Τετάρτη 30 Ιουνίου 2021

Αριστούλα Δάλλη: "Αχαρτογράφητες πορείες"

[Κριτική της Αριστούλας Δάλλη στο διαδικτυακό περιοδικό Περί ου για το ποιητικό βιβλίο του Διονύση Στεργιούλα Το παράδοξο του ζην, εκδόσεις Νησίδες, Θεσσαλονίκη 2021.]

Στο καινούργιο του βιβλίο ποίησης Το παράδοξο του ζην ο Διονύσης Στεργιούλας μάς καλεί με τον ποιητικό του λόγο να παρακολουθήσουμε μαζί του την παραδοξότητα της ζωής. Από την αρχή, πριν ακόμη ξεφυλλίσει κανείς το βιβλίο, το εξαιρετικό εξώφυλλο (εικαστικό έργο του ιδίου) μας εισάγει στα ερωτήματα που αναδύονται μέσα από τα προσωπικά ερεθίσματα μιας καθημερινότητας που επαναλαμβάνεται ίδια αλλά πάντα με διαφορετικό πρόσωπο παραλλαγής ή αλλαγής. Η διεισδυτική ματιά του συλλαμβάνει εικόνες, μεταφορές και συμβολισμούς στον δρόμο, στο σπίτι, στο γραφείο, στην πορεία μιας τυχαίας μέρας που μοιάζει με αιωνιότητα. Ανεβαίνει και κατεβαίνει στα επίπεδα των σκέψεών του με άνεση έμπειρου στοχαστή και τολμάει να περπατήσει σε αχαρτογράφητες πορείες ουρανού και θάλασσας.

Στο εξώφυλλο αποτυπώνει την αέναη κίνηση της Συμπαντικής Ενέργειας και την εσωτερική ροή της, που άλλοτε συσπειρώνεται με εσωστρέφεια γύρω από το Εγώ και άλλοτε ξεδιπλώνεται ανιχνεύοντας στον έτερο άλλον «το παράδοξο του Ζην». Μέσα σε αυτή την δίνη της υπαρξιακής αναζήτησης, με γραμμική αλλά και κωδικοποιημένη επικοινωνία, καταφέρνει να έχει λευκά, και γιατί όχι τετράγωνα λογικά πλαίσια, όπου καταχωρεί τις νέες αντιλήψεις και εισάγει τις προσωπικές του διαδρομές. Παράλληλα μας καλεί μ’ ένα ερώτημα και έναν τρόπο αφύπνισης να προσέξουμε μαζί αυτό που τόσο άτεχνα μας διέφυγε. Γράφει:

             «Πώς γίνεται να μην είχες προσέξει

              πως κάθε οικεία θάλασσα

              έχει αβυθομέτρητα σημεία

              πως κάθε χάρτης του ουρανού

              έχει αχαρτογράφητες πορείες

              πως δεν γνωρίζουμε ούτε καν

              τα βήματά μας πού μας πάνε;»

Ο ποιητής στοχάζεται και ανά-στοχάζεται για τον χρόνο, αυτόν που έζησε και αυτόν που θα έρθει. Ανασκαλεύει τις απώλειες, τις λαθεμένες επιλογές, τις επαναλήψεις στο παρελθόν, στο παρόν ίσως και στο μέλλον. Βάζει στο μικροσκόπιο τις ιδέες για την προσωπική ευθύνη του καθένα. Μας μεταφέρει τόσο περίτεχνα, για να μην φοβηθούμε, στην παιδική ηλικία που όλα τα βλέπαμε με την σιγουριά της αθωότητας και της επιθυμίας.

             «Η μέρα σου ξεκίνησε πολύ μονότονα

              σ’ ένα κατάστημα που γνώριζες από παιδί.

              Μπήκες στον χώρο με μεγάλη σιγουριά

              αλλά δεν έβρισκες αυτό που ήθελες.

              […] σου είπαν ότι θα έπρεπε από καιρό

              να το είχες αναζητήσει.»

Μας μεταφέρει στον χρόνο εκείνο που ξέραμε τι θέλαμε αλλά σήμερα δεν ξέρουμε. Μας θυμίζει ότι αυτό που ξέρουμε σήμερα είναι «αυτό που μοιάζει» με αυτό που θέλαμε, αλλά έχουμε ξεχάσει τι ήταν αυτό που θέλαμε. Πόσο οδυνηρό είναι να ακούμε από τον ίδιο τον εαυτό μας, τον ψεύτικο εαυτό, ότι αυτό που θέλαμε (αγκαλιά, φιλί, γάλα, βλέμμα και ό,τι άλλο) μας τελείωσε και δεν θα το βρούμε σε κανένα ράφι. Σπαρακτική η ματαίωση και η εσωτερική ακινησία, όταν ένας άλλος εαυτός ξέρει την συμπαντική ενέργεια του δημιουργικού εαυτού. Σκηνικό κόλασης, αντιστροφή της πραγματικότητας. Όλα παράδοξα, τυχαία, χωρίς εξήγηση και σκοπό.

Μετά πάλι ροή και κίνηση. Ο ποιητής ξεκινάει την αναζήτηση του «άλλου», μέσα από τον οποίο, σαν σε καθρέφτη θ’ αναγνωρίσει τον εαυτό του. Εικόνες συμβολικές, συναντήσεις συνηθισμένες και καινούργιες που ξαφνιάζουν, ανοίκειες, που δημιουργούν απορία και δισταγμό. Το κορίτσι με την μαύρη τσάντα, οι άνδρες με τις ομπρέλες, το φύλλο του δέντρου, μετά την καταιγίδα, που κρύβεται στην τσέπη, η ανοιξιάτικη μέρα, όλα αυτά που αργοπόρησες να τα φωτογραφίσεις ή να αποθηκεύσεις στις σελίδες του βιβλίου σου (του μυαλού σου), σε ξεπερνούν. Μία κατάσταση κενού. Όλα σαν μία κωμωδία, σαν κοροϊδία γραμμένη στα ξένα πρόσωπα των περαστικών.

             «Και τότε είδες ξαφνικά πολλούς περαστικούς

              να στρέφουν το κεφάλι τους στον ουρανό

              και να κοιτούν ψηλά απορημένοι.»

Αφύπνιση. Νέα παρατήρηση του κόσμου που συνεχίζει να κινείται και να υπάρχει ερήμην σου. Στην βιτρίνα, αντί για πλαστική κούκλα ντυμένη στην μόδα, ένα μικρό εγκλωβισμένο γατάκι. Μία γυναίκα, η θηλυκή anima, κάπου την ξέρεις και ας μην θυμάσαι από πού, φωνάζει και παροτρύνει να μην το βασανίζεις και να το ελευθερώσεις. Η ψυχή ζητάει την ελευθερία της, δεν είναι η θέση της σε μία βιτρίνα σαν ψεύτικη persona.

Και η βροχή πάντα παρούσα σε κάθε επόμενο βήμα, σε κάθε επόμενη μέρα. Εκεί πάντα για να ρευστοποιεί τις ακαμψίες, να ξεπλένει τα ανείπωτα. Η βροχή, καταιγίδα ή νεροποντή, ακολουθεί την ροή του χρόνου και παρασύρει στους υπονόμους ό,τι βρει στον δρόμο της. Και εμείς, σύμφωνα με τον ποιητή, αφήνουμε ευκαιρίες ζωής να χάνονται στα υπόγεια ρεύματα κάτω από την γη. Ο δημιουργός με την φαντασία του αφουγκράζεται το παράδοξο της ζωής. Όλα περνούν μπροστά του διαστρεβλωμένα και παράξενα. Τίποτε δεν ταιριάζει με τις αντιλήψεις του.

