Eκατόν τριάντα δύο ποιήματα, κατά κανόνα δίστιχα ή ολιγόστιχα, ως αυτοτελή θραύσματα ενός συνθετικού έργου με θέμα τον λόγο, τη γραφή, την ποίηση, τις λέξεις. Η προσπάθεια να μιλήσει κανείς με λέξεις για τις λέξεις, άλλοτε συναντά εκφραστικά εμπόδια και άλλοτε αναδεικνύει κρυμ-μένες ή άγνωστες διαστάσεις και δυνατότητές τους, που σχετίζονται άμεσα με το ανθρώπινο εσωτερικό τοπίο αλλά και με την ίδια την ανθρώπινη φύση. Το θαύμα της γραφής είναι δύσκολο να περιγραφεί με λέξεις, αφού το θαύμα είναι οι ίδιες οι λέξεις.
Τρίτη 29 Απριλίου 2025
Ακραία λεκτικά φαινόμενα
Eκατόν τριάντα δύο ποιήματα, κατά κανόνα δίστιχα ή ολιγόστιχα, ως αυτοτελή θραύσματα ενός συνθετικού έργου με θέμα τον λόγο, τη γραφή, την ποίηση, τις λέξεις. Η προσπάθεια να μιλήσει κανείς με λέξεις για τις λέξεις, άλλοτε συναντά εκφραστικά εμπόδια και άλλοτε αναδεικνύει κρυμ-μένες ή άγνωστες διαστάσεις και δυνατότητές τους, που σχετίζονται άμεσα με το ανθρώπινο εσωτερικό τοπίο αλλά και με την ίδια την ανθρώπινη φύση. Το θαύμα της γραφής είναι δύσκολο να περιγραφεί με λέξεις, αφού το θαύμα είναι οι ίδιες οι λέξεις.
Τρίτη 30 Απριλίου 2024
Ποίηση κρυφά αισιόδοξη*
[Κείμενο του συγγραφέα Ιγνάτη Χουβαρδά με αφορμή την ποιητική συλλογή του Διονύση Στεργιούλα Το πιο ωραίο τοπίο (εκδ. Νησίδες).]
Στην σχετικά πρόσφατη ποιητική συλλογή του Διονύση Στεργιούλα με τίτλο Το πιο ωραίο τοπίο (εκδ. Νησίδες), διαβάζω ποιήματα άμεσα κατανοητά και ταυτόχρονα βαθυστόχαστα, που μου δίνουν την αίσθηση ότι έχω επισκεφτεί ένα αρχαίο μαντείο. Η φιλοσοφική τους χροιά συνταιριασμένη με μια καθαρότητα ευφυΐας, συνάπτουν αναντίρρητα έναν οδηγό πλεύσης. Ο Διονύσης Στεργιούλας είναι μια ιδιαίτερη περίπτωση.
Κυρίως είναι ένα αέρινο πνεύμα, που αγγίζει το περιβάλλον και το αποκαλύπτει στο βάθος του. Με ισχυρές καταβολές από την παράδοση της Θεσσαλονίκης, την οποία μελετά ενδελεχώς, αγγίζει τα πράγματα και τα αποκαλύπτει, με μια διάθεση να μιλήσει για το μέλλον. Σε κάθε λογοτεχνική του απόπειρα είναι πρωτότυπος. Η πρωτοτυπία δεν οφείλεται σε κάποιο στοιχείο πρόκλησης. Είναι το πνεύμα που κυριαρχεί. Αυτό πρωτοτυπεί. Η σκέψη του ανοίγει μονοπάτια κι αφού πάρεις τον χρησμό από το μαντείο ή από τον περιφερόμενο μάντη, μετά ακολουθείς τον δρόμο σου.
Δεν είναι δύσκολος στη γλώσσα ούτε μεταμοντέρνος. Είναι μάλλον ένας ποιητής του σονέτου, σε ελεύθερη διασκευή, περισσότερο αφηγηματική, χωρίς ομοιοκαταληξία και κανόνες, με έκταση ανάλογη με το θέμα. Η παρατήρηση αυτή μπορεί να είναι αυθαίρετη, αλλά διακρίνω μια υπόκωφη μελωδία στα ποιήματα και μια τάση να αποδοθούν με τρυφερότητα και ηδύτητα τα νοήματα. Ένα σονέτο, με κριτήριο τον αραχνοΰφαντο ψυχισμό, που χρησιμοποιεί στη φόδρα του τα νήματα του Καβάφη. Μια διασταύρωση (σονέτο-Καβάφης) περίεργη κι ελκυστική. Ο ποιητής με απλότητα αγγίζει τις έννοιες, τις καθαγιάζει, ελέγχοντας τις διαφορετικές μεταβλητές τους. Εκείνο που επιπλέον γλυκαίνει τα κείμενα είναι η καλειδοσκοπική ματιά του, πάντα εύστοχη, ποτέ δυσνόητη, κι όμως αποκαλυπτική και πρωτόφαντη.
Οι χρησμοί του μαντείου είναι πάντα αμφιλεγόμενοι, όχι για να σε μπερδέψουν, αλλά για να σου υποδείξουν την πολλαπλότητα της ζωής. Ο Στεργιούλας συχνά ανατρέχει στο αρχαίο παρελθόν, μεταφέρει ιστορίες, τις αναγάγει με έναν πλάγιο τρόπο στο παρόν. Υπάρχει ένα συνταίριασμα της σχολής της Θεσσαλονίκης με την καβαφική ιδιοσυγκρασία. Ο δρόμος αυτού του ποιητή και στοχαστή είναι ηθελημένα μοναχικός, όχι με την έννοια της κοινωνικής απομόνωσης, αλλά με τον τρόπο που δρομολογεί τη λογοτεχνική του πορεία. Σχεδιάζει με τη δική του αισθητική τα βιβλία, πολλές φορές με δικά του σχέδια, με μια ιδιαίτερη επιμέλεια στην ποιότητα της έκδοσης, αξιοποιώντας τη μύησή του σε λογοτέχνες και καλλιτέχνες από την εποχή του Κοχλία και της Διαγωνίου. Ο αστρολάβος που χρησιμοποιεί για να πλέει στη θάλασσα των νοημάτων, είναι καθαρά προσωπικός, απόρροια των δικών του εμμονών γύρω από κείμενα και λογοτέχνες.
Χρήσιμη θεωρώ μια μικρή αναδρομή σε βιβλία του Διονύση Στεργιούλα των τελευταίων ετών: Η μελέτη Ο Καβάφης και η υποδοχή του έργου του (εκδ. Νησίδες), ενδεικτική εν μέρει του προσανατολισμού του Στεργιούλα, σε επίπεδο δομής και σκηνοθεσίας, στον τρόπο εκφοράς της δικής του ποιητικής. Στο δοκίμιο Ο Φραντς Κάφκα και η Μοσχούλα (εκδ. Νησίδες), επιχειρεί μια απροσδόκητη σύγκριση της Μοσχούλας του Παπαδιαμάντη από το διήγημα «Όνειρο στο κύμα» με το έργο του Κάφκα.
Ο στόχος είναι η αναζήτηση γύρω από τα βαθύτερα μυστικά του ψυχισμού της λογοτεχνίας. Για τον Στεργιούλα η λογοτεχνία συνάδει με την ελευθερία να κάνεις, με αφορμή ένα κείμενο, τις δικές σου επιλογές και συγκρίσεις, προκειμένου να καταλήξεις και να καταστήσεις ξεκάθαρη τη δική σου οπτική. Υποψιάζομαι πως εδώ υπάρχει η συνοδοιπορία κειμένου και αναγνώστη, καθώς το κείμενο ξεφεύγει από την απλή μετάδοση του νοήματος και γίνεται μια ζωντανή ύλη, κυοφορούμενη, απόλυτα χωνεμένη από τον δοκιμιογράφο, με στόχο την αναζήτηση μιας προσωπικής ταυτότητας.
|
|
Δηλαδή το κείμενο που διαβάζουμε και μας αρέσει (Παπαδιαμάντης, Κάφκα) δεν είναι πεπερασμένο και συντελεσμένο, είναι ζωντανό, μοιάζει με σκυτάλη που την παραλαμβάνεις και τη χρησιμοποιείς στον δικό σου ορίζοντα. Μια συλλογή ποιημάτων με τίτλο Καθόλου ποιήματα (εκδ. Νησίδες), τα οποία, αποκηρύσσοντας την ιδιότητά τους, αυτονομούνται σε ένα δικό τους ποιητικό κλίμα, με καλή ενορχήστρωση των συστατικών τους - κι έτσι αποκτούν την ιδιότητα του αταλάντευτου θέσφατου. Ποιητικό είναι και το βιβλίο Το παράδοξο του ζην (εκδ. Νησίδες), εξίσου πρωτότυπο στην απλότητά του. Είναι μια περιπλάνηση στη διάρκεια μιας μέρας στην πόλη κι ο διαφορετικός τρόπος πρόσληψης του περιβάλλοντος.
Μου θύμισε ένα ποίημα του Ευγένιου Αρανίτση με τον τίτλο «Η θάλασσα», στον τρόπο της γραφής του. Επίσης ο θεατρικός μονόλογος Στο ίδιο δωμάτιο (εκδ. Νησίδες), όπου μιλάει και πρωταγωνιστεί η Ανθούλα Σταθοπούλου, πρώτη σύζυγος του ποιητή Γιώργου Βαφόπουλου, ποιήτρια και η ίδια. Θα έλεγε κανείς πως εδώ ο δημιουργός υποκύπτει στη φιλολογική του κλίση, γράφοντας ένα παλιομοδίτικο βιβλίο. Ίσως εδώ φαίνεται πιο καθαρά η ιδιαιτερότητα του Στεργιούλα, πρωτοτυπεί μέσα από κάτι που θυμίζει παραφυάδα μιας φιλολογικής ενασχόλησης, δίνει ζωή σε μια ηρωίδα του πρόσφατου παρελθόντος, με σύντομη και δύσκολη ζωή, και την ίδια στιγμή αποδίδει με ζωντάνια τη σύγχρονη πραγματικότητα. Ο Στεργιούλας έχει τις δικές του αναφορές, τις οποίες εκμεταλλεύεται γόνιμα, προκειμένου να μας φέρει στα περίχωρα μιας προσωπικής κοσμοθεωρίας. Τέλος ένα διήγημά του σε ιδιωτική έκδοση, με τίτλο Χριστούγεννα στο υπόγειο (2021). Κι εδώ το πνεύμα χρωματίζει γλυκά τον χώρο, τον αποκωδικοποιεί με ένα υποδόριο χιούμορ, τον αποδίδει εξαγνισμένο, με μια χροιά αποκάλυψης.
