Σάββατο 30 Σεπτεμβρίου 2017

Λουκάς Δ. Παπαδάκης - Για το βιβλίο "Ο Φραντς Κάφκα και η Μοσχούλα", Νησίδες, 2017


Στο καινούριο του βιβλίο Ο Φραντς Κάφκα και η Μοσχούλα, ένα «δοκίμιο για τη λογοτεχνία», ο Διονύσης Στεργιούλας, με τη σύνθετη οπτική του κριτικού λογοτεχνίας αφενός, του ποιητή αφετέρου, έκανε αρχή να δένει και να προβάλλει διακειμενικές σχέσεις, μας προτρέπει δε να γίνουμε μάρτυρες μυστικών διαλόγων, όπως αυτοί οργανώθηκαν και καταγράφηκαν σε χαρακιές πάνω στο στερεό υλικό των βιωμάτων του. Για την εργασία του αυτή ο Στεργιούλας σημειώνει στην εισαγωγή: «Η φιλολογική και δοκιμιακή ενασχόληση με συγκεκριμένα έργα και συγκεκριμένους συγγραφείς, με τον μελετητή να αναζητά στο βάθος την ουσία των κειμένων, τις διακειμενικότητες και τα κρυφά κλειδιά, μου θυμίζει τη δραστηριότητα των τυμβωρύχων.»

Πλήθος από συγγραφείς, που υπήρξαν και ως αντικείμενο μελέτης του Στεργιούλα, επανακάμπτουν στο παρόν, καθοδηγούν και, μέσω της συνισταμένης των ιδεών τους, συνυπάρχουν και συνομιλούν με τον συγγραφέα και μεταξύ τους. Ο Παπαδιαμάντης, ο Καβάφης, ο Όμηρος, ο Σολωμός, ο Κάφκα, ο Πεντζίκης, ο Παγουλάτος, η Καρέλλη επισκέπτονται τον Στεργιούλα στη φαντασία του, εγώ θα το έλεγα: στην αλήθεια του, και εμβαθύνοντας στα ίδια λόγια αίρουν το υπαρξιακό του κενό. Γράφει ο Καβάφης στα «Κρυμμένα»: «[…] και τα γραψίματά μου τα πιο σκεπασμένα- / από εκεί μονάχα θα με νιώσουν», για να απαντήσει ο συγγραφέας: «Φαντάστηκα ότι μία βαθμιδωτή βιτρίνα βιβλιοπωλείου, όπου τα βιβλία εκτίθενται όρθια σε σειρές, με στόχο να μαγνητίσουν το βλέμμα του αδιάφορου ή βιαστικού περαστικού, μοιάζει με ένα αρχαίο κοιμητήριο, όπου οι επιτύμβιες στήλες των τάφων τοποθετούνταν σε παρόμοιες σειρές βλέποντας προς την ίδια κατεύθυνση.»

Ο Στεργιούλας δεν θα διστάσει να αφήσει πίσω του το επίπεδο της κριτικής, που σε θέλει αυστηρά ουδέτερο και αποστασιοποιημένο, και να στοχαστεί πάνω στον καημό του συγγραφέα, το μεράκι δηλαδή και τον πόνο του, για να επιτύχει να γίνει ο ίδιος συνομιλητής στον αιώνιο διάλογο πάνω στην ουσία της λογοτεχνίας. Έτσι, ενθυμούμενος την Πηνελόπη, που επί τρία χρόνια ύφαινε τη μέρα και ξήλωνε τη νύχτα το σάβανο του Λαέρτη, για να αποφύγει τους μνηστήρες της, αναστενάζει: «Αναρωτιέμαι αν υπάρχει συγγραφέας σε όλη τη γη, που δεν λειτούργησε κάποια περίοδο της ζωής του όπως η Πηνελόπη, γράφοντας και σβήνοντας λέξεις πάνω στο δικό του σάβανο, το λευκό χαρτί, επιδιώκοντας να ξεγελάσει ποιον άλλο αν όχι τον ίδιο τον εαυτό του.»


Το ίδιο, αποκαλύπτοντας τη συνύπαρξη του κακού και του καλού, «δυσ-» και «ευ-», στο όνομα Οδυσσεύς, ο καλόκακος, καθώς λέμε στην Κρήτη, θα παρατηρήσει: «Ο διαχωρισμός του κακού από το καλό στη λογοτεχνία οδήγησε ελάχιστους συγγραφείς σε σημαντικά έργα και πάρα πολλούς στην ηθικολογία».

Νιώθοντας την αγωνία του ανθρώπου, ο οποίος ζει «το μεγάλο μυστήριο της γραφής», με το «Παρελθέτω απ’ εμού το ποτήριον τούτο» να δοκιμάζει τις αντοχές μας στον φραγμό των οδόντων, η σκέψη μου οδηγείται στο ποίημα «Το νησί στη λίμνη» του Έζρα Πάουντ, σε μετάφραση Γιώργου Σεφέρη: 

              Θεέ μου, Αφροδίτη, Ερμή, πάτρωνα του κλέφτη,
              Δανείστε μου ένα μικρό καπνοπουλειό
              ή στρώστε με σ’ όποιο επάγγελμα
              Εχτός από το κερατένιο τούτο επάγγελμα του λογοτέχνη
              που όλη την ώρα σού ζητά να 'χεις μυαλό.

Βεβαίως, πέρα από τους παραπάνω στίχους που σχολιάζουν στο παιγνίδι τους την τραγικότητα της ανθρώπινης ύπαρξης, ο Διονύσης Στεργιούλας μάς βοηθά να αντιληφθούμε τον συγγραφέα ως τον άνθρωπο εκείνο, ο οποίος έχει επίγνωση της ενοχής, που άλλωστε καθορίζει και τη μοίρα του, όπως και αν αυτή λέγεται, ύβρις ή προπατορικό αμάρτημα. Αλλά με αυτά ο λογοτέχνης μας σκέπτεται και ενεργεί ήδη ως ποιητής. Διότι ασφαλώς άλλο πράμα είναι η Λογοτεχνία και άλλο η Ποίηση.
Λουκάς Δ. Παπαδάκης

[Πρώτη δημοσίευση στο ιστολόγιο "Ορχομενός Ενημέρωση" (Ιούνιος 2017) και στην εφημερίδα Χρονικά Δυτικής Μακεδονίας, αρ. φύλλου 733, 30.06.2017]