             «Η ώρα περνούσε και μαζί της

              περνούσε ο χρόνος κι έφευγε.

              Τα πρόσωπα των περαστικών

              έμοιαζαν τώρα πιο γερασμένα

              εκτός κι αν ήταν άλλα πρόσωπα

              εκτός κι αν η βροχή είχε ξεπλύνει

              όχι μόνο τον δρόμο αλλά και τα πρόσωπα.»

Η γλώσσα του ποιητή πάλλεται. Η μεταστροφή δημιουργεί κανάλια έμπνευσης. Το εγκλωβισμένο γατάκι τώρα είναι ένα πουλί, ένα σπουργιτάκι, ικανό να πετάει, να ταξιδεύει, να ζει τους σταθμούς του ταξιδιού του, αλλά να καίγεται από νόστο για την επιστροφή στην πατρίδα, σαν ένας Οδυσσέας που όλο ταξιδεύει και επιστρέφει, και φεύγει για μία νέα εξερεύνηση, χωρίς να σκέφτεται τον χρόνο.

Ο ποιητής συγκλονίζει τον αναγνώστη με την θέρμη και την αντίσταση στον χρόνο. Γράφει με πυρετό στίχους όπου, σαν ταινία χωρίς τέλος, συνεχίζει να παρακολουθεί το παράδοξο του ζην. 

Τώρα ξαναβλέπει να περνούν, όπως στους κυκλικούς ιμάντες των αεροδρομίων, οι ίδιες εικόνες αλλά διαφοροποιημένες. Το κορίτσι έχει μία κόκκινη τσάντα, οι ομπρέλες είναι κόκκινες, οι δρόμοι έχουν γίνει λεωφόροι, η ρουτίνα δεν πνίγει και το σπίτι μπορείς να το κατοικείς, σαν να μην έφυγες ποτέ. Και μετά όλα άλλαξαν.

             «Και τότε άκουσες μια μουσική θεσπέσια

              να έρχεται από άγνωστη πηγή

              μια μουσική που έσβηνε τους άλλους ήχους […].

              Ένιωθες ότι μια ολόκληρη ανθρωπότητα

              κρύβεται μέσα στο μυαλό σου

              και γύρω σου ένα σύμπαν ανεξήγητο.»

Ο Διονύσης Στεργιούλας, με την ψυχική του ενέργεια, την ποιητική δεινότητα στον λόγο και την γραφή, την τόλμη να αγγίζει μνήμες ξεχασμένες και να ανιχνεύει εκ νέου δρόμους ξεκάθαρους από την ομίχλη της λήθης, μετουσιώνει την παραδοξότητα της ζωής σε βεβαιότητα και αναγνωρίσιμη αξία. Ενισχύει και φρεσκάρει τις απωθημένες επιθυμίες, επουλώνει παλαιά τραύματα και συμφιλιώνεται με τον «εσωτερικό εχθρικό και ελεγκτικό εαυτό».

Βουτάει και αναμοχλεύει τις υπόγειες ρίζες στον υπόγειο ασυνείδητο κόσμο του. Καθρεφτίζεται και αναγνωρίζει τα όρια στα πρόσωπα των άλλων. Επιτρέπει στον εαυτό του να κάνει λάθη, γιατί έτσι πραγματώνει στον παρόντα χρόνο τις επιθυμίες του, αυτές που κάποτε στο μαγαζί της παιδικής ηλικίας του δεν μπόρεσε να αγοράσει. 

Ο δρόμος της προσωπικής πορείας, αν και είναι ίσια γραμμή με αρχή και τέλος, δεν παύει να είναι ένας λαβύρινθος με πολλά ζικ-ζακ και αναστροφές, αλλά πάντα, με τον μίτο της ψυχής και τον έρωτα για ζωή, βρίσκει διεξόδους.

            «Αν ήξερες πως μια ευθεία

              κρύβει τόσους λαβύρινθους

              αν ήξερες πως μια γνωστή διαδρομή

              μπορεί να γίνει επικίνδυνο ταξίδι

              θα έμενες όλη τη μέρα σπίτι

              και θα απέφευγες με τρόπο έξυπνο 

               τις τρικυμίες του οδοστρώματος.»

Ευχαριστώ τον Διονύση Στεργιούλα που με το υπέροχο ποίημα και τον στοχασμό του δίνει την ευκαιρία και σ’ εμάς να ταξιδέψουμε μαζί του στο Παράδοξο του Ζην.

Αριστούλα Δάλλη

*Η Αριστούλα Δάλλη είναι Εικαστική-Συστημική Οικογενειακή Ψυχοθεραπεύτρια και διευθύνει το Κέντρο Προσωπικής Ανάπτυξης και Ψυχοθεραπείας μέσω της Τέχνης «Άκεσα» στη Θεσσαλονίκη.

Αναδημοσίευση από το διαδικτυακό λογοτεχνικό περιοδικό Περί ου.

Κυριακή 30 Μαΐου 2021

«Το παράδοξο του ζην» - Προσέγγιση από τον ποιητή & κριτικό Γιώργο Ρούσκα

[Κριτική του Γιώργου Ρούσκα στο διαδικτυακό περιοδικό Paspartou για το ποιητικό βιβλίο του Διονύση Στεργιούλα Το παράδοξο του ζην, εκδόσεις Νησίδες, Θεσσαλονίκη 2021.]

Δύο ορθογώνια παραλληλόγραμμα μάτια, με αμφιβληστροειδή το όνομα και το επίθετο του ποιητή αντίστοιχα μέσα τους, αφ’ υψηλού εποπτεύουν το παράδοξο. Μία τεθλασμένη μύτη με τον τίτλο της συλλογής, αποτελείται από ένα ζήτα ή από ένα ήτα ή από ένα νι ή και από όλα τούτα μαζί, αναλόγως

(α) του πότε και

(β) της θέασης τη θέση,

όπως ακριβώς συμβαίνει με το απαρέμφατο: ζην.

Παρατηρώντας προσεκτικότερα, βλέπεις το ζήτα-ήτα-νι να παίρνει τη μορφή δρόμου. Το παράδοξο των ματιών βρίσκεται προς το παρόν άνωθεν του δρόμου, κάτωθεν του οποίου τι; Το στόμα, ως λευκό τετράγωνο, ίσως ως ρόπτρο-ρόμβος στη θύρα της ποίησης. Το υπόλοιπο πρόσωπο; Το φόντο; Γραμμικές αλληλουχίες σε καμπύλες τροχιές, ως δακτυλικά αποτυπώματα σκέψεων ή ως γραμμικοί στρόβιλοι ψυχής. Μπορεί και ως στιγμιαία καταγραφή ποτάμιας ροής συνειρμών ή ως ασπρόμαυρη απεικόνιση της κυκλοφοριακής ροής της πόλης. Το άλλο πρόσωπο της πόλης. Αποτύπωση του χάους. Το γιν και το γιαν σε πάλη για εξισορρόπηση. Από το εξώφυλλο (εικαστικό του ποιητή) στο Χάος του Ησιόδου, από εκεί στον δρόμο, από τον δρόμο στην πόλη, από εκεί στη γη, και από τη γη κατευθείαν ξανά στην ψυχή. Αναζητήσεις Ορφικές. Παράδοξο; Όσο το ζην. Εξώφυλλο; Απόλυτα ταιριαστό με το περιεχόμενο.