Ποιος όμως είναι ο κόσμος του Διονύση Στεργιούλα; Είναι ένας συνειρμός ερεθισμάτων από το εξωτερικό περιβάλλον, σε απόλυτη αντιστοιχία όχι μόνο με τον χρόνο (παρελθόν- παρόν), αλλά και με το ζιζάνιο μιας σκέψης που αναζητά την καθαρότητα των μορφών και των πραγμάτων. Στην περίπτωσή του η καθαρότητα αυτή, ή η διαφάνεια, ή η διαύγεια, όλα αυτά έχουν να κάνουν με μια αναγωγή σε μια κατάσταση πραγματικότητας που είναι εύφορη. Όπως ένα ανοιξιάτικο δάσος. Όπως μια πόλη με χρώματα.
Όπως μια έλξη όπου η σάρκα προϋποθέτει τη γλυκύτητα μιας αναζωογόνησης, με τα υλικά της παιδικής ηλικίας. Αυτή η κατάσταση δεν αναφέρεται με ευθύ τρόπο, υποδηλώνεται, κινείται στο παρασκήνιο των λέξεων. Είναι η τεχνική του πλάγιου φωτισμού, όπου το νόημα αποκαλύπτεται την ίδια στιγμή που εντέχνως κρύβεται.
Ας επιστρέψουμε στην τελευταία του συλλογή με τίτλο Το πιο ωραίο τοπίο. Μοιάζει να είναι συνέχεια του άλλου βιβλίου, με τίτλο Καθόλου ποιήματα. Πρόκειται κι εδώ για μια συλλογή ποιημάτων με έντονη φιλοσοφική χροιά, που άπτονται της υπαρξιακής αναζήτησης. Είτε έχουμε το παρελθόν είτε το παρόν, κάθε στοιχείο είναι μια ζωντανή ύλη που αναπλάθεται, με προορισμό την καλύτερη διαχείριση του μέλλοντος. Σε ένα ποίημα με τον τίτλο «Να μην είσαι» γράφει:
Το
θέμα είναι να μην είσαι ο εαυτός σου.
Αν
είσαι ο εαυτός σου όλα κυλούν μονότονα
το
αύριο μοιάζει πάντα με το χτες
καμία
έκπληξη δεν σου χτυπά την πόρτα.
Πρέπει
κατά καιρούς ν’ αλλάξεις ρόλους
να
αμφισβητείς τις πράξεις και τα λόγια
σου
να μοιράζεσαι με τους εχθρούς σου
ό, τι έχεις
και να συμφωνείς με όσα σου
καταλογίζουν.
Ύστερα να κάνεις μια
μεγάλη βόλτα
να περιφέρεσαι έξω από
το σώμα σου
και καθόλου να μην
ανησυχείς
βλέποντάς σε να απομακρύνεσαι.
Στο απόσπασμα του παραπάνω ποιήματος, έχουμε την αντιστροφή της κοινής λογικής. Για να ανακαλύψουμε τον αληθινό εαυτό μας, ας κάνουμε μια ανάποδη κίνηση, όπως έχει υποδείξει κι ο ιταλός πεζογράφος Αντόνιο Ταμπούκι. Με το κόλπο αυτό αποδεσμεύεσαι από τις αλυσίδες του εαυτού σου, γίνεσαι λιγότερο ευάλωτος, παύεις να είσαι θήραμα που το διαχειρίζονται οι άλλοι, γίνεσαι ένας ευέλικτος παίκτης που κατευθύνει την παρατήρηση και τη σκέψη με καθαρά προσωπικούς όρους, επιζητώντας εκείνη τη μεθυστική πνοή που γαργαλάει το αίμα, μια στιγμή ελάχιστη αλλά καθοριστική, αποκαλυπτική ίσως μιας λέξης που δεν τη γνωρίζουμε και την ανακαλύπτουμε, στρεφόμενοι ολοένα περισσότερο προς τον ομφάλιο λώρο τόπου και χρόνου. Μια λέξη κλειδί της προσωπικής ευτυχίας. Πέρα από την αντικειμενική λογική λοιπόν, υπάρχει μια δεύτερη λογική, εξίσου πειστική, λίγο αιρετική κι εξαιρετικά διεισδυτική.
Ένα απόσπασμα από ένα άλλο ποίημα, με τίτλο «Μιλάμε για τη βροχή»:
Μιλάμε
για τη βροχή
Αλλά ποιος ξέρει να μου
πει
τι πράγμα είναι η βροχή;
Είναι
το βρεγμένο χαρτί στο μπαλκόνι
οι
σταγόνες πάνω στο τζάμι
το ρυάκι στην
άκρη του δρόμου;
Είναι τα στάχυα που
μεγαλώνουν
τα υπόγεια ύδατα και τα
υδραγωγεία
η μουσική πάνω στη στέγη;
Εδώ, ίσως και ασυνείδητα, αναβλύζει ένα άρωμα ιαπωνικής σκέψης, μια τεχνική ζεν, μια αναζήτηση γαλήνης που ταυτόχρονα είναι έκσταση (σατόρι).
Τρεις στίχοι επίσης, από το ποίημα «Κάτι έλειπε», που θα μπορούσαν μονίμως να σε ακολουθούν, και να σε ενθαρρύνουν για να γράψεις ένα μυθιστόρημα περιδιάβασης: «Κι ωστόσο κάτι έλειπε απ’ το ωραίο τοπίο/ήταν ο χρόνος που είχε γίνει αόρατος/ήταν η μόνιμη απουσία του από την εικόνα».
Νομίζω πως τα ποιήματα του Διονύση Στεργιούλα είναι κρυφά αισιόδοξα, σε στρέφουν προς το θαύμα της ζωής, υποδεικνύοντας έναν διαφορετικό τρόπο οπτικής και σκέψης. Και πάνω από όλα διαθέτουν μια φρεσκάδα. Αναγνωρίζω πέρα από τον Καβάφη, την επιρροή του Νίκου Γαβριήλ Πεντζίκη και του κύκλου του. Ο Διονύσης Στεργιούλας είναι γέννημα μιας τέτοιας συγχορδίας, την οποία έχει πλήρως αφομοιώσει.
Τα ποιήματα, ακόμα κι εκείνα της πόλης, αποπνέουν ένα άρωμα μεσογειακής φύσης. Μιας φύσης όπου τα πένθιμα φεγγρίσματα απαλείφονται σταδιακά από την ίριδα που χαϊδεύει τα δέντρα, τα λουλούδια, τη θάλασσα, την πόλη. Και κυρίως είναι ψηφίδες κατευθυντήριες, προς μια ζωή, όχι ιδεατή και ουτοπική, αλλά από την άλλη μια ζωή που φέρνει το πνεύμα δίπλα στο σώμα, και τα οδηγεί σε μια μέθεξη μικρής ευτυχίας, την οποία οφείλουμε να ανακαλύψουμε, ο καθένας για τους δικούς του λόγους.
Ιγνάτης Χουβαρδάς
[*Το κείμενο δημοσιεύθηκε στην ιστοσελίδα Bookpress, 3.3.2024]
Πέμπτη 29 Φεβρουαρίου 2024
Κριτικό σημείωμα της Διώνης Δημητριάδου
Μια προσπάθεια να ξετυλίξει το αρχαίο κουβάρι συνιστά η νέα ποιητική συλλογή του Διονύση Στεργιούλα (Το πιο ωραίο τοπίο, Νησίδες, 2023). Κι αν δεν μπορεί η ποίηση να το πετύχει αυτό, τότε ποια άλλη δύναμη; Τριάντα τρία ποιήματα, ίδιου ύφους, διαφορετικού όμως βάρους, καθώς κάποια απηχούν πιο προσωπικούς δρόμους, ενώ άλλα συνταιριάζουν με τη μακρά ιστορία του κόσμου – μια ελπίδα εξισορρόπησης της πορείας του ανθρώπου μέσα στον διαρκώς εξελισσόμενο περιβάλλοντα χώρο. Συμβολικές οι λέξεις «Μεσαίωνας» και «Αναγέννηση», δεν αφορούν μόνο τη διαφορετικότητα στις ιστορικές περιόδους, αλλά μια ευρύτερη θεώρηση σκότους και φωτός, με την επίγνωση πως πρόκειται για μια συνθήκη διαρκούς εναλλαγής. Τι, άραγε, βρίσκεται μπροστά μας ως επόμενη κατάσταση, αλλά και ποια η δική μας (αν υπάρχει) παρέμβαση; Οι έννοιες «ελευθερία», «επανάσταση» απασχολούν τον ποιητή, χωρίς όμως να φέρουν μέσα τους την ελπίδα: Ένας ελεύθερος άνθρωπος επαναστάτησε / χωρίς κανείς να ξέρει τον λόγο / χωρίς κανείς να ξέρει αν υπήρχε λόγος («Ένας ελεύθερος άνθρωπος»), περισσότερο να υποδηλώνουν το αδιέξοδο ή τη ματαιότητα της αντίδρασης σε όσα τελούνται γύρω μας χωρίς εμάς. Ο ποιητής συχνά απευθύνεται σε δεύτερο πρόσωπο, σε βουβό ακροατή, εν είδει συμβουλής, παρατηρώντας ίσως αθέατες για τους πολλούς τραγικές εξελίξεις – η παρατήρηση και η επισήμανση χαρακτηρίζουν άλλωστε τον σοβαρό ποιητικό λόγο. Αλλά και ένας φιλοσοφικός στοχασμός, δοσμένος με εύστοχο συμβολισμό, βρίσκεται εδώ για να υπενθυμίζει τον περιορισμό (ή και την ανυπαρξία) των ελεύθερων κινήσεων: Δεν γίνεται να μην πληρώσεις / προσπάθησαν πολλοί πριν από εσένα / ένα ψυχρό νεύμα του σκηνοθέτη / το μόνο που κατάφεραν. («Πληρώνεις πάντα») Η αίσθηση της μοναχικής πορείας έκδηλη παντού, όσο ο ποιητής αναζητεί τα «ίχνη» τα δικά του (ως προσωπική αλλά και συλλογική συνείδηση), όσο η ποίηση λειτουργεί ως μέσον έκφρασης και επικοινωνίας. Το πιο σημαντικό, η επίγνωση των ορίων, ακόμη και για τη διεισδυτική ματιά της ποίησης: το μέλλον είναι πάντα άδηλο / ούτε η συνέχεια δεν γνωρίζει τη συνέχεια / και το γνωρίζουν μέχρι και οι θεοί / ότι το πότε είναι αστάθμητος παράγοντας / ακόμη κι αν το πώς είναι ήδη ορατό. («Κάτι έλειπε»)
Διώνη Δημητριάδου
[περιοδικό Οδός Πανός, τχ. 199, Νοέμβριος-Δεκέμβριος 2023, σ. 120]
Σάββατο 30 Σεπτεμβρίου 2023
«Τοπίον, το της επαγγελίας»*
Ερευνώντας «Το πιο ωραίο τοπίο» στο ομώνυμο βιβλίο του Διονύση Στεργιούλα
1. Eισαγωγή:
«Έλα να σου δείξω το πιο όμορφο τοπίο», υπόσχεται ο ποιητής Διονύσης Στεργιούλας, όμως ο αναγνώστης στέκεται αμήχανος μπροστά στο ολόμαυρο εξώφυλλο του βιβλίου. Τα λευκά κεφαλαία γράμματα του τίτλου δεν είναι ικανά να σώσουν την κατάσταση. Θα έλεγα μάλιστα, πως υπογραμμίζουν με τον πιο έντονο τρόπο την κυριαρχία του μαύρου. Μα πού είναι το τοπίο, χωρίς ούτε καν μια εισαγωγική εικόνα; Έπειτα ο αναγνώστης φέρνει στον νου κι άλλο κατάμαυρο εξώφυλλο του ποιητή (ΚΑΘΟΛΟΥ ΠΟΙΗΜΑΤΑ, εκδόσεις Νησίδες, 2019), κι αποδίδοντας τη χρωματική επιλογή στην αισθητική και το προσωπικό στυλ του δημιουργού, προχωρά στα ενδότερα. Αυτό που τον περιμένει είναι μια ποίηση άκρως φιλοσοφημένη, όμως φαινομενικά πολύ απλή. Όπως έγραφα και πιο παλιά, αυτή η φαινομενική απλότητα, είναι τελικά το πιο δυνατό στοιχείο της ποίησης του Διονύση Στεργιούλα.