Δευτέρα 31 Ιουλίου 2017

Παναγιώτης Γούτας - Για το βιβλίο "Ο Φραντς Κάφκα και η Μοσχούλα", Νησίδες, 2017


Ο κριτικός και συγγραφέας Διονύσης Στεργιούλας (1967) κυκλοφόρησε έως τώρα τέσσερα βιβλία. Το πρώτο, Οι µαθητευόµενοι της οδύνης (Οδός Πανός, 1995), αποτελεί µία συλλογή ποιητικών δοκιµίων για διάφορα πρόσωπα της αρχαίας και σύγχρονης ελληνικής µυθολογίας (Καββαδίας, Καρυωτάκης, Σολωµός, Ασλάνογλου, Τσιτσάνης, Βιζυηνός, αλλά και Απόλλων, Περσεφόνη, Πλάτωνας, Σωκράτης κ.ά.). Ακολούθησε µία συνέντευξη που πήρε από τον Ντίνο Χριστιανόπουλο και τιτλοφορείται Ο Ντίνος Χριστιανόπουλος για τον ∆ιονύσιο Σολωµό (Οδός Πανός, 2004), όπου ο γνωστός Θεσσαλονικιός ποιητής εξοµολογείται στον ∆ιονύση Στεργιούλα τις σχέσεις του µε τον Σολωµό ή, µάλλον, µιλάει για την απασχόλησή του µε τον Σολωµό και για το µικρό, όπως το χαρακτηρίζει, έργο που απέρρευσε από αυτήν. Ακολούθησε η µελέτη Ο Καβάφης και η υποδοχή του έργου του (Εµπόδια και αλληλεπιδράσεις), από τις εκδόσεις Νησίδες, ένα κείµενο για το έργο του Αλεξανδρινού ποιητή, τις σχέσεις του µε τους ποιητές της εποχής του, τη σχέση του µε την ιστορία, την πολιτική, αλλά και ένα κείµενο, γενικότερα, για την ποίηση και την εποχή µας. Γράφτηκε, στην πρώτη του µορφή, όπως ο ίδιος ο συγγραφέας ανέφερε σε συνέντευξή του στον Ελπιδοφόρο Ιντζέµπελη (περιοδικό Fractal, τεύχος 10, 26.03.2015), για να διαβαστεί ως οµιλία σε εκδήλωση της 10ης ∆ιεθνούς Έκθεσης Βιβλίου στη Θεσσαλονίκη, ενώ µε αφορµή αυτήν τη συνέντευξη συµβούλεψε, τότε, τους νέους ποιητές «να εντάξουν στα προς ανάγνωση βιβλία κλασικούς και αναγνωρισµένης αξίας ποιητές του παρελθόντος, γιατί έτσι θα υπάρχει µέτρο σύγκρισης και δεν θα διαµορφώνουν τις αισθητικές τους αντιλήψεις πάνω σε βάσεις σαθρές». Ιδιαίτερο ενδιαφέρον σ’ αυτή τη µελέτη του Στεργιούλα παρουσιάζει η απόπειρα αποκωδικοποίησης του τελευταίου ποιήµατος του Αλεξανδρινού το «Εις τα περίχωρα της Αντιοχείας» (γραµµένο µεταξύ 1932 και 1933), που, παρά τον υποκειµενισµό της και τον κάπως αυθαίρετο χαρακτήρα της, πατώντας σε αδιάψευστα πραγµατολογικά στοιχεία τεκµηριώνει, ως ένα σηµείο τουλάχιστον, πως ο Ιουλιανός του ποιήµατος δεν ήταν άλλος από τον αµφιλεγόµενο Έλληνα πολιτικό Ελευθέριο Βενιζέλο. 

Το πρόσφατο βιβλίο του Στεργιούλα, που έχει τον τίτλο Ο Φραντς Κάφκα και η Μοσχούλα και που το εξέλαβα ως συνέχεια του προηγούµενού του, τυπωµένο πάλι από τις εκδόσεις Νησίδες, δεν είναι µόνο µία συνδυαστική µελέτη για δύο εµβληµατικά λογοτεχνικά έργα, το διήγηµα «Όνειρο στο κύµα» του Αλέξανδρου Παπαδιαµάντη και το µυθιστόρηµα του κορυφαίου γερµανόφωνου µοντερνιστή πεζογράφου, κι ενός από τους πιο επιδραστικούς λογοτέχνες όλων των εποχών, Φραντς Κάφκα Η ∆ίκη. Είναι, πρωτίστως, µία συµπυκνωµένη σύνοψη των λογοτεχνικών απόψεων και προτιµήσεων του συγγραφέα σε ένα χρονικό εύρος που απλώνεται από τον Όµηρο και φτάνει µέχρι τον εικοστό αιώνα. Εδώ θα βρούµε αρκετές από τις «λογοτεχνικές αγάπες» του Στεργιούλα: Παπαδιαµάντης, Κάφκα, Κ. Π. Καβάφης, Όµηρος, Σολωµός, Πεντζίκης, Αντρέας Παγουλάτος, Ζωή Καρέλλη, αλλά και αναφορές σε Τζόυς, Θερβάντες, Ντοστογιέφσκι, Ντεφόε, Σουίφτ. Βέβαια, η παγκόσµια βιβλιοθήκη και η παγκόσµια λογοτεχνία δεν εξαντλούνται και δεν συνοψίζονται σ’ αυτά τα παραπάνω ονόµατα, η αναφορά όµως στους συγκεκριµένους δηµιουργούς είναι ένα δείγµα αποκαλυπτικό των επιρροών και των προτιµήσεων του συγγραφέα, και, κυρίως, του τι, κατά τη γνώµη του, συναποτελεί τη µεγάλη λογοτεχνία των καιρών. 

Η πυκνογραµµένη αυτή κριτική µελέτη κερδίζει τον αναγνώστη, ακόµη και από τη δυσκολία του στο να την κατατάξει κάποιος, επακριβώς, σε ένα συγκεκριµένο λογοτεχνικό είδος. Είναι ποιητικό δοκίµιο, αµιγώς κριτική µελέτη, εξοµολόγηση, µαρτυρία, φιλοσοφικό δοκίµιο; Νοµίζω πως πρόκειται για µικτό είδος γραφής που έχει στοιχεία από όλα τα παραπάνω είδη (άλλα σε µεγαλύτερο, άλλα σε µικρότερο βαθµό) κι αυτό συγκαταλέγεται στα συν του βιβλίου. Ο Στεργιούλας προσδιορίζει το πόνηµά του µε τον γενικό και αποστασιοποιηµένο υπότιτλο «∆οκίµιο για τη λογοτεχνία» αποφεύγοντας τους παραπάνω προσδιορισµούς, θυµίζοντάς µας την αµηχανία (ή µήπως τη σοφή επιλογή;) του Γιώργου Ιωάννου να προσδιορίσει το είδος γραφής των κειµένων του, καταφεύγοντας στον γενικό και ουδέτερο χαρακτηρισµό «πεζογραφήµατα». 

Στο δοκιµιακού τύπου κείµενο του Στεργιούλα, που είναι µοιρασµένο σε υποενότητες δίχως επιµέρους υπότιτλους, θα συναντήσουµε µεταξύ άλλων: Έναν διακειµενικό συσχετισµό ανάµεσα στο διήγηµά του «Ποιος είµαι, κύριε Παπαδιαµάντη;» και στο διήγηµα της Άννα Ζέγκερς «Η συνάντηση». Μια διακειµενική προσέγγιση ανάµεσα σε Παπαδιαµάντη και Σολωµό, µε βάση το διήγηµα του πρώτου «Όνειρο στο κύµα» αλλά και στίχους του δεύτερου από τα έργα του «Λάµπρος», «Κρητικός» και «Ελεύθεροι πολιορκηµένοι». Μια ψυχαναλυτική αλλά και κοινωνικοπολιτική ερµηνεία της ∆ίκης του Κάφκα, στην οποία εµφιλοχωρούν µία ρήση του Καζαντζάκη από την Ασκητική του, θεωρίες του Πλάτωνα αλλά και αναφορά στη δίκη του Σωκράτη. Αντιθέσεις και συγκλίσεις ανάµεσα στο έργο του Κάφκα και του Παπαδιαµάντη. Ενδιαφέρουσες παρατηρήσεις-απόψεις για την ποιητική γενιά του ’30, για τους δηµιουργούς της οποίας ο Στεργιούλας πιστεύει πως, λόγω του οράµατος της Μεγάλης Ιδέας µε το οποίο ήταν ζυµωµένοι, συµπεριφέρθηκαν ως ποιητές του 19ου και όχι του 20ού αιώνα (πισωγύρισµα το έργο του Παλαµά, µπροστά από την εποχή του ο Καβάφης). Σ’ αυτό το τελευταίο, ο Στεργιούλας δείχνει να συµφωνεί µε την άποψη του Ντίνου Χριστιανόπουλου πως, στις µέρες µας, «ο Καβάφης καλπάζει», αφού δεν έµεινε προσκολληµένος σε ιδεολογήµατα και καλλιτεχνικού τύπου προκαταλήψεις. Τέλος θα συναντήσουµε και µια συγκριτικού τύπου παρατήρηση για τον «άλλον» στη λογοτεχνία του 19ου αιώνα, η ύπαρξη του οποίου στα έργα των δηµιουργών µοιάζει µε «σταγόνα στον ίδιο ωκεανό», και τη µετεξέλιξη της γραφής στα έργα του 20ού αιώνα σε ενδοσκοπική, µε εσωτερικές φωνές και µονολόγους. 