Τα ποτάμια των γραμμών εκβάλλουν και μορφικά στις λέξεις, επιβάλλοντας την Ηρακλείτεια ρήση «ὁδὸς ἄνω κάτω μία καὶ ὡυτή», με άλλα λόγια το ποίημα αρχίζει με μότο μία επτάστιχη όσο και εφτάψυχη ερώτηση και τελειώνει ακριβώς με αυτήν. Όλα εκτυλίσσονται κατά τη διάρκεια μιας ημέρας, όπως και στον «Οδυσσέα» του Τζέιμς Τζόυς, μεταξύ πραγματικού και φανταστικού, μεταξύ ξύπνιου και ονείρου και μάλιστα σε διάστημα ενός μέρους αυτής και μάλιστα σε μικρή, συγκεκριμένη έκταση χώρου.

Αυτά συμβαίνουν σε έναν κατά τα φαινόμενα συνηθισμένο άνθρωπο, «μία ωραία πρωία», «στα καλά του καθουμένου». Το ποιητικό υποκείμενο βγαίνει στον δρόμο για να πάει σε μια συνάντηση, όπως πάμπολλες φορές ως τώρα. Τυπικός, καθωσπρέπει, συνεπής, «κύριος»:

ήθελες μόνο να είσαι συνεπής

να είσαι στην ώρα σου εκεί που σε περίμεναν

ή εκεί που νόμιζες ότι σε περιμένουν.

Για σένα αυτό είχε πάντα σημασία

κι όχι ο δρόμος κι όχι κάτι άλλο.

Ο δρόμος είναι αρχικά η σκηνή όπου «παίζεται το δράμα». Ξαφνικά κάτι γίνεται και όλα αλλάζουν. Γίνεται ανατροπή στον εσωτερικό κόσμο του πρωταγωνιστή. Όλα τα αντιλαμβάνεται πλέον διαφορετικά. Αρχίζει να βλέπει αλλιώς, αρχίζει να βλέπει και τα «αλλιώς»:

Τόσες χιλιάδες άνθρωποι σε κίνηση

κι ο μέσος όρος μια ακινησία.

Παραίσθηση, επιφοίτηση, ενόραση, υπερρεαλιστική έκρηξη; Εκεί που

νόμιζες ότι όλα αυτά τα είχες ξαναζήσει

κι ότι τη δεύτερη φορά

δεν θα ξανακάνεις τα ίδια λάθη

συνειδητοποιείς το αίμα στην κόψη της λεπίδας της συνήθειας, της επανάληψης, της ρουτίνας. Σε στιγμές διαύγειας, όπως τούτη, ο διαπιστωτικός απολογισμός είναι το σήκωμα του ποδιού για την έναρξη του πρώτου βήματος αυτογνωσίας, χάρη στο οποίο θα μπορέσεις ενδεχομένως να πας παραπέρα:

ακόμη κι ο καιρός έχει ξεσπάσματα

μόνο εγώ ζω χωρίς αυξομειώσεις.

Τούτο το καθόλου τυχαίο εγώ σε φέρνει σε θέση παρατηρητή. Ασφαλής ως τώρα (εγώ ζω), απεκδύεσαι την απομόνωση (μόνο εγώ ζω), τον διαχωρισμό (χωρίς), την ευθεία πορεία (χωρίς αυξομειώσεις) και έρχεσαι στην τεθλασμένη, στον δρόμο που γίνεται αρένα. Υπάρχεις Εσύ και οι Άλλοι. Οι Άλλοι. Κάποιοι από αυτούς ζητάνε να προσαρμοστεί η ζωή στα μέτρα τους, να βρουν επί γης δικαιοσύνη, σε ένα σύστημα όπου η δράση του ενός έχει επίδραση και στον άλλο:

φταίει ο ένας αλλά την πληρώνουν και οι δύο

«δεν είναι άδικο;» ρωτούσαν μεταξύ τους.

Οι Άλλοι. Κρατάνε ομπρέλες για να προστατευτούν από την ευλογία της βροχής. Επιθυμητό το ατσαλάκωτο, το μακιγιαρισμένο φαίνεσθαι, το «αβρόχοις ποσί», η στεγνότητα, η προσωπίδα.

Εσύ. Εσύ και η μοναξιά. Εσύ και η μεγαλύτερη μοναξιά: εσύ ανάμεσα στους άλλους. Εσύ και η μοναξιά της ποίησης, εσύ απέναντι από τις φιλαυτίες τους:

Μα ποιος διαβάζει σήμερα ποιήματα

εδώ δεν βρίσκεις έναν άνθρωπο

να σε ακούσει ενάμισι λεπτό.

Όλες σου οι εμπειρίες, σύσσωμες οι μνήμες, κατά ριπάς οι γνώσεις σου, πυροδότησαν σήμερα τη μεγάλη έκρηξη. Κουρτίνες κάηκαν (δεν θέλεις σύνδεση με τις πληγές του παρελθόντος, δεν θέλεις καν κουρτίνες, κάηκαν, δεν βάφτηκαν – άκου αείμνηστο Μητροπάνο). Παντζούρια άνοιξαν. Άπλετο διαισθητικό φως ξεπλένει τη σκόνη και τη μούχλα της κλεισούρας του έσω δωματίου:

Δεν είχες απομακρυνθεί από το σπίτι σου

ούτε διακόσια μέτρα ούτε τρία τετράγωνα

κι έβλεπες γύρω σου τον κόσμο σε περίληψη

την ιστορία του κόσμου συμπυκνωμένη.

Ο κόσμος όλος γυρίζει γύρω από τον δρόμο, ο οποίος διασχίζει ως ποταμός την πόλη. Έτσι, ο κόσμος όλος –και ο κόσμος του ποιήματος– περιστρέφεται με τη σειρά του γύρω από την πόλη, η οποία όχι μόνο είναι ζωντανή, μιας και

κανείς δεν ξέρει αν οι πόλεις

έχουν ψυχή και συναισθήματα

αλλά και η μόνη ελεύθερη αφού

... οι πόλεις του καιρού μας

δεν έχουν τείχη ούτε οριοθέτηση

μπορούν να επεκτείνονται ανεμπόδιστα

ώσπου να βρουν στον δρόμο τους μια άλλη πόλη.

Αυτά και άλλα πολλά άρχισες να τα καταλαβαίνεις σήμερα. Να είχε κάτι η βροχή; Η ατμόσφαιρα; Τα χθεσινά χάπια για τον ύπνο; Τα πρωινά για την πίεση; Να είναι κάποιος ιός; Μαγνητικά κύματα μιας επικείμενης Αποκάλυψης; Φλοίσβος από το Υπερπέραν; Ή όνειρο; Περπατάς ή υπνοβατείς;

Έχει σημασία; Εσύ είσαι και στο ένα και στο άλλο (βλ. Παρμενίδη). Στην αρχή,

σκέφτηκες εκείνους που προνοούν.

Το έκανες με κάποιο παράπονο, ίσως γιατί ήθελες να είσαι αποδεικτικά ταυτισμένος με εκείνους περισσότερο. Ήδη όμως ήσουν ένας από αυτούς κι ας μην το ομολόγησες ποτέ στον εαυτό σου. Μετά άρχισες να φοβάσαι γιατί

ένιωθες ότι μια ολόκληρη ανθρωπότητα

κρύβεται μέσα στο μυαλό σου

και γύρω σου ένα σύμπαν ανεξήγητο.

Πάντοτε βιαστικός προσπερνούσες τα πάντα, πάντοτε με βιασύνη περνούσες από τον δρόμο και πήγαινες στον προορισμό σου. Ποτέ δεν στάθηκες να αφουγκραστείς τη φύση, να δεις τι έχει να σου πει ένα φύλλο, όπως αυτό που έπεσε πάνω σου σήμερα. Γύρω σου διαρκώς

όλα μιλούσαν με τη φυσική τους γλώσσα

μα τίποτα να ερμηνεύσεις δεν μπορούσες.