2. Αδιάκοπη ροή του χρόνου:
Περισσότερα από τα μισά ποιήματα του βιβλίου αναφέρονται άμεσα ή έμμεσα στον χρόνο που περνά και καταλύει τα πάντα: Σύμφωνα με τον ποιητή μας, ούτε «Νέα Εποχή» υπάρχει, ούτε «Αρχαιότητα», ούτε «Μεσαίωνας». Τα πάντα εξαρτώνται από το χρονικό σημείο που επιλέχθηκε ως σημείο αναφοράς ή ως «οπτική γωνία παρατήρησης». Επειδή τα πάντα ρέουν και τίποτα δε μένει σταθερό και καθώς τα πάντα είναι σχετικά κι όχι απόλυτα, είναι σημαντικό να καταλάβουμε πως οι πρόγονοί μας οργάνωναν τη ζωή τους και σχεδίαζαν το δικό τους μέλλον, χωρίς να βάζουν στον νου τους πως θα ερχόμασταν εμείς αργότερα να ονομάσουμε την εποχή τους «αρχαίο κόσμο».
Ο ποιητής ισχυρίζεται πως οι θηρευτές προηγούνται των θηραμάτων. Μάλιστα, τα θηράματα δημιουργήθηκαν πιο μετά, για χάρη των θηρευτών. Επίσης, το χορτάρι δημιουργήθηκε για να έχουν να τρων τα φυτοφάγα θηράματα. Για να έχει χώρο και τρόπο ανάπτυξης το χορτάρι, δημιουργήθηκαν αντίστοιχα για χάρη του, το χώμα και το νερό. Πρόκειται για μια ιδιαίτερη, αλλά πολύ ενδιαφέρουσα οντολογική-υπαρξιακή προσέγγιση της ζωής, καθώς ο ποιητής τονίζει με έμφαση πως σκοπός κι αιτία ταυτίζονται, ή αλλιώς, ότι η ανάγκη γεννάει τα όντα: Πρόκειται για την ανάγκη να καλυφθούν πολύ συγκεκριμένα κενά στην αλυσίδα της δημιουργίας. Αν μπορούσαμε να σταθούμε κάπου έξω από τον χρόνο, χωρίς να έχει πια σημασία, ούτε το «πριν», ούτε το «μετά», αυτή η φιλοσοφική ματιά του ποιητή θα έδειχνε εξαιρετικά ελκυστική.
Σκέψεις αρχαίου ποιητή
Για την αλήθεια δε γνωρίζω τίποτα
μα έχω μάθει να παρατηρώ:
Τα φύλλα πέφτουνε στη γη
το δέντρο τρέφεται απ’ τη γη
και είναι πάντοτε το ίδιο φύλλο
και είναι πάντοτε το ίδιο δέντρο.
Και οι νεκρές ιδέες ξαναζούν
στις τωρινές νέες ιδέες σου
και σε όλα εκείνα που ακόμη
δεν έχεις μέχρι σήμερα σκεφτεί.
Και είναι πάντοτε κρυμμένη
μέσα στο πλήθος των συλλογισμών
η ίδια ιδέα μεταμορφωμένη.
Σύμφωνα με τη γνωστή σωκρατική ρήση, η πρώτη αληθινή μας γνώση είναι η συνειδητοποίηση της άγνοιας. Έτσι ο ποιητής μιλάει για την αιώνια κίνηση του κόσμου, για τα φύλλα που πέφτουν στη γη, για να γίνουν λίπασμα και να τραφεί το δέντρο, που θα ξαναβγάλει φύλλα, που θα ξαναπέσουν στη γη, στους αιώνες των αιώνων. Οι ιδέες δείχνουν να παλιώνουν και να ξεπερνιούνται. Όλοι έχουν την εντύπωση πως νέες ιδέες έρχονται να ενθουσιάσουν τους ανθρώπους και να επικρατήσουν. Στην πραγματικότητα, το παλιό επιβιώνει πάντα μέσα στο νέο, ή καλύτερα, καθετί νέο ταυτίζεται με καθετί παλιό, αφού οι παλιές ιδέες, αν και φαινομενικά νεκρές, ξαναζούν στις τωρινές και σε όσες ακόμα δεν ήρθαν, αφού τα πάντα εναλλάσσονται κυκλικά κι αθόρυβα.
Έτσι με αμηχανία στεκόμαστε απέναντι στα πιο απλά πράγματα, αδυνατώντας να τα ονομάσουμε και να τα χαρακτηρίσουμε. Είναι δύσκολο να μιλήσουμε ακόμα και για τα πιο απλά κι αυτονόητα συμβάντα της ζωής. Πού οφείλεται αυτή η άγνοια; Γιατί κατέχουμε πάντα ένα ελάχιστο μόνο μέρος της αλήθειας; Φταίνε οι αισθήσεις που μας ξεγελούν; Ευθύνεται -ίσως- ο τόσο υποκειμενικός τρόπος με τον οποίο προσεγγίζουμε τη ζωή;
Μιλάμε για τη βροχή
Μιλάμε για τη βροχή.
Αλλά η βροχή δεν είναι απλώς
μια λέξη σαν τις άλλες λέξεις
είναι μια λέξη που ποτέ
δεν φτάνει μόνη της εδώ
τη συνοδεύει πάντα η μελαγχολία
τη συνοδεύει πάντα ο ήχος «όχι».
Μιλάμε για τη βροχή.
Αλλά ποιος ξέρει να μου πει
τι πράγμα είναι η βροχή;
Είναι το βρεγμένο χαρτί στο μπαλκόνι
οι σταγόνες πάνω στο τζάμι
το ρυάκι στην άκρη του δρόμου;
Είναι τα στάχυα που μεγαλώνουν
τα υπόγεια ύδατα και τα υδραγωγεία
η μουσική πάνω στη στέγη;
Μπορεί ο καθένας μας να συνεχίσει τις παραπάνω εικόνες, ανάλογα με τα δικά του βιώματα, τις καθαρά προσωπικές αποθηκευμένες εικόνες του μυαλού του. Γιατί ο καθένας μας βιώνει διαφορετικά αυτόν τον ίδιο κόσμο μας. Στο ποίημα «το αρχαίο κουβάρι», ο ποιητής μιλάει για το νήμα που απλώνει διαρκώς πίσω του ο άνθρωπος στις δαιδαλώδεις στοές του χρόνου, καθώς περνούν οι εποχές, τα χρόνια, κι οι αιώνες, χωρίς σταματημό. Αυτό το αρχαίο κουβάρι αφορά τους πάντες και τα πάντα και φυσικά, ακουμπάει και στη δική μας μικρή κι ασήμαντη ζωή.
Εκείνοι
Είχαν βγει στους κεντρικούς δρόμους
φορώντας τα καλύτερά τους ρούχα.
Μιλούσαν μεταξύ τους δυνατά
και αγόραζαν ψεύτικα κοσμήματα
από πάγκους των πεζοδρομίων.
Μερικοί μάς κοίταζαν φευγαλέα
αλλά οι περισσότεροι αδιαφορούσαν
για τη δική μας παρουσία.
Κάπου κάπου ένα λευκό αυτοκίνητο
περνούσε προσεκτικά ανάμεσά τους.
Περπατούσαμε μόνοι και βιαστικοί
και γύρω μας ένα πλήθος που γιόρταζε.
Να, λοιπόν, μια φαινομενικά απλή σκηνή του δρόμου, απέναντι στην οποία οι περισσότεροι θα έμεναν αδιάφοροι: Καλοντυμένοι άνθρωποι ψωνίζουν απ’ τους πάγκους ψεύτικα κοσμήματα, μέσα σε μια ατμόσφαιρα εορταστική. Κι ανάμεσά μας εμείς -αλήθεια ποιοι;- σε άλλο χρόνο, σε άλλο τέμπο, σαν να έχουμε συνενώσει δύο διαφορετικές κινηματογραφικές ταινίες, λες και θα ήταν ποτέ δυνατό να δούμε τον κόσμο γύρω μας, ταυτόχρονα, με δυο εντελώς διαφορετικές ματιές, σε δυο διαφορετικούς χρόνους. Οι άλλοι, χαμένοι στη γιορτινή τους ατμόσφαιρα, με ψεύτικες μικρές χαρές που κοστίζουν ελάχιστα, κι εμείς ανάμεσά τους με ταχύτητα να προσπερνάμε. Αλήθεια, για πού; Ποιο είναι το νόημα της βιασύνης; Ίσως είναι σωστό -λέει ο ποιητής- να ονομάσουμε τα δευτερόλεπτα αιώνες και τους αιώνες δευτερόλεπτα. Άλλωστε, δεν έχει νόημα ο χρόνος, αν όλα ρέουν αδιάκοπα, κυκλικά, αν όλα επαναλαμβάνονται, αν όλα είναι νέα και ταυτόχρονα τόσο μα τόσο παλιά.