Ο συγγραφέας µε τις αναρωτήσεις του της σελίδας 24 για την πηγή έµπνευσης του Παπαδιαµάντη αναφορικά µε το «Όνειρο στο κύµα», λειτουργεί ως επίµονος σκαπανέας, αναζητώντας τις ρίζες, τις πηγές και τα θεµέλια ενός λογοτεχνικού κειµένου. Ακριβώς το αντίθετο επιχείρησε κάποια χρόνια νωρίτερα (2012) ο Κώστας Μουρσελάς, ο οποίος σε ένα βιβλίο µυθοπλασίας που τιτλοφορείται Στην άκρη της νύχτας (Πατάκης, 2012) συνεχίζει την ιστορία του «Ονείρου στο κύµα» του Παπαδιαµάντη, µε ελαφρώς σκωπτικό τρόπο και χαλαρή αφήγηση, βάζοντας τον παπαδιαµαντοφάγο ήρωά του Ρετσίνα να αποκαλύπτει στον Μανολόπουλο, τον αφηγητή του βιβλίου, το µυστικό της Μοσχούλας και το πόσο αυτό επηρέασε τη ζωή του Παπαδιαµάντη. Εδώ φυσικά µιλάµε για µυθοπλασία, για ένα είδος χαλαρού παπαδιαµαντικού σίκουελ, όπως το χαρακτήρισε πριν από χρόνια ο blogger Πατριάρχης Φώτιος, ενώ τον Στεργιούλα φαίνεται πως το θέµα τον απασχολεί περισσότερο σοβαρά και µάλιστα εδώ και χρόνια, και αφορά πρωτίστως την αληθοφάνεια της ιστορίας του Παπαδιαµάντη, τη διττή σηµασία του τίτλου του διηγήµατος, την ακριβή έννοια της λέξης «όνειρο» (θαύµα ή µε την κυριολεκτική της σηµασία;) και το αν έχει η ιστορία βιωµατικό έρµα. Εδώ βέβαια τίθεται ένα µεγάλο ζήτηµα για το πώς πρέπει να προσεγγίζουµε τα κείµενα των σπουδαίων δηµιουργών, αν δηλαδή πρέπει να δίνουµε µεγάλη βάση και έµφαση στα βιογραφικά στοιχεία των συγγραφέων τους, αν πρέπει να τα αναλύουµε και να τα ερµηνεύουµε µε βάση πηγές και πραγµατολογικά στοιχεία κι αν πρέπει οπωσδήποτε να τα θεωρούµε πάντα ως ίχνη και αποτυπώσεις µιας πραγµατικής ζωής. Στις δύο καταληκτικές σελίδες, πάντως, του βιβλίου, ο Στεργιούλας πέρα από τις αναρωτήσεις, την έκπληξή του, τις αµφιβολίες ή την περιέργειά του για το τι σηµαίνει ή τι δεν σηµαίνει το διήγηµα στο σύνολό του, και ύστερα από αυτή τη διεξοδική περιδιάβαση σε µερικά σηµαντικά έργα της παγκόσµιας λογοτεχνίας, φαίνεται πως συντονίζεται σε ένα βαθύ και ουσιαστικό συµπέρασµα. ∆ιαπιστώνει µε ωριµότητα πως, τα λογοτεχνικά κείµενα που αντέχουν στον χρόνο, δεν έχουν γραφτεί ούτε µε κάποιου είδους σκοπιµότητα ούτε βάσει κάποιας λογοτεχνικής θεωρίας ούτε µε συγκεκριµένη τεχνική ή εξαιτίας κάποιας συγκεκριµένης θέασης ζωής εκ µέρους των συγγραφέων, αλλά η γοητεία και η έλξη που αυτά εξακολουθούν να ασκούν στους αναγνώστες µε το πέρασµα των χρόνων είναι ζητήµατα αδιευκρίνιστα και ανεξήγητα. Εν ολίγοις, η µεγάλη λογοτεχνία παραµένει, κατά τον Στεργιούλα, ένα µυστήριο, αναφορικά µε το πώς και το γιατί αυτή δηµιουργήθηκε, άποψη την οποία συµµερίζοµαι και επικροτώ. 

Αντιγράφω κάποιες σκέψεις του συγγραφέα που φανερώνουν τη διαύγεια, καθαρότητα και ευστοχία των συµπερασµάτων του αναφορικά µε τα λογοτεχνικά έργα και την απήχησή τους στους αναγνώστες. 

Σελ.34: «Ίσως αυτός είναι ένας κοινός τόπος στη λογοτεχνία: ο δηµιουργός νοµίζει ότι µπορεί να κατευθύνει ή να οδηγήσει το κοινό εκεί που ο ίδιος θέλει, παραβλέποντας την περίπτωση το κοινό να έρχεται προς το µέρος του από άλλες κατευθύνσεις και να αντιλαµβάνεται το έργο του διαφορετικά». 

Σελ.37: «[Ο πρωταγωνιστής της ∆ίκης του Κάφκα] µοιάζει µε ένα έντοµο που θέλοντας να ξεφύγει από τον ιστό της αράχνης κάνει γρήγορες και νευρικές κινήσεις, µε αποτέλεσµα ο ιστός να το αποδυναµώνει και να το ακινητοποιεί». 

Σελ.39: «[Στο “Όνειρο στο κύµα”] ο Παπαδιαµάντης γυρίζει το ρολόι πίσω, πριν το προπατορικό αµάρτηµα, και δίνει την ευκαιρία σε έναν βοσκό να απαλλάξει την ανθρωπότητα από ένα ακατανόητο βάρος». 

Σελ.10: «Στον Όµηρο οφείλουµε και την όµορφη ιστορία µε το σάβανο του Λαέρτη, που η πιστή στον Οδυσσέα Πηνελόπη ύφαινε επί τρία χρόνια τη µέρα και ξήλωνε τη νύχτα προσπαθώντας να κοροϊδέψει τους µνηστήρες. Αναρωτιέµαι αν υπάρχει συγγραφέας σε όλη τη γη, που δεν λειτούργησε κάποια περίοδο της ζωής του όπως η Πηνελόπη, γράφοντας και σβήνοντας λέξεις πάνω στο δικό του σάβανο, το λευκό χαρτί, επιδιώκοντας να ξεγελάσει ποιον άλλο αν όχι τον ίδιο τον εαυτό του.» 

Η τύπωση του βιβλίου από τις εκδόσεις Νησίδες είναι λιτή και κοµψή, όπως αρµόζει σε τέτοιου είδους βιβλία, και το εξώφυλλο είναι λεπτοµέρεια από έργο του 17ου αιώνα. 