Έχεις βέβαια μελετήσει ΠΕΡΙ ΦΥΣΕΩΣ. Εμπεδοκλή, Παρμενίδη, Αριστοτέλη. Παρόλα αυτά, όχι μόνο δεν μπορούσες να δεις τον ίδιο δρόμο τόσα χρόνια (χώρος), σχεδίαζες να τιθασεύσεις και τον χρόνο, νόμιζες πως με μια φωτογραφία,

εάν κατάφερνες να φυλακίσεις ...

... μια οποιαδήποτε στιγμή

ο χρόνος θα ήταν αδύναμος απέναντί σου

ή τουλάχιστον λιγότερο εχθρικός.

Ο χρόνος όμως δεν είναι ούτε φιλικός ούτε εχθρικός. Ούτε δυνατός ούτε αδύναμος. Το να απαθανατίσεις τα ορατά σε μια στιγμή αυτό δεν σημαίνει ότι τα φυλακίζεις. Μόνο τα αρχειοθετείς σε εκτυπωμένη ή ηλεκτρονική μνήμη για να μπορείς να τα ανακαλείς ευκρινώς όποτε θέλεις, να μπορείς να επιστρέφεις σε αυτά και στη στιγμή τους (άρα και στα αόρατα μέσα σε αυτά) κατά βούληση. Προσπαθείς να γεφυρώσεις το παρελθόν με το παρόν. Το ξέρεις πως έτσι είναι, το λες, μπορείς,

σαν ένας Οδυσσέας που όλο επιστρέφει.

Στον χρονικό κυκλικό δίσκο του ποιήματος, ο οποίος περιέχει εσωτερικά έναν άλλο δίσκο κάποιων ωρών της συγκεκριμένης μέρας, πολλά συνέβησαν εντός και εκτός του ποιητικού υποκειμένου, εντός και εκτός του δρόμου, εντός και εκτός των σελίδων. Παράδοξα ή μη, έλαβαν χώρα είτε στο συνειδητό, είτε στο ασυνείδητο, είτε στο ανάμεσα, σίγουρα όμως κάποια βγήκαν στο χαρτί.

«Παράδοξο»: περίεργο, παράξενο, μη αναμενόμενο, κάτι που δεν θεωρείται «κανονικό» ή «φυσιολογικό». Γιατί όλα τούτα προσάπτονται (ως επίθετα άραγε ή ως φαινόμενα) στο ζην; Τι πιο θαυμαστό, όμορφο, φυσιολογικό, κανονικό, γλυκό από τη ζωή; Μήπως θαυμαστό, όμορφο, φυσιολογικό, κανονικό, γλυκό είναι το υπάρχειν και παράδοξο το ζην, αφού συχνά το «υπάρχειν» δεν σημαίνει αναγκαστικά και ζην; Ή ακριβώς το αντίστροφο;

Πώς ορίζεται το ζην σε ατομικό και πώς σε συλλογικό επίπεδο; Ορίζεται;

Το ζην είναι εν τέλει παράδοξο ή παράδοξος ο σύγχρονος τρόπος του ζην;

Το παράδοξο συμβαίνει ή ο άνθρωπος δεν το βλέπει και ζει στη δική του κατασκευασμένη ψευδοπραγματικότητα, θεωρώντας παράδοξα τα έξω από αυτήν;

Τα παράδοξα του Ζήνωνα του Ελεάτη; Κινείται τελικά το βέλος του;

Κινείται ο περιπατητής ή ο δρόμος;

Παράδοξα κατά το φαίνεσθαι, παράδοξα κατά την επαγωγική διαδικασία, παράδοξα κατά τη συλλογιστική και τη διατύπωση, ίσως, παράδοξα όμως κατά το «είναι»;

Το ζήτημα επεκτείνεται εκθετικά, γιατί δεν είναι μόνο τα παράδοξα σε ένα πεζοδρόμιο ή σε μια στοά ενός δρόμου:

κι αν στη μικρή αυτή διαδρομή

συμβαίνουν τόσα παράξενα /.../

φαντάσου τι θα γίνεται σ’ όλη τη γη.

Το ποίημα, με άξονα τον δρόμο-πόλη, κατά των αρχαίων την πόλη-κράτος, εστιάζει στην κίνηση-παλινδρόμηση του σύγχρονου ανθρώπου όχι μόνο «εντός» αλλά και «επί» της Πόλης-Οδού, αναζητώντας κάποτε το «επεί», διακρίνοντας καθαρά, όπως κάποιες φορές συμβαίνει όταν σαν να ξυπνάμε από λήθαργο βλέπουμε ότι η μέχρι τώρα στάση μας είναι για γέλια:

«Επεί νυν γέλως έσθ' ως χρώμεθα τοις πράγμασιν»

(Δημοσθένης, Κατά Φιλίππου Α΄, 25).

Αποτελείται από μικρότερες ποιητικές –πολλές εκ των οποίων αυτόνομες ή ημιαυτόνομες– υποενότητες, οι οποίες συγκροτούν την όλη ποιητική σύνθεση, ακριβώς όπως χωρικά οι δρόμοι συνθέτουν την πόλη, ακριβώς όπως χρονικά οι στιγμές συνθέτουν τη διάρκεια της ζωής, ακριβώς όπως λεκτικά οι στίχοι συνθέτουν το ποίημα. Μικρό μεν σε έκταση (τριάντα δύο σελίδες συν δύο άγραφες για σημειώσεις) μεγάλο δε σε αξία. Επιβεβαιώνει για πολλοστή φορά τη φράση "οὐκ ἐν τῷ μεγάλῳ τὸ εὖ κείμενον εἶναι, ἀλλὰ ἐν τῷ εὖ τὸ μέγα" (βλ. Διογένης Λαέρτιος, Βίος Ζήνωνος: ρήση του αυλητή Καφησία ή βλ. Αθήναιος, Δειπνοσοφισταί).

Οφείλω να σημειώσω επίσης τη συνειδητή χρήση γλώσσας ομαλής και ρέουσας, χωρίς ακρότητες λέξεων ή εκφράσεων, χωρίς καμία πρόθεση εντυπωσιασμού ή επίδειξης, παρόλο το γλωσσικό μήκος, πλάτος και βάθος του εκφραστικού αποθέματος του συγγραφέα, κάτι που μαρτυρά κατά τη γνώμη μου ήθος ποιητικόν.

Μανιφέστο του παραδόξου; Δοκίμιο για την οδό; Σουρεαλιστική έκλαμψη του ζην; Απόπειρα ενσωμάτωσης στην πόλη (βλ. οπωσδήποτε και Καβάφη); Αγωνία για κατανόηση της Φύσης; Εναρμόνιση με το τεχνητό περιβάλλον;

Συνειδητός Εναγκαλισμός του Άστεος

ή Ασυνείδητη Ομολογία Πλάνης;

Με τούτο το βιβλίο ο Διονύσης Στεργιούλας, προερχόμενος από τις Νήσους του Δοκιμίου και της Κριτικής, επαξίως αποβιβάζεται με αποσκευές πλέον στο νησί της Ποίησης, έχοντας στην έσω τσέπη του σακακιού του γραμμικές συνθέσεις από τη Νήσο των Εικαστικών.