3. Ο ελεύθερος άνθρωπος:
Ένας ελεύθερος άνθρωπος
Ένας ελεύθερος άνθρωπος επαναστάτησε
(δεν του έλειπε τίποτα κι όμως επαναστάτησε)
αποφάσισε να υιοθετήσει τη λύπη
αποφάσισε να δει όσα δεν έβλεπε
και να θυμηθεί την παιδική του ηλικία.
Ένας ελεύθερος άνθρωπος επαναστάτησε
χωρίς κανείς να ξέρει τον λόγο
χωρίς κανείς να ξέρει αν υπήρχε λόγος.
Γύρω του οι άλλοι ελεύθεροι άνθρωποι
τον κοιτούσαν με βλέμμα απορημένο
κανείς δεν μπορούσε να καταλάβει
τι τον έκανε να επαναστατήσει.
Το ποίημα αυτό μου θύμισε πολύ τη στιχουργική του Διονύση Στεργιούλα στο άλλο του ποιητικό βιβλίο που είχα την τύχη και τη χαρά να παρουσιάσω, το «Παράδοξο του ζην»: Απλότητα, ποιητικός ρεαλισμός και μια δυνατή δόση θεατρικότητας, σαν να στέκονται όλοι γύρω σε έναν κύκλο κι απορημένοι αντικρίζουν τον «ελεύθερο άνθρωπο». Επειδή αποτελεί φιλοσοφικό ερώτημα «ποιος είναι ελεύθερος άνθρωπος», η διερεύνηση τέτοιων θεμάτων δεν θα μπορούσε να χωρέσει στους στίχους ενός μόνο ποιήματος, κι έτσι ο ποιητής μάς δίνει την εξήγηση με συντομία. Ελεύθερος δεν είναι μόνο όποιος μισεί την ανελευθερία και τα δεσμά που κάποιοι άλλοι του έχουν επιβάλλει. Είναι εκείνος που διεκδικεί αυτά που ποθεί η ψυχή του, ακόμα κι αν στα μάτια των άλλων αυτό δείχνει ουτοπιστικό ή ανόητο. «Ενώ δεν του έλειπε τίποτα», «στα καλά καθούμενα», όπως θα λέγαμε αλλιώς, ο ελεύθερος άνθρωπος επαναστάτησε απέναντι στον χρόνο που περνά. Ζήτησε να δει ξανά και να θυμηθεί την παιδική του ηλικία. Ζήτησε μια μικρή, σύντομη έστω, επιστροφή στο παρελθόν, για να θυμηθεί όσα τότε έβλεπε, μα κυρίως, για να αισθανθεί, όσα αισθανόταν τότε και τα έχει ξεχάσει. Αυτή η νοερή επιστροφή ήταν μια μικρή επανάσταση ενός ελεύθερου ανθρώπου, αφού όλοι είμαστε δούλοι του χρόνου που μας καταδυναστεύει. Σε άλλο ποίημα, («Κόκκινο άνθος στο υπόγειο»), ο ποιητής τονίζει πως η καθεμιά επανάσταση, απαιτεί ένα βαθύ υπόγειο, ώστε να μεγαλώσει «εν κρυπτώ», χωρίς φως, σαν ένα κατακόκκινο λουλούδι, ίδιο με τη φωτιά που σκορπά το δέος. Θα έλεγα λοιπόν πως η ελευθερία πηγάζει πάντα από τα πιο σκοτεινά μας μέρη, από το απλησίαστο κι ανερμήνευτο ασυνείδητο.
Ο ποιητής διδάσκει πως αν κάποιος προσπαθεί «να είναι ο εαυτός του», επιλέγει χωρίς να το συνειδητοποιεί τη στασιμότητα, την αδράνεια, την απάθεια, την επανάληψη που κουράζει κι εξοντώνει. Όταν όμως κάποιος τολμά να ξεντυθεί τον εαυτό του, σπάει το καλούπι κι ελευθερώνεται απέναντι σ’ αναρίθμητες δυνατότητες κι επιλογές. Το να αλλάζει κανείς ρόλους σημαίνει πως αμφισβητεί τα πάντα, ακόμα και την ίδια του την ταυτότητα, τα δικά του λόγια και τις δικές του πράξεις, κι όχι μόνο παύει να ζει στη μονοτονία και την πλήξη, αλλά ξάφνου τα πάντα γίνονται καινούρια, και γι’ αυτό συναρπαστικά. Έξω λοιπόν από το ίδιο μας το σώμα είμαστε πραγματικά ελεύθεροι. Συμβουλεύει να είμαστε «πλάνητες» κι όχι «δορυφόροι». Να προτιμούμε τις «ηλιόλουστες νύχτες» κι όχι τις «σκοτεινές μέρες». Να επιθυμούμε τις «βόλτες στα βιβλία», αντί για τον «περίπατο στο δάσος», γιατί κανείς ποτέ δεν είναι ικανός κι άξιος να ορίσει το δικό μας «σωστό» ή το δικό μας «λάθος». Δικαιούμαστε το πολύτιμο δώρο της ατομικότητας, αφού οι επιλογές μας αφορούν εμάς και μόνον εμάς.
4. Η ποιητική τέχνη:
Ο ποιητής δεν αναπαύεται στη γαλήνη και την μακαριότητα της τέχνης του. Το ποίημα συχνά βουτάει στα βαθιά της ζωής, χάνεται στις φτωχογειτονιές, αφουγκράζεται παράπονα, αντικρίζει ανθρώπινα ναυάγια και τέλος με τα φτερά του ανοιχτά, ως άγγελος, μια γίνεται προστάτης και μια τιμωρός πάνω απ’ την πόλη. Ο ποιητής νιώθει παντού ξένος: Όταν ταξιδεύει, όταν μένει στο σπίτι του, όταν κοιτάει τον ουρανό, όταν αρκείται στα γήινα, όταν σμίγει με τον κόσμο κι όταν κλείνεται στον εαυτό του. Το ιαμβικό μέτρο που μιμείται τους χτύπους της καρδιάς, κρύβει μέσα του κόσμους άγνωστους, χαμένους.
Ο ποιητής ισχυρίζεται πως η απομόνωση, η σιωπή, η απομάκρυνση από τον θόρυβο των ανθρώπων οδηγούν ευκολότερα στην αρετή, παρά ο αδιάκοπος συγχρωτισμός με τα πλήθη. Στο σημείο αυτό, άθελά μου φέρνω στον νου μου τους πασίγνωστους στίχους του Αλεξανδρινού Δασκάλου:
Κι αν δεν
μπορείς να κάμεις την ζωή σου όπως την
θέλεις,
τούτο προσπάθησε τουλάχιστον
όσο
μπορείς: μην την εξευτελίζεις
μες στην
πολλή συνάφεια του κόσμου,
μες στες
πολλές κινήσεις κι ομιλίες.
Μην
την εξευτελίζεις πηαίνοντάς την,
γυρίζοντας
συχνά κ’ εκθέτοντάς την
στων
σχέσεων και των συναναστροφών
την
καθημερινήν ανοησία,
ώς
που να γίνει σα μια ξένη φορτική.
(Κωνσταντίνος Καβάφης, «Όσο μπορείς»)
5. Περί του τοπίου (ή των τοπίων):
Τελικά, ποιο είναι το πιο ωραίο τοπίο που ο ποιητής υποσχέθηκε να μοιραστεί μαζί μας; Μελετώντας πολύ προσεκτικά το βιβλίο κι αναζητώντας στίχους που να αναφέρονται στην έννοια του τοπίου, εντόπισα στη σελίδα 26, στο ποίημα με τίτλο «Έκρυβε την παρουσία του», τους παρακάτω στίχους:
[…]
Αν η περιπλάνηση σε οδηγήσει
σ’ ένα τοπίο απέριττο και απλό
θεώρησέ το το πιο ωραίο δώρο
και μη γυρίσεις να κοιτάξεις πίσω σου.
Στην ακριβώς απέναντι σελίδα (27) υπάρχει το μόνο ποίημα που περιέχει στον τίτλο του την έννοια του τοπίου:
Τοπίο δυσανάγνωστο
Μες στην ακινησία το βλέμμα διακρίνει
την πιο ασήμαντη κίνηση
αλλά στην κίνηση το μάτι ξεχωρίζει
αυτό που μένει ακίνητο.
Έτσι διάβαζα τα τοπία κάποτε.
Μα τώρα ανοίγεται μπροστά μου
ένα τοπίο δυσανάγνωστο
με σύννεφα που φέρνουν τη λιακάδα
με δέντρα που κινούνται και πετούν
και με πουλιά που μένουν ριζωμένα.
Ένα τοπίο με αδιευκρίνιστες προθέσεις
γεμάτο με ξερά κλαδιά πάνω στο χιόνι
που μοιάζουνε με άγνωστο αλφάβητο.
Ψάχνω στο αίνιγμα ένα άνοιγμα
για να μπορέσω να σε συναντήσω.