Ο ∆ιονύσης Στεργιούλας, µε πύκνωση λόγου και διεισδυτική µατιά, δίχως να φιλολογεί ή να πατά σε λογοτεχνικές θεωρίες ή λογοτεχνικά ρεύµατα, καταθέτει αυτό το κατανοητό (όχι απλοϊκό) αλλά στοχαστικό πόνηµα, αναζητώντας την πηγή έµπνευσης σπουδαίων λογοτεχνικών κειµένων. Θα µπορούσε βέβαια να επεκτείνει τους λογοτεχνικούς προβληµατισµούς του, θέτοντας, έστω προς το τέλος, κάποιες σκέψεις-γέφυρες και για έργα του 21ου αιώνα, για να µη θεωρηθεί πως η λογοτεχνία τελειώνει µε τη δύση του 20ού αιώνα. Από την άλλη, η ενασχόληση µε λογοτέχνες που έφυγαν από τη ζωή, πάντα κρύβει τον κίνδυνο (ή την παρεξήγηση) µιας «µουσειακού» τύπου µελέτης ή µιας ελιτίστικης συµπεριφοράς εκ µέρους του εκάστοτε µελετητή, που αδιαφορεί ή αποστασιοποιείται από σύγχρονες τάσεις και φωνές, κάτι που προφανώς δεν ισχύει για τον Στεργιούλα, αφού γνωρίζω καλά πως παρακολουθεί συστηµατικά και την τρέχουσα λογοτεχνική παραγωγή. Γνωρίζει άλλωστε κι ο ίδιος πολύ καλά, καλύτερα από πολλούς διανοητές της γενιάς του, πως, αυτό που τόσο αγαπά, µοιάζει µε ποτάµι, που δεν σταµατά ποτέ η ροή του, αφοµοιώνοντας δηµιουργικά στην κοίτη του ολοένα και πιο φρέσκα (όχι απαραιτήτως και ωφέλιµα) υλικά.
Παναγιώτης Γούτας

[Εισήγηση του Παναγιώτη Γούτα στην εκδήλωση παρουσίασης του βιβλίου στη 14η Διεθνή Έκθεση Βιβλίου Θεσσαλονίκης (14.05.2017). Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Χρονικά Δυτικής Μακεδονίας», αρ. φύλλου 732, 23.06.2017, σ. 16-17. Με παραπλήσια μορφή δημοσιεύτηκε και στο λογοτεχνικό περιοδικό «Θευθ», τεύχος 5, σ.148-152, Θεσσαλονίκη, Ιούνιος 2017.]

Παρασκευή 30 Ιουνίου 2017

Δύο ποιήματα από το περιοδικό "Θευθ"


Ο ΠΡΙΝ ΒΕΒΗΛΟΣ ΤΟΠΟΣ

Όλοι τον απέτρεπαν πριν γίνει μοναχός και του έλεγαν ότι θα έπρεπε να διαθέτει το εχέγγυο του προηγούμενου εν Χριστώ βίου. Ότι θα έπρεπε από τρυφερή ηλικία να έχει εξοικειωθεί με την εκκλησιαστική ζωή και τα ιερά κείμενα. Αργότερα, στη μονή, δεν ήταν λίγοι εκείνοι που συνήθιζαν να σχολιάζουν το αμαρτωλό του παρελθόν. Κάθε φορά που αντιλαμβανόταν τα κρυφά τους σχόλια, έφερνε στη σκέψη του την επιγραφή του ναού των χαλκουργών:Αφηερόθη ο πρην βέβηλος τόπος εις ναόν περίβλεπτον της Θ[εοτό]κου”. 

ΣΚΛΗΡΗ ΚΡΙΤΙΚΗ 

Από τότε που εξέφρασε την άποψη ότι ο επίσκοπος είναι ανεπαρκής, όλοι στράφηκαν εναντίον του. Ανέλυαν την κάθε λέξη του, ώστε να τεκμηριώσουν θρησκευτική πλάνη. Αυτό θα τον καθιστούσε τελείως αδύναμο. Παρατήρησαν ότι καλημέριζε τον αιρετικό γείτονά του. Αναφέρθηκαν σε έναν πρόγονό του, που είχε φυλακιστεί. Ανέσυραν την πληροφορία για ένα ύποπτο ταξίδι στη Δύση πριν δεκαετίες. Τώρα περίμεναν μια λάθος κίνηση, μια λάθος λέξη, μια αφορμή για να τον σύρουν σε δίκη. Ακόμη και ο αυτοκράτορας θα προσπερνούσε τη σκληρή του κριτική, αλλά ο επίσκοπος δεν ήταν από αυτούς που συγχωρούν. Θα έπρεπε να το είχε προβλέψει.

[Πρώτη δημοσίευση: περιοδικό Θευθ, τχ.5, Ιούνιος 2017, σελ.66] 

Τετάρτη 31 Μαΐου 2017

Χωρίς να το σκεφτεί [ποίημα]


Με τις φιλανθρωπίες του και με το ιερατικό του έργο καταξιώθηκε στη συνείδηση των χριστιανών της βασιλεύουσας. Τριάντα χρόνια έχτιζε τη φήμη του. Όταν ο γέρων Πατριάρχης αποδήμησε, όλοι γνώριζαν ότι θα τον διαδεχτεί. Όμως ο αυτοκράτορας έβαλε τους ανθρώπους του να διαδώσουν συκοφαντίες μεγαλοποιώντας ασήμαντα λάθη και παραλείψεις του παρελθόντος. Στη συνέχεια κατάφερε (με δωροδοκίες, με απειλές και με υποσχέσεις) να επιβάλει τον δικό του υποψήφιο, έναν άγνωστο επίσκοπο των ανατολικών επαρχιών. Πλέον τού έμενε μία λύση: να αποσυρθεί σε κάποια μονή του Αγίου Όρους, ώστε να μη θεωρηθεί υποκινητής εκείνων που αντιδρούσαν στην εκλογή. Μετά από δύο χρόνια πληροφορήθηκε τον θάνατο του νέου Πατριάρχη. Αυτή τη φορά -του έγραψε ο έμπιστος του βασιλιά- δεν θα υπήρχε άλλος υποψήφιος. Χωρίς καθόλου να το σκεφτεί, αποφάσισε να παραμείνει στη μονή και να προσεύχεται από εκεί αδιαλείπτως για το καλό όλων των κατοίκων του κράτους. Ακόμη και όσων κάποτε τον πίκραναν με τις ενέργειες και με τα λόγια τους. ΔΣ

[Πρώτη δημοσίευση: Περιοδικό Οδός Πανός, τχ. 161, 2014]


Πέμπτη 11 Μαΐου 2017

14η Διεθνής Έκθεση Βιβλίου Θεσσαλονίκης







Εκδηλώσεις [Από το Πρόγραμμα της Έκθεσης]

Παρασκευή 12 Μαΐου | 17.00 | Αίθουσα Ε.Ι.Π. | Περίπτερο 15
ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΒΙΒΛΙΟΥ
Αγώνες ξιφομαχίας με ένα αγοροκόριτσο του Ιγνάτη Χουβαρδά
Ομιλητές:  
Γιώργος Χρονάς, Διονύσης Στεργιούλας και ο συγγραφέας
ΟΡΓΑΝΩΣΗ: ΟΔΟΣ ΠΑΝΟΣ