Κομίζει ακόμα μία ηχηρή απάντηση σε όσους συνεχίζουν να αμφιβάλλουν αν γράφεται αξιολογότατη σύγχρονη Ποίηση. Παράδοξο; Καθόλου. Το παράδοξο του αξίως ποιείν διατρανώνει την ευλογία της δημιουργίας, όσο παράδοξη κι αν είναι αυτή.

Εντός ή εκτός της πόλεως. Άλλωστε η πόλη πάντοτε εκεί:

«Η πόλις θα σε ακολουθεί. Στους δρόμους θα γυρνάς

τους ίδιους. Και στες γειτονιές τες ίδιες θα γερνάς·

και μες στα ίδια σπίτια αυτά θ’ ασπρίζεις.»

(Καβάφης, Η Πόλις, 1910)

Και οι δρόμοι της πάντα εκεί. Ανοιχτοί. Όπως και κάποιοι άνθρωποι.

Όπως οι Ποιητές.

Γιώργος Ρούσκας

 Αναδημοσίευση από το διαδικτυακό περιοδικό Paspartou (19.4.2021)






Παρασκευή 30 Απριλίου 2021

Κωνσταντίνος Μπούρας: 'Το παράδοξο του ζην'

[Κριτική στο διαδικτυακό περιοδικό Fractal / Η γεωμετρία των ιδεών για το ποιητικό βιβλίο του Διονύση Στεργιούλα Το παράδοξο του ζην, εκδόσεις Νησίδες, Θεσσαλονίκη 2021.]

Είναι κάποιες μέρες που σπάει το πλέγμα των πεποιθήσεών μας, εκείνων που μας βοηθούν να νιώθουμε κατά το μάλλον ή ήττον ασφαλείς στο καβούκι μας, αλλά τότε μέσα από μια ακαθόριστη ρωγμή του χωροχρόνου, χαίνουσα, περνάμε μέσα από το σουρωτήρι του matrix και νιώθουμε για πρώτη φορά σαν τον Ηράκλειτο όταν κονταροχτυπήθηκε με τα θυελλώδη μαγνητικά ρευστά του σύμπαντος κόσμου.

Είναι κάποιες μέρες που η θεωρία των χορδών παύει να είναι απλώς μια ακόμα θεωρία των Φυσικών Επιστημόνων στην απέλπιδα προσπάθειά τους να εξηγήσουν τον χαοτικό κόσμο γύρω μας και μέσα μας. Τότε κολυμπάς με ταχύτητες απείρως μεγαλύτερες του φωτός σε λάβες αγνώστων ηφαιστείων που δεν έχουν εκραγεί ακόμη… Και τότε είναι που έρχεσαι αντιμέτωπος με το αναπάντεχο: έναν άλλο καθρέφτη που δεν αντανακλά το είδωλό σου, σαν να μην υπήρξες ποτέ, σαν να μην είσαι ούτε καν σκιά σκιάς, μήτε ένα απλό όνειρο, φευγαλέο όνειρο στον ύπνο ενός Γίγαντα που δεν ξέρει ότι κοιμάται, δεν έχει καν επίγνωση της ύπαρξής του.

Και τι είναι άραγε ακριβώς αυτό που λέμε «αυτεπίγνωση», «αυτοσυνείδηση» πάρεξ μια φευγαλέα απεικόνιση στη σαπουνόφουσκα της πραγματικότητας;

Ο Σάμιουελ Μπέκετ γοητευμένος από ένα ανάλογο τραγούδι των Σειρήνων βγαίνει κάθε μέρα του τέλους της επίγειας ζωής του και περπατάει μέχρις εξαντλήσεως, μέχρι να πέσει αναίσθητος στο κοντινότερο χαντάκι, σαν σκουπίδι, σαν φύλλο που το παρέσυρε η βροχή και αρνείται να κρυφτεί μακριά από το ζωοποιόν φως τού ήλιου.

Αυτή την εικόνα αναπτύσσει ο συλλέκτης σπανίων στιγμών Διονύσης Στεργιούλας σε αυτό το υβριδικό πόνημά του με τα έντονα δραματικά στοιχεία. Ποιητικό αφήγημα από τα λίγα που έχουν γραφτεί στην ελληνική γλώσσα, γιατί προσθέτει στην ανάγλυφη εικονοπλασία μία κινηματογραφική ρυθμικότητα του συναισθήματος όταν αρνείται να συνδιαλλαχθεί με τον παράλογο ύπνο που σαρώνει τις ζωές μας.

Τι θα συνέβαινε αν ξυπνούσαμε ανάμεσα στους ζωντανούς; Σε αυτό το υποθετικό ερώτημα απαντάει με τον καλύτερο και διεξοδικότερο τρόπο ο επαρκής λογοτέχνης που κατέχει την μέθοδο του Στανισλάβσκι να ανασύρει από τη μνήμη του, από τη μνήμη μας, από τα βάθη του Συλλογικού Ασυνείδητου, αισθήσεις της πρώτης παιδικής μας ηλικίας, με την θλίψη της βροχής να επιτείνει το περιβάλλον τρόμου και ανέχειας που κάθε σύγκρουση με το Άγνωστο συνεπάγεται.

Είναι ποίημα, στο βαθμό που συνδιαλέγεται με το δεξί ημισφαίριο του εγκεφάλου, είναι όμως τόσο συνειρμικά δομημένο που θα μπορούσε να αποτελέσει την βάση για ένα «ολικό καλλιτέχνημα» απίστευτης ομορφιάς.

Σπανίως εκστασιάζομαι διαβάζοντας κείμενα συγχρόνων μου λογοτεχνών. Όμως αυτό πάει πάρα πέρα, τραβάει μια διαχωριστική με τα τετριμμένα, είναι διδασκαλικό αλλά όχι και διδακτικό, όχι απαραίτητα.

Ψάχνω και ξαναψάχνω τι κρύβεται κάτω από αυτές τις σελίδες, ανάμεσα στις τυπωμένες γραμμές και καταλήγω πως αυτό δεν μπορεί παρά να είναι η Ποίηση, η καθαρή Ποίηση χωρίς τα στολίδια των δοκησισόφων.

Θυμάμαι εικόνες, αναθιβάνω μνήμες, ενεργοποιούμαι και γνωστοποιούμαι, κοινοποιώ την παρουσία μου στον ίδιο τον εαυτό μου μέσα από τις σοφά δομημένες σκέψεις. Όμως δεν πρόκειται για ένα θέατρο ιδεών, μήτε για «δράμα του εγώ», είναι κάτι κοινό αλλά και ειδικό συνάμα, γενικό αλλά και ιδιοσυχνάζον σε μήκη και πλάτη της γης ιδιότροπα, λες και δεν κατοικούμε όλοι στον ίδιο πλανήτη.

Αυτό το παραξένισμα, η ανοίκεια του καθημερινού γλωσσικού κώδικα δίνει και το εξαιρετικό στίγμα σε αυτή την απόκοτη αγριελιά ενός κόσμου άκτιστου, όπως και το Φως που γέννησε τα πάντα μέσα από έναν κβαντικό κυματισμό του.

* Ο Δρ Κων/νος Μπούρας είναι ποιητής, θεατρολόγος και κριτικός.