Η ζωή είναι αινιγματική από τη φύση της και γι’ αυτό τα τοπία της που απλώνονται μπροστά μας διαρκώς, δεν είναι παρά νέα κι άγνωστα πεδία δράσης. Το καθένα κρύβει τα δικά του μυστικά και τις δικές του προκλήσεις. Ο ποιητής ζητά ένα άνοιγμα στο αίνιγμα. Αναζητά μια διέξοδο. Δεν ξέρω αν υπάρχει για να τη βρει. Από την άλλη, (για να συνεχίσουμε τον δικό του συλλογισμό), ποιος μας εγγυάται ότι αυτό το άνοιγμα, αυτό το τούνελ, θα μας βγάλει σε κάποιο μέρος πολύ καλύτερο απ’ αυτό που θέλουμε ν’ αφήσουμε πίσω μας; Κάποτε είναι δύσκολο να ερμηνεύσουμε τη ζωή. Τα θαύματά της βρίσκονται μπροστά στα πόδια μας, όμως, ή μένουν τελείως αθέατα, γιατί κανείς δεν έχει μάτια να τα δει, ή απομένουν πάντα ασαφή, αφού δεν θα συμφωνήσουμε οριστικά, ούτε στα πιο απλά ζητήματα. Ο ποιητής λέει πως τα σύννεφα φέρνουν λιακάδα κι αυτό κάνει το τοπίο του δυσανάγνωστο. Παρόλα αυτά, μπορούμε να σκεφτούμε πως τα σύννεφα είναι άρρηκτα συνδεμένα με την έννοια της λιακάδας, γιατί αν δεν τα είχαμε γνωρίσει ποτέ, πώς θα γιορτάζαμε την ξαφνική τους απομάκρυνση;
Στο δικό του δυσανάγνωστο τοπίο τα πουλιά είναι ριζωμένα, ενώ τα δέντρα και κινούνται και πετούν. Ο ποιητής εδώ απλώς παραθέτει γόνιμο προβληματισμό πάνω στις εναλλακτικές εκδοχές της πραγματικότητας, αφού είναι πια γνωστό πως δεν υπάρχει μία και μοναδική πραγματικότητα. Τελικά ποιο είναι το πιο όμορφο τοπίο; Θα έλεγα πως είναι αυτό που κερδίσαμε γιατί είχαμε την τόλμη να αναρωτηθούμε, να ανησυχήσουμε, να περιπλανηθούμε, να αμφισβητήσουμε, να προχωρήσουμε, να τρυπώσουμε σε μαγικά λαγούμια σαν την Αλίκη στη χώρα των θαυμάτων.
Κάτι έλειπε
Κι ωστόσο κάτι έλειπε απ’ το ωραίο τοπίο
ήταν ο χρόνος που είχε γίνει αόρατος
ήταν η μόνιμη απουσία του απ’ την εικόνα
ήταν οι αλλαγές που θα συνέβαιναν στο μέλλον
αυτά που θα ’ρχονταν αύριο και μεθαύριο
αυτά που θα συνέβαιναν σε ένα χρόνο
αυτά που θα συνέβαιναν σε χίλια χρόνια.
Ωραίο να το λες, ωραίο να το γράφεις
αλλά οι λέξεις δεν κινούνται στο χαρτί
ωραίο να νομίζεις πως προβλέπεις
πως μόνο εσύ γνωρίζεις τη συνέχεια
αλλά το μέλλον είναι άδηλο
το ’χουνε γράψει οι αρχαίοι ποιητές
το μέλλον είναι πάντα άδηλο
ούτε η συνέχεια δε γνωρίζει τη συνέχεια
και το γνωρίζουν μέχρι και οι θεοί
ότι το πότε είναι αστάθμητος παράγοντας
ακόμη κι αν το πώς είναι ήδη ορατό.
Να λοιπόν τι λείπει από το πιο ωραίο τοπίο! Λείπει η διάρκεια! Πάντα θα λείπει η διάρκεια! Ο άνθρωπος πάντα θα παλεύει με τον χρόνο. Ποτέ δεν πρόκειται να συμβιβαστεί με την ιδέα της φθοράς. Ο χρόνος θα είναι πάντα το μόνο αληθινό αγαθό στα χέρια του ανθρώπου κι ο μόνος αληθινός του εχθρός.
Δημήτρης Παπακωνσταντίνου
[*Το εκτενές δοκίμιο του Δημήτρη Παπακωνσταντίνου δημοσιεύθηκε στο διαδικτυακό περιοδικό Fractal, 14.6.2023]
Κυριακή 30 Απριλίου 2023
Το πιο ωραίο τοπίο
(Διονύσης Στεργιούλας, εκδ. Νησίδες, Θεσσαλονίκη, 2023)
Τριάντα τρία ποιήματα ποικίλης θεματολογίας.
Ορισμένα από αυτά αφορούν την αμφισβήτηση ή την ανατροπή παγιωμένων στερεοτύπων, ενώ άλλα αναφέρονται στις δύσκολες αποφάσεις και στο κόστος που τις συνοδεύει. Ή και στην ανταμοιβή, που μπορεί να έρθει με απρόσμενο τρόπο.
Διερευνάται ακόμη η οδός μέσω της οποίας θα μπορούσαν να προκύψουν ελπίδες για την πολυπόθητη από τον άνθρωπο της εποχής μας εσωτερική ισορροπία.
Το ένα τρίτο των ποιημάτων είχε αρχικά δημοσιευτεί σε λογοτεχνικά περιοδικά και ανθολογίες.
Σάββατο 30 Απριλίου 2022
Στο ίδιο δωμάτιο (Θεατρικός μονόλογος)
Δευτέρα 28 Φεβρουαρίου 2022
Ζωή Σαμαρά: «Το παράδοξο του ζην»
[Κριτική της Ζωής Σαμαρά στο διαδικτυακό περιοδικό Book Press για το ποιητικό βιβλίο του Δ. Στεργιούλα Το παράδοξο του ζην (Νησίδες, Θεσσαλονίκη 2021).]
«Να έχεις κάποτε έναν δικό σου κήπο», συμβουλεύει ένας παλιός γνώριμος το ποιητικό εγώ, όταν συναντιούνται στη μέση του πεζοδρομίου, στη μέση του ποιήματος. Ωστόσο, ο κήπος δεν εμφανίζεται ξανά στο ποίημα, δεν γεννά καμιά νοσταλγία για τον κήπο της Εδέμ. Ο χρόνος που κρύβεται μέσα σε κομοδίνο, οι κατευθύνσεις που αγνοούμε, με τις δύο έννοιες της λέξης, χαράζουν την πορεία του ποιητή και την ταυτίζουν με την πορεία του σύγχρονου ανθρώπου, καθώς πηγαίνει «σε μια συνάντηση / που έχει προγραμματιστεί από καιρό». Όλα καλά οργανωμένα, ακόμη και το πότε θα βρέξει. Κάποιοι κυκλοφορούν με ανοιγμένες τις ομπρέλες τους. Το ρήμα «σκέφτομαι» επανέρχεται συχνά στο ποίημα και ο αναγνώστης αντιλαμβάνεται ότι το απόν ποιητικό εγώ, καθώς μοιάζει να μην έχει δική του φωνή, θέλει να πείσει τον εαυτό του ότι υπάρχει. Τελικά, πείθει τον αναγνώστη για το αντίθετο, κάνει υπεράνθρωπες προσπάθειες να σκέφτεται, προφανώς γιατί νιώθει ότι δεν αρκεί η σκέψη και ότι σκεπτόμενο ον δεν υπάρχει. Προκύπτουν διάφορες ερωτήσεις, που κρατούν τον αναγνώστη σε εγρήγορση. Γιατί το εγώ μιλά αποκλειστικά στο δεύτερο πρόσωπο; Γιατί συνεχίζει στον δρόμο που μπορεί να οδηγήσει οπουδήποτε εκτός από τον προορισμό του;
Το ποίημα του Διονύση Στεργιούλα, Το παράδοξο του ζην, αρχίζει με μότο που αποδεικνύεται παρμένο από το τέλος του ποιήματος, άρα το ποίημα ανοίγει και κλείνει με τους ίδιους στίχους, την ίδια απορία, αλλά δεν θα το μάθουμε αν δεν διαβάσουμε πρώτα όλο το ποίημα, όταν θα έχουμε φτάσει στο τέλος, όταν θα είναι πολύ αργά για να αλλάξουμε την πορεία μας, να αποφύγουμε τις τρικυμίες του οδοστρώματος. Ίσως πάλι να τονίζει την ιερότητα της άγνοιας που οδηγεί στη γέννηση του στοχασμού:
«Πώς
γίνεται να μην είχες προσέξει
πως
κάθε οικεία θάλασσα
έχει αβυθομέτρητα
σημεία
πως κάθε χάρτης του ουρανού
έχει
αχαρτογράφητες πορείες
πως δεν
γνωρίζουμε ούτε καν
τα βήματά μας πού
μας πάνε;»
Η σύγχρονη πόλη, χωρίς «τείχη και οριοθέτηση», αναιρεί την έννοια της καινούργιας αρχής, όταν μεγαλώνει συνεχώς, σε σημείο να συναντήσει μια άλλη πόλη, να χάσει τη δική της αυτοδυναμία. Ο ποιητής έχει την έντονη εντύπωση ότι η Πόλη-Μητέρα θέλει απεγνωσμένα να του μιλήσει.
Το κρυμμένο καλά μέσα στον λόγο Εγώ εξομολογείται σε ένα Εσύ, που ψάχνει σε όλη την πόλη, χωρίς να απομακρυνθεί πολύ από το σπίτι του, να βρει τον εαυτό του. Όταν στην αφήγηση, το Εσύ μεταμορφώνεται σε Εγώ, για μια στιγμή, αποκτά για πρώτη φορά αυτοπεποίθηση και παίρνει τη μεγάλη απόφαση:
«Μάλλον
θα πρέπει να κρατήσω σημειώσεις
ίσως
στο μέλλον γράψω ένα ποίημα […]
για τα
κρυμμένα μυστικά κάθε αποκάλυψης
για
το παράδοξο του ζην».