Κυριακή 14 Μαΐου | 10.00 | Αίθουσα Ιωάννου | Περίπτερο 15
ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΒΙΒΛΙΟΥ
Ο Φραντς Κάφκα και η Μοσχούλα του Διονύση Στεργιούλα
Ομιλητές: 
Σωτηρία Σταυρακοπούλου, αναπληρώτρια καθηγήτρια νεοελληνικής φιλολογίας στη Φιλοσοφική Σχολή του Α.Π.Θ.
Παναγιώτης Γούτας, συγγραφέας
ΟΡΓΑΝΩΣΗ: ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΝΗΣΙΔΕΣ

Κυριακή 14 Μαΐου | 20.00 | Αίθουσα Νότος | Περίπτερο 13
"25 χρόνια ‘Ένα βιβλίο, Ένα ταξίδι’"
Όταν μια τηλεοπτική εκπομπή γίνεται φορέας πολιτισμού και αναδεικνύει την αξία του βιβλίου και της φιλαναγνωσίας επί 25 ολόκληρα χρόνια, με εμπνευστή και παρουσιαστή τον Στέλιο Λουκά
Στην εκδήλωση μιλούν διακεκριμένοι πανεπιστημιακοί, πεζογράφοι και ποιητές: 
Γιάννης Ατζακάς, Παναγιώτης Γούτας, Νίκος Δαββέτας, Σταύρος Ζαφειρίου, Χρήστος Ζαφείρης, Ιωάννης Καζάζης, Δημήτρης Κόκορης, Θωμάς Κοροβίνης, Έλσα Κορνέτη, Ηλίας Κουτσούκος, Χλόη Κουτσουμπέλη, Μαρία Λαμπαδαρίδου-Πόθου, Ευτυχία-Αλεξάνδρα Λουκίδου, Σαμουήλ Μπισσάρας, Ζωή Σαμαρά, Γιώργος Σκαμπαρδώνης, Σωτηρία Σταυρακοπούλου, Περικλής Σφυρίδης, Αλέξης Σταμάτης, Φίλιος Στάγκος, Διονύσης Στεργιούλας, Ιωάννης Τζιφόπουλος, Κώστας Χατζηαντωνίου
Παρουσίαση-συντονισμός: Στέλιος Λουκάς
ΟΡΓΑΝΩΣΗ: ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΙΔΡΥΜΑ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ, «ΕΝΑ ΒΙΒΛΙΟ, ΕΝΑ ΤΑΞΙΔΙ» (ΔΗΜΟΤΙΚΗ ΤΗΛΕΟΡΑΣΗ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ)
 


Παρασκευή 31 Μαρτίου 2017

Γιάννης Κουνέλλης: η έκθεση στο πλοίο «Ιόνιον»*


Η πρώτη επαφή με το έργο του Κουνέλλη, όπως εκτίθεται στο πλοίο «Ιόνιον», κάνει τον επισκέπτη να αφήσει στην άκρη τη σταθερή αντίληψή του για τα πράγματα και τη φύση. Η λειτουργία της σκέψης σταματά και έρχεται αντιμέτωπος με τα μεγάλα διαχρονικά ερωτήματα. Στο έργο του Κουνέλλη δεν υπάρχει διέξοδος. Ο καλλιτέχνης ζει και εργάζεται, συνειδητά και με τη θέλησή του, σε έναν λαβύρινθο, χωρίς κανέναν μίτο στο χέρι, χωρίς ελπίδα για διαφυγή, μόνο με την ικανοποίηση που προσφέρει η αίσθηση της ευφυίας.

Τα έργα της έκθεσης δεν παραπέμπουν άμεσα σε καμιά περίοδο της ιστορίας της τέχνης. Το αντικείμενο στο οποίο συνεχώς ο καλλιτέχνης αναφέρεται, δεν είναι ούτε η ιστορία ούτε ο πολιτισμός αλλά ο άνθρωπος και το τραγικό του αδιέξοδο, που είναι ακριβώς αυτό που ενώνει πρόσωπα διαφορετικών εποχών, τόπων και κοινωνικών τάξεων.

Είναι αδύνατο να καταλάβει κανείς για το τι ψάχνει ο Κουνέλλης, για το τι πασχίζει τόσα χρόνια στη Ρώμη, για το τι ζητά από τον εαυτό του και από τον κόσμο. Το κάθε του έργο αυτοανατρέπεται. Μάταια ο επισκέπτης προσπαθεί να «δικαιολογήσει» τον καλλιτέχνη, επιδιώκοντας να μαντέψει τις προθέσεις του. Δεν υπάρχουν προθέσεις. Δεν έχουμε να κάνουμε με ένα παιχνίδι στημένο εκ των προτέρων, με ένα παιχνίδι «σικέ». Ο Κουνέλλης είναι απόλυτα αντιδογματικός, γοητεύεται από την περιπλάνηση, είναι η ενσάρκωση του ομηρικού Οδυσσέα, με τη διαφορά ότι ποτέ δε θα φτάσει στη δική του Ιθάκη, αφού δεν υπάρχει σήμερα τέτοιο νησί. Και ας γίνεται η έκθεση στο πλοίο «Ιόνιον».

Με τα υλικά που χρησιμοποιεί θα έπρεπε να νιώθουμε ιδιαίτερα εξοικειωμένοι, μας φαίνονται όμως τόσο ξένα: σίδερο, ξύλο, μολύβι, μαλλί, βαμβάκι, κάρβουνο, πέτρες, ένα μεταλλικό κρεβάτι, ένα αυγό. Μερικές από τις μεταλλικές κατασκευές δένουν τόσο με τον χώρο, ώστε μοιάζουν να αποτελούν τοιχώματα του πλοίου. Δεν είδα κανένα συνθετικό υλικό, από αυτά που δημιούργησε η τεχνολογία τις τελευταίες δεκαετίες.

Το έργο του Κουνέλλη δρα ψυχαναλυτικά. Βλέπουμε σ' αυτό, «ως εν κατόπτρω», ό,τι υπάρχει μέσα μας. Ο ίδιος εξηγεί: «Θέλω την επιστροφή της ποίησης με όλα τα μέσα, με την άσκηση, την παρατήρηση, τη μοναξιά, τον λόγο, την εικόνα, την εξέγερση».

Εγκαταλείποντας την έκθεση αντίκρισα έναν διαφορετικό Πειραιά και θυμήθηκα τα λόγια ενός άλλου Έλληνα της ξενιτιάς, του Κώστα Αξελού: «Όλος ο κόσμος ξέρει πως δεν υπάρχει κριτήριο της αλήθειας ως αλήθειας. Μέσα στη διαδρομή της περιπλάνησης σφυρηλατούνται και κομματιάζονται οι αλήθειες και οι επαληθεύσεις» (Κώστας Αξελός, «Προς την πλανητική σκέψη», εκδ. Βιβλιοπωλείον της «Εστίας», Αθήνα 1989, σελ.41).


*Η έκθεση οργανώθηκε από το ίδρυμα Ιωάννου Φ. Κωστοπούλου κατά την περίοδο Οκτωβρίου-Νοεμβρίου 1994.

Πρώτη δημοσίευση: 
Διονύσης Στεργιούλας,  
Οι μαθητευόμενοι της οδύνης
εκδ. Οδός Πανός, Αθήνα 1995, σσ.55-56.