[Πρώτη δημοσίευση: διαδικτυακό περιοδικό Fractal, 23.3.2021]


Τρίτη 30 Μαρτίου 2021

Το ποίημα άγγελος

 
Το ποίημα προχωρούσε αμέριμνο
σε έναν γνωστό του δρόμο.
Έβλεπε άλλα ποιήματα και τα χαιρετούσε.
Έβλεπε την αθωότητα στο βλέμμα τους
και ένιωθε πληρότητα
και ανεκλάλητη χαρά.
Κάτι όμως μέσα του του έλεγε
να εξερευνήσει περισσότερο την πόλη.
Έστριψε σε ένα σκοτεινό στενό
μπήκε σε μία συνοικία άγνωστη
και είδε πρόσωπα θλιμμένα
είδε ναυάγια στη στεριά
και ναυαγούς στον τρίτο όροφο.
Σκέφτηκε την επιστροφή
και την ηθελημένη αμνησία
αλλά μια δύναμη το έσπρωχνε
στον ζωντανό λαβύρινθο της πόλης.
Μετά από ώρες περιπλάνησης
δεν ήταν πια το ίδιο ποίημα
μα ένα ποίημα ατίθασο
με τα φτερά του ανοιγμένα
και με τον πόνο να κυλά στις λέξεις του.
 

 
 
[Πρώτη δημοσίευση: περ. Θευθ, 
τχ. 12, Δεκ. 2020, σ. 72]

Κυριακή 28 Φεβρουαρίου 2021

Νίκος-Αλέξης Ασλάνογλου - Για μιαν ελευθερία

Είμαι χειρότερος απ' τους αλήτες, τις αρτίστες,
αυτοί μπορούν και ζουν, δεν περιμένουνε– 
μα εγώ ό,τι παίρνω γίνεται προπέτασμα καπνού 
για όσα ζητώ–και προπαντός, μια εξιλέωση 
στην τέλεια σχέση να σωθώ ή να μαρτυρήσω.


Μα ο άλλος είναι ανέφιχτος, γιατί
δεν είναι μόνο σώμα ή κατανόηση
μα κάποια ανεπανάληπτη φωνή. Κι' αν προχωρήσω
εγκάρσια μέσα του, έντρομος θα ιδώ
πως μένει θεατής, δηλώνει αποχή. Δεν είναι
ετοιμασμένος για μαρτύριο ή για μοίρασμα
σκοτώνοντας τη σίγουρη μικρή του ελευθερία.
Φυλάγεται και σε καλεί μονάχα αν υπογράψεις
πως όλα θα τα σεβαστείς, και το κυριώτερο
τη σίγουρη μικρή του ελευθερία.


Από την ποιητική συλλογή Ο θάνατος του Μύρωνα  
(εκδ. Διαγώνιος, Θεσσαλονίκη, 1960). 
 


 


Κυριακή 31 Ιανουαρίου 2021

Ζωή Καρέλλη - [Υπαρκτικά, IV]

 
Τόσο είναι το πάθος μου της ζωής
που θα μπορούσα να πεθάνω.

Τόσο ζω που καταλαβαίνω
πόσο πεθαίνω.

Τόση είναι η ζωή μου
που με πεθαίνει.

Τόσο μπορώ να ζήσω
που μπορώ ν’ αδιαφορήσω αν ζω.

Τόσο ζητώ να ζήσω
που δεν αντέχω να ζω.

Από την ποιητική συλλογή Το πλοίο (1955).

 


 

 


Πέμπτη 31 Δεκεμβρίου 2020

Το έχουμε ξεχάσει

Ο ναός είχε οικοδομηθεί πάνω σε αρχαία κοιμητήρια. Άλλης θρησκείας και άλλης εποχής. Αλλά οι νεκροί είναι νεκροί όποια κι αν ήταν η θρησκεία τους. Και οι ζωντανοί είναι κι αυτοί νεκροί αν ζουν μέσα σε κοιμητήρια. Ίσως δεν έχει τόση σημασία αν κάθε ιερουργία γίνεται με τυπικό σωστό. Ούτε ίσως έχει τόση σημασία αν ο ιερουργός γνωρίζει κάθε ύμνο της θρησκείας του και ζει σαν άγιος. Το θέμα είναι ότι ο ναός έχει χτιστεί πάνω σε αρχαία κοιμητήρια. (Ίσως δεν έχει τόση σημασία ούτε αν ο ναός έχει χτιστεί πάνω σε αρχαία κοιμητήρια, αλλά ότι το έχουμε ξεχάσει.)

[Πρώτη δημοσίευση: περιοδικό Το Κοράλλι, τχ. 25-26, Απρίλιος-Σεπτέμβριος 2020, σελ. 106.]

Δευτέρα 30 Νοεμβρίου 2020

Κριτική του Κωνσταντίνου Μπούρα

Διονύσης Στεργιούλας, Καβάφης και Πατριάρχης (Μία πρόταση ερμηνείας), Εκδόσεις Οδός Πανός, Ανάτυπο από το τεύχος 182 της Οδού Πανός, Απρίλιος-Ιούνιος 2020, σ. 27.

Ενδελεχές, ιδιοφυές θα έλεγα, μελέτημα από έναν «συλλέκτη» της Ελληνικής Λογοτεχνίας που είναι και ο ίδιος τεχνίτης του λόγου άριστος. Εδώ φωτίζεται στο έπακρο η διαμάχη Παλαμά-Καβάφη για την πρωτοκαθεδρία στα Ελληνικά Γράμματα του τέλους της δεύτερης δεκαετίας του εικοστού αιώνα. Παντού και πάντα τα ίδια. Καλοθελητές και παρατρεχάμενοι, αυλοκόλακες και οσφυοκάμπτες, ξεχνούν πως το διαγ(κ)ωνίζεσθαι δεν είναι ολυμπιακόν άθλημα και δεν συνάδει σε πνευματικούς ανθρώπους. Ούτως ή άλλως τον λόγο τον έχει η Ιστορία και η ετυμηγορία στο δικαστήριο του Χρόνου εκδίδεται πολύ αργά, μετά την απομάκρυνσιν από το Πρώτο Νεκροταφείο. Τί κι αν πήγαν ένα εκατομμύριο άνθρωποι στην κηδεία του Παλαμά; Τον Καβάφη σήμερα μελετούμε, διαβάζουμε, μεταφράζουμε, επαινούμε σε ολάκερη την οικουμένη. Αυτός ήταν τελικά ο «πατριάρχης των ελληνικών γραμμάτων» στην εποχή και όχι ο δαφνοστεφανωμένος, υπερτιμημένος Παλαμάς. Συγχαρητήρια στον εξαιρετικό ερευνητή Διονύση Στεργιούλα που συνέδεσε πρώτος το «ατελές» ποίημα «Ο αυτοκράτωρ Κόνων» με τα ιστορικά συμφραζόμενα εκείνης της όχι και τόσο μακρινής εποχής, με μια περιρρέουσα ατμόσφαιρα τόσο τοξική σχεδόν όσο και η δική μας, μόνο που τώρα χαμηλώσαν τα μεγέθη και κανείς δεν μπορεί να διεκδικήσει σοβαρά τον επίζηλο τίτλο του «πατριάρχη», με όλη την απαίτηση της διαχρονικότητας που κάτι τέτοιο συνεπάγεται. «Νέοι καιροί, νέα ήθη». Μην σπρώχνεστε παιδιά!!! «Εν αμίλλαις πονηραίς αθλιότερος ο νικήσας». Τα πολλά βραβεία πλουτίζουν τα βιογραφικά αλλά στερούν από την ποίησή σας την βαθύτερη, εγγενή απόγνωση κι απελπισία της. Δεν γράφουμε για την αποδοχή, αλλά για την παραδοχή της ζωής ως γενεσιουργού αιτίας κάθε Τέχνης. Γράφουμε για να αυτοπραγματωθούμε. Κι αυτός ο σκοπός είναι ιερός. Αν προσλαμβάνετε επικοινωνιολόγους για την καλλιέργεια του προφίλ σας, νομίζω πως επιδίδεσθε κατά λαθος εις άλλην τέχνην, πολιτικήν και ουχί ποιητικήν. Έτσι θα έγραφε ο Καβάφης σήμερα... Μετά την απομάκρυνσιν από το Πρώτο Νεκροταφείο ουδέν λάθος αναγνωρίζεται. Κι όπως θα έλεγε ο Ρεμπώ «η ποίηση είναι κραυγή απελπισίας» (όπως μου υπενθύμισεν προσφάτως η εμβριθεστάτη Καθηγήτρια και εξαίρετη ποιήτρια Ζωή Σαμαρά). Τί δουλειά έχει ο πρωτογονισμός της ηφαιστειακής εκρήξεως συναισθημάτων, νοημάτων και άδηλων ρυθμών με τις δικές σας βυζαντινές μηχανορραφίες; Ας ξαναδιαβάσουμε τον πάντα επίκαιρο Μισάνθρωπο του Μολιέρου σε μετάφραση Χρύσας Προκοπάκη. Οι περισσότεροι θυμίζουμε – δυστυχώς – τον Ορόντ κι από... Αλσέστ ξεμείναμε προ πολλού. Τουλάχιστον τότε, έναν αιώνα πριν, σουρομαδιώνταν και για πνευματικά ζητήματα. Και όχι για καρέκλες, αξιώματα, αντιμισθίες, αποζημιώσεις, έξοδα παραστάσεως, ατέλειες παραστάσεων και τα λοιπά και τα λοιπά. Είπον και ελάλησον και αμαρτίαν ουκ έχω. Εύγε Διονύση Στεργιούλα που μας άνοιξες και πάλι ένα θέμα ληγμένο από καιρό. Είσαι ιδιοφυής και επίκαιρος. «Και οι ελαφροί ας με λέγουν ελαφρόν».

