ποιητής Διονύσης Στεργιούλας χρησιμοποιεί ανεπιτήδευτη γλώσσα, με πολύ απλές και καθημερινές λέξεις και το ύφος του είναι πεζολογικό. Εδώ δεν έχουμε έναν συνηθισμένο φιλοσοφημένο ποιητικό λόγο, αλλά πολύ περισσότερο, μια εκλαϊκευμένη φιλοσοφία ζωής μέσα από στίχους. «Το παράδοξο του ζην» είναι ένα μακροσκελές αφηγηματικό ποίημα που εκτείνεται σε είκοσι δύο (22) τυπωμένες σελίδες. Η προσπάθειά μου να το χωρίσω σε σκηνές αποσκοπεί στην καλύτερη κατανόηση της δομής του. Παρ’ όλα αυτά, ο ίδιος ο ποιητής γράφει συνεχόμενα, χωρίς να διακρίνει ενότητες. Το εντυπωσιακό είναι ότι θα μπορούσε ο ποιητής να αφαιρέσει ή να προσθέσει μερικές σελίδες, χωρίς να αλλοιώσει τον χαρακτήρα του έργου, γιατί δεν υπάρχει αρχή μέση και τέλος, αλλά μια αέναη κυκλική κίνηση. Έχω μάλιστα την άποψη ότι ο αναγνώστης «προσθέτει» με τη δική του φαντασία τις δικές του σκηνές, γιατί εύκολα ταυτίζεται με τον πρωταγωνιστή, με τον άνθρωπο που βαδίζει και παρατηρεί την αχαρτογράφητη κι αβυθομέτρητη «θάλασσα» της ρέουσας πραγματικότητας. 

 

Σε αυτή τη «θάλασσα» χαίρεται κανείς τα ρηχά καθαρά νερά και τα όμορφα βοτσαλάκια, κι έπειτα, τελείως απροσδόκητα, παραδίνεται ξανά στ’ αφρισμένα κύματα. Τελούμε σε κατάσταση μόνιμης σύγχυσης, λέει ο ποιητής, κι είμαστε απόλυτα ανίκανοι να μάθουμε από τα λάθη μας. Αγνοούμε ακόμα και τα πιο βασικά: Πώς μοιάζει ο δρόμος έξω από το σπίτι μας, πώς είναι η γειτονιά μας κι ας διανύουμε αυτές τις αποστάσεις διαρκώς, χρόνια και χρόνια. Όλη μας τη ζωή κινούμαστε σ’ αυτούς τους ίδιους δρόμους. Πιο πέρα, σ’ άλλες γειτονιές, σε άλλες πόλεις, σε άλλες χώρες, σε άλλες ηπείρους, πόσες χιλιάδες χιλιάδων θαύματα, μικρά και μεγάλα συντελούνται αθέατα; Το «ζην» τελικά, δεν είναι παρά ένα πολύ γρήγορο πέρασμα, μια πολύ σύντομη βόλτα, σ’ έναν τυχαίο δρόμο, ένα τυχαίο πρωί, μιας οποιασδήποτε άνοιξης.

Δημήτρης Παπακωνσταντίνου

[Δημοσίευση στο περιοδικό Περί ου, 18.9.2021]