Πέμπτη 9 Φεβρουαρίου 2017

ΚΑΦΚΑ ΚΑΙ ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗΣ

[Προδημοσίευση από το βιβλίο του Διονύση Στεργιούλα Ο Φραντς Κάφκα και η Μοσχούλα. Δοκίμιο για τη λογοτεχνία, που θα κυκλοφορήσει τον Φεβρουάριο του 2017 από τις εκδόσεις Νησίδες / Αναδημοσίευση από το περιοδικό BOOKPRESS, 26-1-2017]


Όταν διαβάζω έργα του Κάφκα, μου δημιουργείται η αίσθηση ότι ο συγγραφέας ενδιαφέρεται πρωτίστως για τον τρόπο που δομούνται οι σχέσεις των ανθρώπων και για τους μηχανισμούς που ενεργοποιούν τις ανθρώπινες πράξεις και πολύ λιγότερο για τις λεπτομέρειες που αφορούν τα πρόσωπα. Συχνά στον Κάφκα τα πρόσωπα μοιάζουν αδύναμα, σαν χάρτινοι ήρωες που λειτουργούν ως μαριονέτες άγνωστων δυνάμεων που κρύβονται στο βάθος. Αντιθέτως, ο Παπαδιαμάντης δίνει την εντύπωση ότι ενδιαφέρεται κυρίως για τις λεπτομέρειες, την περιγραφή της φύσης, τα χαρακτηριστικά συγκεκριμένων ανθρώπων, την πληροφορία και το πολιτισμικό φορτίο που μεταφέρουν οι λέξεις και λιγότερο για τις δομές που κυριαρχούν κάτω από την επιφάνεια. Οι ήρωές του είναι πρωταγωνιστές ή συμπρωταγωνιστές στη μικροκοινωνία όπου ζουν. Δρουν συνήθως συνειδητά, άλλοτε σε σύμπνοια με το κοινωνικό πλαίσιο που τους περιέχει και άλλοτε όχι.

Ωστόσο, παρά τις πιθανολογούμενες προθέσεις των συγγραφέων, τα πράγματα πολλές φορές εξελίσσονται διαφορετικά ως προς τον τρόπο πρόσληψης από τους αναγνώστες. Έτσι, συχνά στον Παπαδιαμάντη αναδεικνύονται πιο έντονα οι εσωτερικές δομές και το αρχετυπικό βάθος, ενώ στον Κάφκα οι διεκπεραιωτικές λεπτομέρειες. Ίσως αυτός είναι ένας κοινός τόπος στη λογοτεχνία: ο δημιουργός νομίζει ότι μπορεί να κατευθύνει ή να οδηγήσει το κοινό εκεί που ο ίδιος θέλει παραβλέποντας την περίπτωση το κοινό να έρχεται προς το μέρος του από άλλες κατευθύνσεις και να αντιλαμβάνεται το έργο του διαφορετικά. Οι αναγνώστες πολύ συχνά καλύπτουν με δικές τους, υποσυνείδητες προβολές, ό,τι αντιλαμβάνονται ως κενό ή ως έλλειψη ισορροπίας.

Πολλοί πεζογράφοι επιχειρούν να αποφύγουν τη μονόπλευρη «ανάγνωση» του έργου τους παρουσιάζοντας μέσα στα κείμενά τους ζεύγη αντίθετων ή αντίρροπων μεταξύ τους εννοιών, εξισορροπημένα λεκτικά και θεματικά: θάνατος και ζωή, αγάπη και μίσος, νεότητα και γήρας, τότε και τώρα, φόβος και απόλαυση, χαρά και λύπη, ελπίδα και απογοήτευση, φως και σκοτάδι, παραδοσιακός και σύγχρονος τρόπος ζωής, φύση και τεχνολογία, και άλλα. Τέτοια ζεύγη αντίθετων ή και συμπληρωματικών εννοιών υπάρχουν πολλά στο Όνειρο στο κύμα: παρελθόν και παρόν, νύχτα και φως, ζωή στη φύση και ζωή στην πόλη, εργασία στην ύπαιθρο και δουλειά στο γραφείο, πλούτος και φτώχεια, έρωτας και ερωτική στέρηση, ζωή και θάνατος, νεότητα και προχωρημένη ηλικία, ήχοι και ησυχία, ζώο και άνθρωπος, απόλαυση και κίνδυνος, ομορφιά και αμαρτία.

Στη Δίκη, όπως και στην Αντιγόνη του Σοφοκλή, το βασικό ζεύγος είναι ένα: ενοχή και αθωότητα. Όλα τα άλλα προκύπτουν από αυτές τις δύο έννοιες και από το περιεχόμενο ή την ερμηνεία που τους αποδίδεται. Η ενοχή ισοδυναμεί με κοινωνικό αποκλεισμό και εξευτελισμό, πλήθος προβλημάτων, καταδίκη, θάνατο. Η αθωότητα μεταφράζεται σε διατήρηση της κοινωνικής θέσης και της θέσης στην ιεραρχία του εργασιακού χώρου και κυρίως στο δικαίωμα στη ζωή, υπό την αυστηρή προϋπόθεση της άνευ όρων αποδοχής του υπάρχοντος πλαισίου και των δομών του. Θα μπορούσε ακόμη ο αναγνώστης να σκεφτεί ότι στο έργο συγκρούονται το καλό με το κακό, δύο έννοιες που είχαν απασχολήσει τον Κάφκα. Στην περίπτωση αυτή το κακό φαίνεται ότι συνδέεται με όσους υπηρετούν την απρόσωπη εξουσία και το καλό με τα αδύναμα θύματά της.

Το Όνειρο στο κύμα εκτυλίσσεται εξ ολοκλήρου στη φύση, αν και ο αφηγητής που καταγράφει την ιστορία εργάζεται σε ένα γραφείο. Η Δίκη εξελίσσεται σχεδόν εξ ολοκλήρου σε εσωτερικούς χώρους (γραφεία, δωμάτια, αλλόκοτα κτήρια, καθεδρικός ναός) ή στους δρόμους μιας μεγάλης πόλης με σημαντικότερη εξαίρεση την τελευταία σκηνή, όταν ο πρωταγωνιστής δολοφονείται σε ένα νταμάρι. Ο Κάφκα έλκεται από την περιγραφή των κτηρίων και τις αλληλεπιδράσεις μεταξύ αυτών που τα κατοικούν. Στα κείμενά του τα κτήρια, οι τοίχοι, οι εσωτερικοί διάδρομοι δεν αποτελούν απλώς μέρος ενός ουδέτερου σκηνικού. Είναι τόσο σημαντικά όσο και τα πρόσωπα. (Εδώ θυμάμαι την επιλογή των αρχαίων Αθηναίων να συνεδριάζουν τα συλλογικά όργανα της δημοκρατίας τους σε ανοιχτούς χώρους, ώστε να μην υπάρχουν στρεβλώσεις στη σκέψη και στην κρίση τους από δομές μη φυσικές.)

Ο ήρωας του Παπαδιαμάντη εργάζεται σε δικηγορικό γραφείο, τρέφει αρνητικά αισθήματα για εκείνον που του παρέχει εργασία και ζει με τη μνήμη, αν δεν ζει μέσα στη μνήμη. Ο ήρωας του Κάφκα εργάζεται ομοίως σε ένα γραφείο (είναι εκτιμητής σε τράπεζα), είναι αποξενωμένος από τους συναδέλφους του και ζει χωρίς μνήμη, χωρίς αναμνήσεις, σαν να μην έχει παρελθόν ή σαν να θέλει να το ξεχάσει. Ο πρώτος, για να αντιμετωπίσει τα αδιέξοδα του παρόντος, βρίσκει καταφύγιο στη μνήμη, ατομική και συλλογική, και ξαναζεί μέσω αυτής την εποχή που ήταν ακόμη «φυσικός άνθρωπος». Ο δεύτερος δεν ήταν ποτέ «φυσικός άνθρωπος», και οι τοίχοι, ανάμεσα στους οποίους ζει, γίνονται τείχη. Η αγάπη, η αλληλεγγύη, η τρυφερότητα, η κοινωνικότητα βρίσκονται σε ύπνωση, και αντιμετωπίζει τη δίκη ως άλλη μία εργασία ή υποχρέωση που πρέπει το συντομότερο να περαιωθεί.