Μετά Λόγου Γνώσεως,

Δρ. Κωνσταντίνος Μπούρας

www.konstantinosbouras.gr

[περ. Οδός Πανός, τχ. 188, Οκτ.-Δεκ. 2020, σελ. 159-160]


Σάββατο 31 Οκτωβρίου 2020

Ίσως να γράψει ένα ποίημα

Εάν είχε την πίστη των αρχαίων ερημιτών, θα είχε επιλέξει να γίνει ησυχαστής. Θα έβρισκε μία σπηλιά στο Άγιο Όρος και θα την έκανε σώμα του. Θα προσευχόταν μέρα και νύχτα για όσους τον αδίκησαν. Ενώ τώρα, όπως ήρθαν τα πράγματα, δεν υπήρχε καμία σωτηρία για εκείνους. (Ό,τι και να τους έλεγε, θα το ερμήνευαν με τρόπο αντεστραμμένο.) Κάτι όμως έπρεπε να κάνει για την ψυχή όλων αυτών που απεργάζονταν σχέδια εναντίον του, αλλά εν τέλει εναντίον του ίδιου τους του εαυτού, αφού το θείο δώρο της ζωής το ξόδευαν αλόγιστα. Ίσως να απομακρυνθεί, να ταξιδέψει, να χαθεί για λίγα χρόνια. Ίσως να γράψει ένα ποίημα.

[Πρώτη δημοσίευση: περιοδικό Το Κοράλλι, τχ. 25-26, Απρίλιος-Σεπτέμβριος 2020, σελ. 106.]


Τετάρτη 30 Σεπτεμβρίου 2020

Ανθούλα Σταθοπούλου - Απολύτρωση


Πέτα μακρυά τα σάρκινα δεσμά σου,

λεύτερη απ' τα εγκόσμια να μείνεις.

Δεν έχει θέλγητρο για σε η ζωή.

Τράβα το δρόμο της γαλήνης.

 

Όλα τα πάθη σου τ' ανθρώπινα

μες στο θολό της ήπιες ρέμα,

κι όλα για σένα ήτανε σαν όνειρο.

Αλήθεια ο πόνος. Η αγάπη ψέμα.

 

Πέτα λοιπόν τα σάρκινα δεσμά,

ψυχή, της χωματένιας ομορφιάς σου.

Άβυσσος χάσκει πίσω σου η ζωή

και λυτρωτής ο θάνατος μπροστά σου.

 

Από τη συλλογή Νύχτες αγρύπνιας (1932).



Δευτέρα 31 Αυγούστου 2020

Τάκης Βαρβιτσιώτης - Μην πεις ποτέ σου...

Μην πεις ποτέ σου δεν είν' όμορφη η ζωή,

Όταν θα δεις το φως να χαμηλώνει, 
Όταν τα φύλλα τα ξερά θα πέφτουνε στα πόδια σου 
Κι όλα τα σήμαντρα θα χαιρετούν τους ίσκιους. 
Μην πεις δεν είναι όμορφη η ζωή.

Ο λόφος θα ντυθεί με των ματιών σου την αχλύ,
Τα χέρια θ’ αγκαλιάζουνε την επιτύμβια στήλη,
Και της φωνής σου το πουλί θα μένει πάντα σταυρωμένο.
Όμως μην πεις δεν είναι όμορφη η ζωή.

Της μέρας οι ήχοι δε θα φτάνουν ως τα χείλη σου τα ωχρά,
Ούτε οι ανοίξεις πια θα τραγουδούν κάτω απ’ τα βλέφαρά σου,
Μόνο ένα σύννεφο καμιά φορά θα σε δροσίζει την αυγή
Κ' ένα λουλούδι θα πενθεί μετέωρο τη σιωπή σου.

Χρόνια και χρόνια θα περάσουνε, μα εσύ να μη ζητήσεις
Το χρώμα σου να ξαναδείς μες στων αγγέλων το σκιόφως,
Μη λησμονήσεις τ’ άσπρα τριαντάφυλλα,
Μην αμελήσεις τ’ ουρανού τη γύρη,
Μην πεις δεν είναι όμορφη η ζωή.

Την ακατάλυτη μοίρα της πέτρας μη φθονήσεις,
Τ’ άσπιλα μάρμαρα, την παγωμένη στάλα,
Την άφθιτη, που κρέμεται απ’ το δέντρο του καιρού,
Ούτε ένα όνομα γυμνό και πικραμένο σαν τον ύπνο σου.

Μόνο κατέβα πιο βαθειά, πολύ βαθειά, μέσα στην κοίτη
Της γης, όπου ξαπλώνουνε τις ρίζες τους τα κυπαρίσσια,
Ώσπου η βραδυά να γείρει ατάραχη να εμπιστευθεί
Το πιο απόκρυφο άστρο της μες στην υγρή σου κρύπτη.

Κ' ύστερα σχίσε της αράχνης τον πλοκό που σε τυλίγει,
Ανασηκώσου με τα οστά γεμάτα μουσική,
Κι αν είν’ ο ίσκιος σου τόσο πλατύς, τους δυο μας να σκεπάσει.
Μα πρόσεξε μη γελαστείς, μη λησμονήσεις,
Μην πεις ποτέ σου δεν είν’ όμορφη η ζωή.

Από τη συλλογή Η γέννηση των πηγών (1959).


 

Πέμπτη 30 Ιουλίου 2020

Καθόλου ποιήματα

[Κριτική της ποιήτριας Έλσας Κορνέτη στο διαδικτυακό περιοδικό Διάστιχο για την ποιητική συλλογή του Δ. Στεργιούλα Καθόλου ποιήματα, εκδ. Νησίδες, Θεσσαλονίκη 2019.]