Ένας ποιητής γεννιέται, αλλά με στόχο να γράψει ένα ποίημα μέσα στο ποίημα, να μιμηθεί το Εγώ εγκιβωτισμένο μέσα στο Εσύ. Σε λίγο το πολύμορφο Εσύ απευθύνεται ξανά στον εαυτό του ως αποδέκτη του μηνύματος:
«Και
τότε αναρωτήθηκες τι είσαι πιο πολύ
στην ανερμήνευτη αυτή παράσταση:
ηθοποιός που παίζει έναν ρόλο
ή
θεατής που παρακολουθεί παθητικά;»
Διάλογος ή μάχη ανάμεσα στο Εσύ και το Εγώ-Εσύ, καθώς παίζουν στη σκηνή του ασυνειδήτου. Το Εγώ απευθύνεται σχεδόν πάντα στο alter ego του ως Εσύ, ενώ μόνο κατ’ εξαίρεση ως Εγώ όταν γίνεται ποιητής. Πολύμορφα πρόσωπα και προσωπεία, το Εγώ, το Υπερεγώ και το Εκείνο βρίσκονται σε αντίπαλα στρατόπεδα. Χρειάζεται πάλη για να γεννηθεί το ποίημα:
«Πώς
γίνεται οι ίδιες σου οι σκέψεις
να
στρέφονται εναντίον σου
να σου
επιτίθενται, να σε ταλαιπωρούν
να σου
θυμίζουν όλα εκείνα
που νόμιζες πως
είχαν ξεχαστεί;»
Ωστόσο, στην πορεία μαθαίνουμε τι σημαίνει ματαιότητα της νέας αρχής, αφού δεν ξέρουμε πού πάμε, ματαιότητα του χρόνου, του χώρου, ακόμη και της ποίησης, αφού το ίδιο το ζην είναι ένα παράδοξο. Ο Διονύσης Στεργιούλας γράφει ένα εκτενές στοχαστικό ποίημα, με παιχνιδίσματα ανάμεσα σε προσωπεία του Εγώ, με την τεχνική του ποιήματος εν ποιήματι να αναιρεί με ποιητικότητα τη μονοτονία της ζωής, με διάλογο και δραματική γραφή, κυρίως με προσεγμένο ρυθμό, που παρασύρει τον αναγνώστη του να το διαβάσει σε βάθος και να αποδεχθεί τα μυστικά που κρύβονται στον ουρανό και επιστρέφουν στη γη με την αναπάντεχη για τον ήρωα βροχή.
Ζωή Σαμαρά
[Δημοσίευση στο διαδικτυακό περιοδικό Book Press, 30.8.2021]
Δευτέρα 31 Ιανουαρίου 2022
Στέργιος Πουρνάρας: 'Ανερμήνευτη παράσταση'
[Κριτική του Στέργιου Πουρνάρα στο ψηφιακό περιοδικό Fractal για το ποιητικό βιβλίο του Δ. Στεργιούλα Το παράδοξο του ζην (Νησίδες, Θεσσαλονίκη 2021).]
Ο Διονύσης Στεργιούλας, με καταγωγή από τα Γρεβενά, ζει και εργάζεται εδώ και πολλά χρόνια στη Θεσσαλονίκη. Ήδη από τα μαθητικά του χρόνια είχε εκδηλώσει τον ζήλο και την αγάπη του για τη λογοτεχνία και την ποίηση, αλλά από το 1995 και εντεύθεν άρχισε να αρθρογραφεί τακτικά σε πολλά λογοτεχνικά περιοδικά και να ασχολείται συστηματικά με την κριτική και το δοκίμιο. Το 2019 εξέδωσε την πολύ σημαντική ποιητική συλλογή με τον εναντιόσημο τίτλο Καθόλου ποιήματα, με τριάντα ποιήματα ευρείας θεματολογίας, στην οποία κυριαρχούν «η ζωή και ο θάνατος, η Ιστορία, τα ανθρώπινα λάθη, η πίστη, οι εν δυνάμει επιλογές του βίου, η Θεσσαλονίκη ως παρελθόν και παρόν, η σχέση με τη φύση». Φαίνεται από αυτήν τη συλλογή ότι ο ποιητής διανύει πλέον το ώριμο στάδιο της ζωής του και ο λόγος του αλλά και οι χυμοί της ποίησής του έχουν μεστώσει και έχουν γλυκάνει.
Την άνοιξη του 2021 ο Δ. Στεργιούλας, δύο χρόνια μετά, επανέρχεται με ένα βαθυστόχαστο και φιλοσοφικό ποίημα με τον εξίσου αινιγματικό και συμβολικό τίτλο Το παράδοξο του ζην, με σχετικά μικρή έκταση μόλις 31 σελίδων. Φαίνεται ότι έχει πρότυπό του τον μεγάλο Αλεξανδρινό ποιητή που στόχευε στην ποιότητα και όχι στην ποσότητα (ουκ εν τω πολλώ το ευ, αλλ’ εν τω ευ το πολύ). Αν θέλαμε επιγραμματικά να εντοπίσουμε το κύριο θέμα του, γιατί υπάρχουν πάρα πολλά άλλα επιμέρους, θα λέγαμε, με κάθε επιφύλαξη, ότι είναι η υπαρξιακή αγωνία του σύγχρονου ανθρώπου στις πολυάνθρωπες και απρόσωπες μεγαλουπόλεις και η προσπάθειά του να ανιχνεύσει το θολό του πρόσωπο στο ήρεμο χάος τους.
Θέλω εξαρχής να επισημάνω το πρόσωπο που επέλεξε ο ποιητής για να συλλάβει και να εκφράσει όλες του τις αγωνίες, τις ανησυχίες και τις παραδοξότητες που συνάντησε μια μέρα σε μια συνηθισμένη καθημερινή διαδρομή πολύ κοντά στο σπίτι του: είναι το δεύτερο ενικό πρόσωπο, το αγαπημένο πρόσωπο του Κ. Π. Καβάφη, που ευνοεί τον εσωτερικό μονόλογο ή τον διάλογο με τον εαυτό του, καθώς ο ποιητής, όπως γράφει, «εδώ δεν βρίσκεις έναν άνθρωπο / να σε ακούσει ενάμισι λεπτό». Μόνο με τον εαυτό του λοιπόν μπορεί να συζητήσει ο ποιητής σοβαρά και για πολλή ώρα (όπως έκαναν το βράδυ οι Πυθαγόρειοι), σύμφωνα και με την έκφραση του Ηράκλειτου «Εδιζησάμην εμεωυτόν», δηλαδή «μελέτησα και εξέτασα καλά τον εαυτό μου». Μία τέτοια μελέτη του εαυτού και του σύγχρονου παράδοξου κόσμου είναι και το νέο ποίημα του Διονύση Στεργιούλα.
«Πώς γίνεται να μην είχες προσέξει
πως κάθε οικεία θάλασσα
έχει αβυθομέτρητα σημεία
πως κάθε χάρτης του ουρανού
έχει αχαρτογράφητες πορείες
πως δεν γνωρίζουμε ούτε καν
τα βήματά μας πού μας πάνε;»
Αυτό το εναγώνιο ερώτημα αποτελεί τον επίλογο του ποιήματος, αλλά ο ποιητής το προτάσσει και στη σελίδα 7, θέλοντας να τονίσει με ένα σχήμα κύκλου την άγνοια όλων μας για την πορεία μας στην «οικεία» μας θάλασσα με τα «αβυθομέτρητα σημεία», αλλά και στον «χάρτη του ουρανού» με τις «αχαρτογράφητες πορείες». Αυτό κατάλαβε ο αφηγητής του ποιήματος εκείνο το πρωινό της άνοιξης που έψαχνε απεγνωσμένα να βρει τον χαμένο του χρόνο: «Όπου και να κοιτούσες γύρω σου / έβλεπες τον χρόνο να φεύγει». Ο ήρωάς μας θα ξεκινήσει τη μέρα του μονότονα πηγαίνοντας σε ένα πολύ γνωστό του κατάστημα για να αγοράσει ένα προϊόν, το οποίο όμως έχει εξαντληθεί γιατί «το εργοστάσιο πια δεν παράγει / πράγματα που δεν έχουν ζήτηση», γεγονός που θα τον απογοητεύσει και μόλις θα βγει έξω σε πολύ άσχημη ψυχολογική κατάσταση, θα αρχίσει να παρατηρεί την «οικεία θάλασσα» πιο προσεκτικά («Τόσες χιλιάδες άνθρωποι σε κίνηση / κι ο μέσος όρος μια ακινησία») και θα εκτυλιχθούν μπροστά στα μάτια πολλές εικόνες-σκηνές που θα τον κάνουν να απορήσει και να σκεφθεί σοβαρά για τα ανθρώπινα αδιέξοδα και παράδοξα: το κορίτσι με τη μαύρη τσάντα και τους καλοντυμένους άντρες με τις μαύρες ομπρέλες (το χρώμα της τσάντας και των ομπρελών αργότερα, μετά τη βροχή, θα γίνει κόκκινο, γεγονός που θα το θεωρήσει μη πραγματικό), το φύλλο της δεντροστοιχίας που θα πέσει στο σώμα του και θα τον ξαφνιάσει σαν κάτι ξένο, δείχνοντας την αποξένωση του αστού από το φυσικό περιβάλλον. Έχοντας την αγωνία να μην αργήσει στην προγραμματισμένη από καιρό συνάντηση, καθότι θεωρούσε τη συνέπεια το σημαντικότερο πράγμα, πέρασε έξω από «ένα διάσημο κατάστημα» που η βιτρίνα του ήταν άδεια από την καταναλωτική μανία και παρατήρησε ένα ασπρόμαυρο γατάκι φυλακισμένο και, ενώ όλοι γελούσαν, άκουσε μια γυναίκα να φωνάζει: «Απελευθερώστε αυτό το ζώο / αφήστε το να φύγει, μην το βασανίζετε». Ξαφνικά άρχισε να βρέχει και εγκλωβίστηκε σε ένα υπόστεγο μαζί με άλλους άστεγους και άγνωστα πρόσωπα και έπρεπε να φύγει – η αποξένωση των ανθρώπων στην πόλη. Μόλις έκανε το πρώτο βήμα η βροχή σταμάτησε απότομα, όπως άρχισε, αλλά ο χρόνος τον κυνηγούσε («Η ώρα περνούσε και μαζί της / περνούσε ο χρόνος κι έφευγε») και σκέφτηκε να τον φυλακίσει με μια φωτογραφία του σπουργιτιού πάνω στη σέλα ενός ποδηλάτου για να τον αποδυναμώσει και να νιώθει σαν τον Οδυσσέα «που όλο επιστρέφει». Ενώ σκεφτόταν όλα αυτά και «της ζωής του το κενό», ένα τρακάρισμα τον επανέφερε στην πραγματικότητα και είδε τις συνέπειες της ταχύτητας και την αδικία («φταίει ο ένας αλλά την πληρώνουν και οι δύο»). Πολύ κοντά από το σπίτι του «κι έβλεπες γύρω σου τον κόσμο σε περίληψη / την ιστορία του κόσμου συμπυκνωμένη». Η συνάντησή του με έναν συνάδελφο συνταξιούχο θα τον προβληματίσει για το μέλλον, την τρίτη ηλικία, αφού θα του προτείνει να αγοράσει μονοκατοικία με κήπο για να αποφύγει την πλήξη του διαμερίσματος. Όλα αυτά τα παράξενα τον κάνουν να σκεφτεί να γράψει ένα ποίημα στο μέλλον, αλλά
«Μα ποιος διάβαζει σήμερα ποιήματα […]
ποιος θα διαβάσει μια ιστορία χωρίς πλοκή
μια ιστορία χωρίς δάκρυα και συναίσθημα
για έναν άνθρωπο που περπατά
για έναν συνηθισμένο άνθρωπο που περπατά
σε έναν συνηθισμένο δρόμο
σε μια συνηθισμένη πόλη […].»