Σε ένα από τα τετράδιά του ο Κάφκα σημειώνει ότι η μεγαλύτερη αμαρτία είναι η ανυπομονησία: «Υπάρχουν δυο ανθρώπινες βασικές αμαρτίες, από τις οποίες πηγάζουν όλες οι άλλες: Ανυπομονησία και αμέλεια. Εξαιτίας της ανυπομονησίας διώχτηκαν οι άνθρωποι από τον παράδεισο, εξαιτίας της αμέλειας δεν επιστρέφουν. Ίσως υπάρχει όμως μια μόνο βασική αμαρτία: η ανυπομονησία. Εξαιτίας της ανυπομονησίας διώχτηκαν, εξαιτίας της ανυπομονησίας δεν επιστρέφουν.» Ο πρωταγωνιστής της Δίκης είναι σε αρκετά σημεία ανυπόμονος. Δείχνει να βιάζεται περισσότερο από τους κατηγόρους του. Μοιάζει με ένα έντομο που θέλοντας να ξεφύγει από τον ιστό της αράχνης κάνει γρήγορες και νευρικές κινήσεις, με αποτέλεσμα ο ιστός να το αποδυναμώνει και να το ακινητοποιεί.

Σάββατο 31 Δεκεμβρίου 2016

ΕΙΚΟΝΕΣ ΜΕΣΑ ΣΤΗ ΝΥΧΤΑ


Όπως άλλοι μιλούν σε αγίους και βλέπουν οράματα
όπως άλλοι μιλούν για περασμένους έρωτες κι αναπολούν το παρελθόν
σ' έφερα απόψε στη μνήμη μου κόμη Διονύσιε Σολωμέ.
Είδα το βλέμμα σου να αναζητά το φως στην αντικρινή στεριά
είδα τη σκέψη σου να χάνεται στον στρόβιλο της νύχτας
άκουσα κάτω από το παράθυρό σου τη θάλασσα που ποτέ δεν ησυχάζει.
Σε είδα να περπατάς ανάμεσα στα αιωνόβια δέντρα της Κέρκυρας
κι ήσουν το ψηλότερο δέντρο
με κατάπράσινα φυλλώματα γεμάτα λέξεις.
Σε είδα να μπαίνεις στα παιχνίδια των παιδιών και να παίζεις μαζί τους
να τραγουδάς τους στίχους σου στα βρέφη των μελλοντικών γενεών
να αφουγκράζεσαι τους ψίθυρους του Ομήρου
και να τους μεταφέρεις στα τετράδιά σου.
Σε είδα να βγαίνεις από τις εκκλησίες δακρυσμένος και να κρύβεσαι
για να μη δει κανείς τα δάκρυά σου
σε είδα να περπατάς μόνος και σκεφτικός στην παραλία της Θεσσαλονίκης
να αναζητάς βιβλία του Ιωσήφ Βρυέννιου σε βιβλιοπωλεία της Νέας Υόρκης
να τριγυρνάς με τη σκέψη σου σε δρόμους του Παρισιού
να ζεις στο ίδιο δωμάτιο με τον Novalis να βλέπετε τις ίδιες οπτασίες
να ακούτε την ίδια μουσική να μοιράζεστε το ίδιο φαγητό.
Σε είδα να σβήνεις στα όνειρά σου και να ξαναγεννιέσαι κάθε πρωί
σε είδα να ταξιδεύεις με πλοία εξερευνητών
προσπαθώντας να ξεχάσεις τη μορφή της μητέρας σου.
Σε είδα να παρατηρείς εκστασιασμένος
κορίτσια πάνω στα ποδήλατά τους
νέες γυναίκες ντυμένες στα λευκά που κρατούσαν διάφανες ομπρέλες
σε είδα να μαγεύεσαι από ένα ανθάκι μωβ
που φύτρωσε σε μια ρωγμή του τοίχου του σπιτιού σου.
Σε είδα να ξεφεύγεις από το δίχτυ του χρόνου
να περνάς από τα μικροσκοπικά του κρυφά περάσματα
να επιτίθεσαι σ' εκείνους που κόβουν τα κλαδιά των δέντρων
για να τα κάνουν στεφάνια της δόξας τους
σε είδα μόνο κι έρημο να αποφεύγεις σώματα και να ζητάς ψυχές.
Είδα το αυστηρό βλέμμα σου να γίνεται χαμόγελο και μετά είδα πάλι
εκείνη τη σκιά να σε ακολουθεί.
Όμως τώρα πρέπει να αποχωρήσω από το ποίημα
γιατί είναι αργά, είναι πολύ αργά για όλους
είναι αργά για τα σπίτια αργά για τα δάση αργά για τους ανθρώπους
ο καιρός είναι άστατος κανείς δεν ξέρει κανείς δεν μπορεί να φανταστεί
τι θα φέρει αυτό το ξημέρωμα τι χρώματα τι απρόβλεπτες φωνές.

[πρώτη δημοσίευση: περιοδικό Θευθ, τεύχος 4, Δεκέμβριος 2016, σ.62-63]

Τετάρτη 30 Νοεμβρίου 2016

ΚΙΝΟΥΝΤΑΝ ΜΕ ΑΝΕΣΗ

Οι συνωμότες κινούνταν στους διαδρόμους του ανακτόρου με άνεση και φυσικότητα. Σαν να είχαν ήδη καταλάβει την εξουσία. Τους έβλεπε να αυξάνονται σε αριθμό και να δημιουργούν γύρω του έναν κλοιό. Εκείνοι όμως δεν έβλεπαν ότι ο κλοιός τους στηριζόταν πάνω στον ιστό που ο ίδιος είχε υφάνει. ΔΣ


Κυριακή 23 Οκτωβρίου 2016

Θεσσαλονίκη: "Κατοχή & Μνήμες"


Επετειακό αφιέρωμα της εκπομπής του Στέλιου Λουκά "Στη Γη της Μακεδονίας"

Την Παρασκευή 28 Οκτωβρίου στη 1 μ.μ. στη Δημοτική Τηλεόραση Θεσσαλονίκης.

Η εκπομπή ανασκαλεύει μνήμες της κατοχής, έτσι όπως αυτές αποτυπώνονται στο έργο Θεσσαλονικιών λογοτεχνών.

Μιλούν:
Περικλής Σφυρίδης – Συγγραφέας,
Δαβίδ Σαλτιέλ – Πρόεδρος Ισραηλιτικής Kοινότητας Θεσσαλονίκης,
Γιώργος Σκαμπαρδώνης – Συγγραφέας,
Σωτηρία Σταυρακοπούλου – Αναπληρώτρια Καθηγήτρια ΑΠΘ,
Διονύσης Στεργιούλας – Συγγραφέας,
Ιωάννης Μότσιανος – Αρχαιολόγος




Τρίτη 11 Οκτωβρίου 2016

ΤΑ ΛΟΓΙΑ ΚΑΠΟΤΕ


Τα λόγια κάποτε πετούσαν σαν πουλιά.
Και κάποιοι τότε σκέφτηκαν
να στήσουν ξόβεργες επάνω στο χαρτί
και να τα φυλακίσουν
στο σώμα των γραμμάτων και των λέξεων
στα τείχη των γραπτών κειμένων
για να μη φύγουν πια ποτέ ξανά.
Μα επειδή συνήθιζαν να γράφουνε
τις λέξεις με γραφίδα από φτερό
πέρασαν απ' τον ουρανό στη γη
κι απ' τον αέρα στη γραφή
η απόλαυση της πτήσης
ένας διάχυτος φόβος της πτώσης
και μια κρυμμένη μες στα γράμματα 
πνοή ελευθερίας.