*

Η αντίπερα όχθη κι η άλλη πλευρά. Και τι βρίσκεται απέναντι; Τι βρίσκεται στην άλλη όχθη; Τι χάσκει στην άλλη πλευρά της τάφρου; Μήπως ο ποιητής οχυρώθηκε ήδη από καιρό και παρατηρεί; Και τι είναι αυτό που βλέπει; Μήπως τον θρίαμβο της ματαιότητας; Και τι είναι αυτό που βρίσκει μέσα στα κάστρα των λέξεων; Μια απάντηση σε κάθε πραγματικότητα και μια ανταπόκριση σε κάθε όνειρο; Τη γεφύρωση και περιφρούρηση κάθε ματαιότητας με αυτό το άυλο «δομικό» υλικό ονείρων;

Οι λέξεις σαν πέτρες μπορεί να είναι στρογγυλές και αιχμηρές, βαριές και ελαφριές, λείες ή τραχιές, ομοιόμορφες ή ανομοιόμορφες, σε κάθε περίπτωση οι λέξεις μπορούν να κρύβουν έναν μοιραίο άνθρωπο εντός τους, εντός των πέτρινων τειχών τους. Είναι της πραγματικότητας ο κατατρεγμένος που τις έχει επιλέξει για ασφαλές καταφύγιο και λόγο ύπαρξης και δράσης, όταν διαβάζοντας και γράφοντας η ζωή του νοηματοδοτείται ξανά με κατοικία αυτό το παράδοξο χάρτινο εν τέλει σπίτι –το σπίτι των βιβλίων– και το μόνο που φοβάται είναι μην τύχει και βρέξει και μουλιάσει και χαθεί το χάρτινο κουκούλι του και μουλιάσει και χαθεί κι αυτός μαζί του.

Η αμφισημία του τίτλου της συλλογής Καθόλου ποιήματα στεγάζει μια αξιοπρόσεκτη σειρά από μικρές ή μεγάλες καλλιτεχνικές ανησυχίες, που «κορνιζώνονται» επιτυχώς σε ομοιόσχημα πεζόμορφα ποιήματα μέσα από μικρές, συμπαγείς πινελιές και κινήσεις που χρωματίζουν το λιτό ύφος και υπογραμμίζουν την έμφαση. Μια απλή φαινομενικά «ζωγραφική» μεταμορφώνεται σε απλή και ουσιαστική ποίηση με κυρίαρχα τα πεζολογικά στοιχεία. Ο Διονύσης Στεργιούλας, με τη χρήση απέριττης όσο και περιεκτικής αφηγηματικής τεχνικής, επιχειρεί και πετυχαίνει να χωρέσει μια στενόχωρη έννοια, μια κακή ιστορική στιγμή –πραγματική ή φανταστική– σε ένα μικρόχωρο ποίημα. Αυτό που μοιάζει να τον απασχολεί μεταξύ άλλων είναι οι αντιθέσεις στα σημεία των καιρών και των πραγμάτων, ιχνηλατώντας στιγμιότυπα της ιστορίας της πόλης, αλλά και το πέρασμα πέρα από τη γραμμή της ιστορίας, με ένα ερωτηματικό να πλανάται μεταφορικά: Είναι η γραμμή ευθεία ή τεθλασμένη;

Photo credit: Διάστιχο

Επιλεγμένοι στίχοι από το ποίημα με τίτλο «Χρονολόγιο Θεσσαλονίκης»: Και η πορεία της νύμφης του Θερμαϊκού πάνω στην γραμμή της Ιστορίας συνεχίζεται, με τη βεβαιότητα όλων ότι δεν θα συμβούν παρόμοια πράγματα στο μέλλον.

Μέσα από μια γόνιμη τροφοδοσία που αντλεί από τη συλλογή σπάνιων βιβλίων, από τη διεισδυτική ανάγνωση και την πεπαιδευμένη κριτική σκέψη και έρευνα, αλλά κυρίως από τη βαθιά γνώση που επιμένει να «συλλέγει», ο Διονύσης Στεργιούλας φαίνεται πως γνωρίζει καλά ότι η λογοτεχνία είναι μια αέναη αναμέτρηση με την πραγματικότητα και την Ιστορία κι ότι σε κάθε βήμα του ο πνευματικός άνθρωπος βυθίζεται στον πίδακα μιας ιστορικής ή σαν ιστορικής στιγμής. Η ποίηση είναι κι αυτή με τη σειρά της μια κωπηλασία στην άγρια θάλασσα της Ιστορίας με στοιχεία καθοριστικά, όπως η ζωτική ορμή και η στασιμότητα, η ακμή, η παρακμή και η επαναφορά, ένας κόσμος σε βαθιά κατάψυξη ή σε χρόνιο βρασμό, η συνύπαρξη χώρου και χρόνου, η κοινωνία και η αναμονή, το όνειρο και η ψευδαίσθηση, το μεγαλείο στο δίπολο ζωής-θανάτου, το απολύτως τυχαίο που καθορίζει το απολύτως πραγματικό, όπως και το αντίθετο, αλλά και μια αίσθηση αβεβαιότητας για όσα βλέπουμε και όσα μας κινούν και όσα οφείλουν να μας συγκινούν. Ο ουρανός δεν είχε πια αινίγματα/ και τα τζιτζίκια τραγουδούσαν φωναχτά/ τα μυστικά του κήπου αποκαλύφθηκαν/ κι ωστόσο παραμείναν μυστικά.

Η αποτύπωση του ανθρώπινου βιώματος, η υπαρξιακή επιβεβαίωση και μοναξιά, αλλά και η συνειδητοποίηση της αποστολής, της ανάγκης δηλαδή που νιώθει κανείς να προσθέσει κάτι στον κόσμο, φέρνουν την ποίηση στο προσκήνιο των αβέβαιων καιρών που ζούμε σαν του τέλους «την πιο ωραία βελονιά».

Οι ποιητές θα αμφιβάλουν για την κάθε τους λέξη και το κάθε τους βήμα, σίγουροι για τη ματαιότητα των λόγων και των έργων τους, και οι μισθοδοτούμενοι των τυράννων θα παρακολουθούν από τη σκιά, σίγουροι ότι προσφέρουν ανεκτίμητες υπηρεσίες στην ανθρωπότητα.

Ένας σιγανός και απόλυτα σεμνός ύμνος στη σημασία των λέξεων και την αξία των βιβλίων, αλλά και ένα διακριτικό φως στην επανανάγνωση επιλεγμένων ιστορικών (ή σαν) στιγμών διέπει τη συλλογή Καθόλου ποιήματα του Διονύση Στεργιούλα. Ο κόσμος των βιβλίων είναι ο κόσμος των λέξεων – ένας κόσμος απατηλός, όπου υποδύεσαι ότι υπάρχεις. Είναι ο κόσμος των λέξεων ο θαυμαστός που ξεκουρδίζει τα ρολόγια, απορρυθμίζει την τάξη και καμπυλώνει την ευθυγράμμιση. Είναι πλέον του δέοντος αληθινή η διαπίστωση ότι οι λέξεις μας είναι ο πολιτισμός της υπόστασής μας, κι ας είναι χάρτινοι αυτοί οι πολιτισμοί, αποδεικνύονται σίγουρα προτιμητέοι από τους τσιμεντένιους για έναν λόγο μοναδικό και σπουδαίο: Γιατί αποτελούν το φυσικό αντίδοτο στον βιολογικό κυνισμό της ζωής και της οργάνωσής της. Η τέχνη των λέξεων είναι άλλη μια θεμελιώδης φυσική αντίσταση του ανθρώπου στον ανεπανόρθωτο προγραμματισμό.

Έλσα Κορνέτη