Καθώς προχωρούσε, ο μικρός δρόμος έγινε λεωφόρος που οδηγούσε στην αχανή πόλη. Άκουγε «ανθρώπινες φωνές» και τους ήχους των μηχανών «μιας πόλης που ποτέ δεν ηρεμεί», «μια μουσική θεσπέσια» και
«Ένιωθες ότι μια ολόκληρη ανθρωπότητα
κρύβεται μέσα στο μυαλό σου
και γύρω σου ένα σύμπαν ανεξήγητο».
Σε αυτό το κατασκευασμένο σκηνικό οραματίστηκε έναν άλλο όμορφο κόσμο, έναν παράδεισο:
«Μακάρι να έκλεινες τα μάτια κι όλα γύρω σου
να γίνονταν ένας ουράνιος κήπος […].»
Αλλά δυστυχώς θαύματα δεν γίνονται. Και τότε ξεπρόβαλε αμείλικτο το δίλημμα: ποιος ο ρόλος του σε αυτήν την ανερμήνευτη παράσταση;
«Και τότε αναρωτήθηκες τί είσαι πιο πολύ
στην ανερμήνευτη αυτή παράσταση:
ηθοποιός που παίζει έναν ρόλο
ή θεατής που παρακολουθεί παθητικά;»
Αυτή λοιπόν την παράξενη μέρα νόμιζε ότι η πόλη του ήθελε απεγνωσμένα να του μιλήσει και έτσι μοιραία έκανε μια σύγκριση με τις πόλεις του παρελθόντος, τις περίκλειστες και ασφαλείς και τις σύγχρονες αχανείς και εκτεταμένες. Τότε θυμήθηκε κάποιους αινιγματικούς στίχους («ο δρόμος δεν αρχίζει ούτε τελειώνει / και η σιωπή σου όλο δυναμώνει»), που μας παραπέμπουν στο «οδός άνω κάτω μία» του Ηράκλειτου και καταλαβαίνει ότι σε αυτόν τον δρόμο, που τον έχει διανύσει άπειρες φορές όλες τις εποχές του έτους και δεν έχει αλλάξει καθόλου, κάτι πολύ σημαντικό συμβαίνει:
«[…] μια φλόγα που σιγόκαιγε αόρατη
μία φωτιά που ετοιμαζόταν να ξεσπάσει
σε χρόνο ανύποπτο και να σαρώσει
ό,τι κινείται κι ό,τι μένει ακίνητο.»
Δέχεται στο «ήρεμο χάος» του μυαλού του μία επίθεση από τις σκέψεις του που του θυμίζουν όλα εκείνα που νόμιζε ότι είχαν ξεχαστεί.
«Πώς γίνεται οι ίδιες σου οι σκέψεις
να στρέφονται εναντίον σου
να σου επιτίθενται, να σε ταλαιπωρούν
να σου θυμίζουν όλα εκείνα
που νόμιζες πως είχαν ξεχαστεί;»
Το ποίημα θα τελειώσει με δύο πολύ ωραίες εικόνες-σκηνές: του μεγάλου δέντρου με τις τεράστιες ρίζες του χωμένες κάτω από τα κτήρια και τα υπόγεια καλώδια (ο ασφυκτικός εναγκαλισμός του τεχνητού και του φυσικού περιβάλλοντος), εκεί που κάποτε θα υπήρχαν δάση και ποτάμια και μπορεί πάλι στο μέλλον να υπάρξουν, και με τα θλιμμένα και θολά πρόσωπα των περαστικών, όπως και το δικό του, που έχουν το καθένα τη δική του ιστορία και πορεία, κοιτάζοντας την ίδια στιγμή τα δέντρα της δεντροστοιχίας «που έμοιαζαν να στέλνουν ένα μήνυμα / με τις παράλληλες ευθείες τους στον ουρανό». Στον επίλογο συνειρμικά θα αναφερθεί στην ευθεία οδό που έμαθε να βαδίζει θεωρώντας την πιο σύντομη, αλλά σήμερα κατάλαβε ότι κρύβει πολλούς λαβυρίνθους και τρικυμίες. Η οδύσσειά του λοιπόν τελειώνει με το εναγώνιο εκείνο ερώτημα «πως δεν γνωρίζουμε ούτε καν / τα βήματά μας πού μας πάνε;» επιβεβαιώνοντας την σωκρατική άγνοια «Έν οίδα ότι ουδέν οίδα».
Ο Διονύσης Στεργιούλας δούλεψε σκληρά για ένα περίπου χρόνο, όπως αρμόζει σε έναν πολίτη της «πόλης των Ιδεών» και μας χάρισε ένα ωραίο, καλοδουλεμένο και καλοδιαρθρωμένο ποίημα, σε ρέουσα, απλή και καθημερινή γλώσσα, αποδεικνύοντας ότι η Ποίηση είναι ζωντανή, είναι παρούσα και μπορεί να αφυπνίσει τη ναρκωμένη συνείδηση του σύγχρονου ανθρώπου και να τον φέρει μπροστά σε ουσιαστικά υπαρξιακά ερωτήματα προσπαθώντας να αναμετρηθεί μαζί τους. Σε 430 στίχους – λίγο λιγότερους από την Έρημη χώρα του Τόμας Έλιοτ – με επιδράσεις από τη μοντέρνα ποίηση και λογοτεχνία (Τζέημς Τζόυς, Φραντς Κάφκα, Σάμουελ Μπέκετ) και βέβαια από την αρχαία ελληνική φιλοσοφία, κυρίως την προσωκρατική (Ηράκλειτος, Παρμενίδης, Ζήνων) – ο τίτλος εξάλλου παραπέμπει στα παράδοξα του Ζήνωνα, αξιοποιώντας και τη διαλεκτική και τα αντιθετικά ζεύγη (ήρεμο χάος) των αρχαίων φιλοσόφων –, ο ποιητής καταπιάστηκε με σημαντικά θέματα, τον χώρο, τον χρόνο, την κίνηση και την ακινησία, τον ρόλο του σύγχρονου κοσμοπολίτη ανθρώπου, χωρίς εθνικότητες και θρησκεύματα, τη θέση και τη σχέση του με την πόλη, τα πράγματα και τους (συν-)ανθρώπους του. Λύση βέβαια δεν μπορεί να δώσει στα παράδοξα και αδιέξοδα της εποχής μας, αλλά το σημαντικό με αυτό το ποίημα είναι πως αποτελεί μία πρόκληση και μία πρόσκληση για προβληματισμό για το παρόν και το μέλλον του σύγχρονου κόσμου.
Στέργιος Πουρνάρας
* Ο Στέργιος Πουρνάρας είναι φιλόλογος, Πρόεδρος Συνδέσμου Γραμμάτων και Τεχνών Γρεβενών.
[Δημοσίευση στο ηλεκτρονικό περιοδικό Fractal, 14.9.2021]
Πέμπτη 30 Σεπτεμβρίου 2021
Ξανθίππη Ζαχοπούλου: «Το παράδοξο του ζην»
[Κριτική της Ξανθίππης Ζαχοπούλου στο ηλεκτρονικό περιοδικό Περί ου για το ποιητικό βιβλίο του Δ. Στεργιούλα Το παράδοξο του ζην (Νησίδες, Θεσσαλονίκη 2021).]
Τι συμβαίνει όταν η μέρα ξυπνάει αλλιώς; Όταν βγάζει το παλιό της πουκάμισο, την παλιά φθαρμένη ζωή της και γυμνή οδεύει προς το φως της; Μια μέρα που ανοίγουν ξαφνικά τ’ άλλα μάτια κι έρχεται η ώρα της αναμέτρησης με τον εαυτό, την μέχρι πρότινος πραγματικότητα κι αυτή που διεκδικεί ζωή;
Όλα υπό νέο φως ή φως. Στο νέο ποιητικό βιβλίο του Διονύση Στεργιούλα, Το παράδοξο του ζην, όλα βρίσκονται υπό καθεστώς ανατροπής, κατάρρευσης, ανακάλυψης και αποκάλυψης. Ένα πολύστιχο αφηγηματικό ποίημα, χωρισμένο σε μέρη, χωρίς τίτλους. Ο μοναδικός τίτλος, που υπό τη σκέπη του τελεί όλη η σύνθεση, είναι ο τίτλος του έργου. Στο εξώφυλλο, που μαζί με τα γκρίζα δαιδαλώδη σχήματα και τα ανάκατα πλαίσια, τις μετέωρες ροές και τους φιδωτούς δρόμους (έργο του συγγραφέα), που δημιουργούν και την ψευδαίσθηση της συνεχούς κίνησης, διαμορφώνουν στον αναγνώστη έναν ορίζοντα προσδοκιών του παράδοξου ως ανατροπή, αταξία και κίνηση.
Το ρεαλιστικό με το υπερρεαλιστικό, το όνειρο (σαν να ονειρεύομαι στο κρεβάτι μου) με το εξ' αντικειμένου πραγματικό συμφύρονται, έτσι ώστε αυτό που δείχνει υπερρεαλιστικό να γίνεται η αληθινή όψη των πραγμάτων. Μια περιδιάβαση σε εσωτερικά και εξωτερικά τοπία που συναιρούνται, έτσι ώστε γίνονται οι δύο όψεις ενός νομίσματος.
Έχει, λοιπόν, τη δύναμη να σε μεταφέρει στο σύμπαν του και να σε κάνει μέτοχο. Των δονήσεων, φανερών ή κρυμμένων, πίσω από τις λέξεις. Του οικείου και του ανοίκειου, που παίζουν συνεχώς και, εν τέλει, της συμφιλίωσης με ένα σύμπαν που έχεις μέσα σου ανεπίγνωστα.
Ένα ποιητικό όραμα της ζωής που εκκρεμεί και που ξυπνά ξαφνικά και ζητά χώρο, χαρτογράφηση, βυθομέτρηση; Μια βουτιά στην ύπαρξη, στη selva oscura του ασυνείδητου; (Δε γνωρίζουμε ούτε καν τα βήματά μας πού μας πάνε). Ο χρόνος το έναυσμα. Κι ο καταλύτης. Η επίγνωση, κατ’ αρχάς, του ανελέητου, αμείλικτου, εχθρικού χρόνου που καλπάζει και χάνεται. (Όπου κι αν κοιτούσες γύρω έβλεπες τον χρόνο να φεύγει). Αγωνία του χρόνου και προσπάθεια να τον φυλακίσει. Ίσως ο χρόνος εδώ είναι ο δείκτης, το όριο μιας ζωής υπό εγκατάλειψη, ενός χρόνου που τρέχει γιατί είναι τόσο ελαφρύς, αφού στερείται πραγματικού νοήματος, ουσίας. Η λειτουργία του χρόνου πάντως παρουσιάζει στο έργο εξαιρετικό ενδιαφέρον. Χρόνος διαφορετικών ταχυτήτων, με φανερή τη σχετικότητά του, που αντανακλά και τις διαφορετικές ποιότητες των δύο συνθηκών και βρίσκει το ανάλογό του στη ζωή μας. Έτσι η αναφορά, αρχικά, είναι ενός χρόνου άπιαστου, που τρέχει ατέλειωτα, αλλά η αίσθηση που αποκομίζει ο αναγνώστης – μέτοχος είναι ενός χρόνου βραδέος. Ο χρόνος λειτουργεί διαφορετικά στα δύο σύμπαντα. Στο πρώτο, ο χρόνος της συνήθειας, της φθοράς, της εγκατάλειψης, της τρέχουσας λογικής, ο χρόνος που γλιστράει σαν άμμος από τα δάχτυλά μας. Εδώ ο χρόνος είναι πανδαμάτωρ, όλα είναι υποταγμένα σ’ αυτόν. Κι ο άλλος χρόνος, ο βραδύς. Μιας πραγματικότητας που ενυπάρχει σε αυτήν αλλά την υπερβαίνει, όπου όλα λειτουργούν στην αυθεντικότητα και γνησιότητά τους, στην ουσία και αλήθεια τους, στην αιώνιά τους διάσταση. Εδώ ο χρόνος είναι γεμάτος, βαρύτερος, πυκνότερος, δυσκίνητος, έχει πιαστεί στην απόχη, νικημένος και αιχμάλωτος. Νίκη επί του χρόνου. Είμαστε στην περιοχή της ποίησης. Εδώ που η ταχύτητα της ψυχής φαίνεται να υπερβαίνει αυτή του χρόνου. Ένα σύμπαν που μόνο η τέχνη μπορεί να εκφράσει. Ως δυνατότητα. Ο χρόνος που δεν τρέχει, στοιχείο και βαθιάς εσωτερικότητας του υποκειμένου και εσωτερικότητας των πραγμάτων που αυτή συνεπάγεται. Έτσι η νέα πραγματικότητα αντανακλά τη βουτιά στα ενδότερα με αφορμή το τέλος μιας συνθήκης που έχει πλέον εξαντληθεί. Αυτή η αντίστιξη των δύο χρόνων στοιχείο αυθεντικότητας και γνησιότητας και ακριβούς αποτύπωσης των δύο κόσμων. Πραγματικά ποιητικό επίτευγμα.
Σ’ αυτό οφείλεται και το γεγονός ότι παρά το πεζολογικό ύφος της σύνθεσης, το κείμενο είναι άκρως ποιητικό. Υπάρχει βέβαια η συνειρμική γραφή, απόλυτα συμβατή εδώ και η ρυθμικότητα, αλλά η ποιητικότητα έχει να κάνει με την ατμόσφαιρα και την παρουσία του κόσμου αυτού, που λειτουργεί ποιητικά, όπου όλα βρίσκονται στην καθαρότητα και διαφάνειά τους. Ποίηση όχι απλώς μέσα από τις γραμμές, αλλά αίσθηση ότι βρίσκεσαι στον χώρο της.
Ποιο όμως συνιστά εδώ το παράδοξο; Η ζωή που έχουμε μάθει, (θυμήθηκες από τον χρόνο του σχολείου αυτά που άκουγες για την ευθεία), της γραμμικής αλληλουχίας, του εύκολα προβλέψιμου, του συνήθους, της ζωής με κανονιστικές αρχές; Ή το ανοίκειο μιας ανατροπής που ζητά τα «αβυθομέτρητα σημεία» κάθε οικείας θάλασσας και τις «αχαρτογράφητες πορείες», μιας ζωής που ασφυκτιά και εξεγείρεται; Που ζητά τα εαυτής, τη γυμνή ζωή της. Μιας πραγματικότητας που, ενώ μοιάζει παράδοξη, κερδίζει λίγο λίγο την αλήθεια της; Όπου «όλα μιλούν με τη φυσική τους γλώσσα μα τίποτα να ερμηνεύσεις δεν μπορούσες», όλα ξυπνούν από τον λήθαργο και απεγνωσμένα θέλουν να μιλήσουν. Ή μήπως, τελικά, η διαπίστωση της ύπαρξης των διαφορετικών αυτών πραγματικοτήτων στη ζωή μας, των διαφορετικών ποιοτήτων, ενός σύμπαντος αληθινού που αιωρείται, πέρα από τους φθαρμένους τρόπους και που από αδυναμία μας δεν μπορούμε ν’ αγγίξουμε;
Η βροχή, το ρέον νερό, στοιχείο που εντείνει τη ροή των πραγμάτων. Κάνει διάφανα τα μάτια για να δουν το νέο. Στοιχείο κάθαρσης και αναβάπτισης με νέους όρους. Ο ίδιος δεν κρατά ομπρέλα, δεν έχει προβλέψει αυτήν την εξέλιξη, σε αντίθεση με τους ανθρώπους που συναντά, οι οποίοι κρατάνε ομπρέλες και μάλιστα πριν αρχίσει να βρέχει. Φαίνεται πως ήταν έτοιμος, ανεπίγνωστα το περίμενε. Η βροχή, σύμβολο της ροής του ασυνείδητου που είναι παρόν.
Το υποκείμενο εμφορείται από μια ποικιλία συναισθημάτων και στάσεων. Παρατηρεί, διαπιστώνει, απορεί και εξίσταται, παλινδρομεί. Στο πριν και το μετά. Ανάμεσα στη σιγουριά της επανάληψης που τον τραβά πίσω και στη νέα ζωή, όπου έχει αρχίσει να περιπλανιέται. Ο ίδιος βέβαια διερωτάται για όλη αυτή την ανερμήνευτη κατάσταση αν όλα συνωμοτούν εναντίον του. Αν είναι ηθοποιός, που παίζει ρόλο ή θεατής, που παρακολουθεί παθητικά. Κάπου χάνει τα όρια μεταξύ φαντασίας και πραγματικού. Πότε μοιάζει να συμφιλιώνεται, πότε όλο αυτό φαντάζει εχθρικό, ξένο κι αντιστέκεται. Φαίνεται κάποτε σαν να μην εγκολπώνεται τη νέα κατάσταση. Γίνεται όμως κοινωνός αυτής της αλήθειας. Υπάρχει η έκπληξη, η ταλάντευση, το χάος του μυαλού, οι σειρήνες στον δρόμο, το αίνιγμα μαζί με τη λύση του. Η παλιά ζωή επιμένει αλλά έχει φτάσει στο απώτατο όριό της: (Μόνο εγώ ζω χωρίς αυξομειώσεις / η ζωή μου κυλά εντελώς μονότονα σαν μια ευθεία σε καρδιογράφημα) κι αλλού: (Ένιωσες ότι το σώμα σου δε σου ανήκει).
Κάποτε ξυπνά ο Οδυσσέας μέσα του (θα μπορούσες να ταξιδεύεις διαρκώς σαν ένας Οδυσσέας που όλο επιστρέφει).
Κείμενο πολύ πυκνό, που παραπέμπει στις πυκνές γραμμές του εξωφύλλου, που μοιάζει να αναπαριστά αυτήν την πυκνότητα. Απλά κι απέριττα τα εκφραστικά μέσα, γυμνά θα λέγαμε, χωρίς γλωσσικές υπερβολές και ακρότητες. Ένα αρχιτεκτόνημα όπου όλα είναι βαλμένα ακριβώς στη θέση τους, με χειρουργική ακρίβεια. Δεν εξέχει τίποτα, δε λείπει τίποτα, δεν μπορεί να προστεθεί ή να αφαιρεθεί κάτι. Αυτό δημιουργεί ένα αίσθημα σταθερότητας στον αναγνώστη.
Η αφήγηση κάνει κύκλο, ξεκινά και τελειώνει με τους ίδιους στίχους, που ο δημιουργός τοποθετεί ως μότο της σύνθεσης, αλλά είναι και οι καταληκτικοί στίχοι:
«Πώς γίνεται να μην έχεις προσέξει / πως κάθε οικεία θάλασσα / έχει αβυθομέτρητα σημεία / πως κάθε χάρτης του ουρανού / έχει αχαρτογράφητες πορείες / πως δε γνωρίζουμε ούτε καν / τα βήματά μας πού μας πάνε».
Θα λέγαμε ότι η νέα αυτή πραγματικότητα που δίνεται λειτουργεί κι αυτόνομα , όσο παράδοξο κι αν φαίνεται αυτό, μέσα κι έξω από το ποιητικό υποκείμενο, ένας κόσμος που ίπταται περιμένοντας να τον ανακαλύψουμε και να τον ζήσουμε, μια συνθήκη αληθινή που μας διεγείρει και μας υποψιάζει για τη ζωή που μπορεί να εκκρεμεί και να μας διαφεύγει. Κοινωνοί ενός σύμπαντος που λανθάνει πέρα από την επιφάνεια των πραγμάτων και που μπορούμε να προσεγγίσουμε με μια μικρή μετατόπιση πέρα από την τρέχουσα λογική.
Το μήνυμα που αφήνει το βιβλίο είναι ακριβώς αυτό. Η ανατροπή των δεδομένων βεβαιοτήτων κι η αναζήτηση μιας διαφορετικής γεωγραφίας, ιχνηλατώντας και ανακαλύπτοντας τόπους πρωτόγνωρους κι ανεξερεύνητους, έξω από τα στενά όρια μια ζωής που κρύβει δυσθεώρητες δυνατότητες. Του ανθρώπου που αναζητά το «όλον αυτού». Που ποθεί να πραγματώσει έναν διαφορετικό τρόπο ελευθερίας.
Ένα βιβλίο εμπειρία, όπου η ποίηση φορά τα γιορτινά της.
Ξανθίππη Ζαχοπούλου