Κυριακή 25 Σεπτεμβρίου 2016


ΤΟ ΔΕΝΤΡΟ ΚΑΙ ΤΟ ΤΣΕΚΟΥΡΙ

Διάβαζα σε ένα βιβλίο βυζαντινής Ιστορίας το κεφάλαιο για την πολιορκία και την άλωση της Πόλης. Όλες οι προηγούμενες επιθέσεις, σημείωνε ο συγγραφέας, απέτυχαν. Τότε ανέλαβαν δράση οι γενίτσαροι, που έφεραν γρήγορα σε πέρας την αποστολή τους. Διαβάζοντας αυτή την πληροφορία θυμήθηκα την παροιμία για το δέντρο που όταν το κόβουν δεν πονά τόσο από τα χτυπήματα που του στερούν τη ζωή όσο επειδή η λαβή του τσεκουριού προέρχεται από το δικό του ξύλο. ΔΣ


Κυριακή 14 Αυγούστου 2016

Κάθε της τρικυμία

Η θάλασσα αποτελεί
μέλος της οικογένειάς μου.
Το έχω δηλώσει και στο ληξιαρχείο.
Κάθε της τρικυμία
δημιουργεί νέα ναυάγια.
Ο σκοτεινός βυθός της έχει γεμίσει
από νεκρές σκέψεις μου.
Αναρωτιέμαι
αν έχει γνώση του εαυτού της
αν έχει αντίληψη της ύπαρξής της
ή αν πρόκειται για έναν καθρέφτη
που έστησε η νύχτα πάνω στη γη.


Κυριακή 31 Ιουλίου 2016


Στο χάος του βυθού

Τι είν' αυτό που μου αρέσει στα κοχύλια;
Το χρώμα τους; Το σχήμα τους;
Το ότι ξέρουν να απομονώνονται
μέσα στο χάος του βυθού
κλείνοντας ανεπαίσθητα τα βλέφαρά τους;

Πέμπτη 30 Ιουνίου 2016

Θεατρικά μονόπρακτα ενός ποιητή

ιώργος Χρονάς, Τρεις Γυναίκες και ο Ποιητής, Οδός Πανός, 2015]

Ένας βασικός τομέας των ενδιαφερόντων και της δημιουργικότητας του ποιητή Γιώργου Χρονά σχετίζεται με τον βίο διασήμων προσώπων και ιδιαίτερα με τις αντιφάσεις και την τραγικότητα που χαρακτηρίζουν τις ζωές τους. Έχει ίσως διαπιστώσει ότι πίσω από τη στιλβωμένη επιφάνεια κρύβεται συχνά ένα βαρύ φορτίο ψυχολογικής πίεσης, που οφείλεται είτε στο κοινό, που απαιτεί από τα είδωλά του να λάμπουν κάθε στιγμή, ακόμη και μετά τον θάνατό τους, είτε στους ίδιους, που δεν θα ήθελαν να διαψεύσουν την εικόνα που έχουν με κόπο και ταλέντο δημιουργήσει.

Στην εργογραφία του Χρονά θα συναντήσουμε κείμενα για τον Παζολίνι, τον James Dean, τον Marlon Brando, τη Marilyn Monroe, τον Michael Jackson, αλλά και για Ελληνίδες τραγουδίστριες, όπως η Καίτη Γκρέυ και η Τζένη Βάνου. Ο κόσμος του τραγουδιού τον αφορά και προσωπικά, αφού έχει γράψει τους στίχους σε περισσότερα από 120 τραγούδια, που ερμηνεύτηκαν από τον Νίκο Ξυλούρη, τον Παύλο Σιδηρόπουλο, τη Μελίνα Μερκούρη, τη Βίκυ Μοσχολιού, τη Χαρούλα Αλεξίου, τον Γιώργο Νταλάρα και δεκάδες άλλους ερμηνευτές, με μουσικές του Μάνου Χατζιδάκι, του Γιάννη Μαρκόπουλου, της Λένας Πλάτωνος και άλλων.

Δύο από τα πέντε θεατρικά κείμενα του βιβλίου (Τρεις Γυναίκες και ο Ποιητής, Αθήνα 2015), που έχουν παρουσιαστεί και στη σκηνή, αναφέρονται στις τραγουδίστριες Σεβάς Χανούμ και Ρίτα Σακελλαρίου. Άλλα δύο κείμενα έχουν ως κεντρικό πρόσωπο την Ιταλίδα δημοσιογράφο και συγγραφέα με παγκόσμια φήμη Οριάνα Φαλάτσι. Το βιβλίο κλείνει με το ολιγοσέλιδο σενάριο της παράστασης με τίτλο “Ο Κ. Π. Καβάφης στο Ξενοδοχείο Βαλκάνια”.

Τα δύο μονόπρακτα για την Οριάνα Φαλάτσι αποτελούν παραλλαγές του ίδιου κειμένου, με κύρια διαφορά ότι το πρώτο είναι γραμμένο ως πεζό, ενώ το δεύτερο με στίχους. Η Φαλάτσι, σε προχωρημένη ηλικία στη Νέα Υόρκη, θυμάται στιγμές της ζωής της και νιώθει δικαιωμένη που υπήρξε “πολιτικό ον” και σκεπτόμενη δημοσιογράφος. Αναπολεί τις επαγγελματικές της επιτυχίες και τη σχέση της με τον Αλέκο Παναγούλη και δηλώνει έτοιμη για τον αναμενόμενο, προαναγγελθέντα από τους γιατρούς θάνατό της.

Η Σεβαστή Παπαδοπούλου ή Σεβάς Χανούμ μιλά, στο τρίτο θεατρικό μονόπρακτο (που αποτελεί απομαγνητοφώνηση αφήγησής της στον συγγραφέα), για τη δύσκολη δεκαετία του 1950, για τα προβλήματα στη σχέση της με την οικογένειά της, για τη συμβίωσή της με τον Στέλιο Καζαντζίδη, για τις εκδηλώσεις λατρείας των θαυμαστών και θαυμαστριών της. Την χαρακτηρίζει, σε αντίθεση με τα άλλα πρόσωπα του βιβλίου, ένας έκδηλος ναρκισσισμός, που υπήρξε ίσως το αδύνατο σημείο της καριέρας της.

Στο τέταρτο θεατρικό έργο η Ρίτα Σακελλαρίου αναφέρεται στις ρίζες και την καταγωγή της, στις συνήθειές της, στους άντρες που αγάπησε και την αγάπησαν, στα τραγούδια που την έκαναν διάσημη, στον θαυμαστή της Ανδρέα Παπανδρέου, πρωθυπουργό της Ελλάδας. Ο συγγραφέας, παραθέτοντας πλήθος αληθινών και αληθοφανών πληροφοριών για τη ζωή της, αναπλάθει το κλίμα μιας ολόκληρης εποχής, επαναδημιουργεί μέσα από τους μονολόγους της το κοινωνικό πλαίσιο στο οποίο έζησε η τραγουδίστρια και αφήνει τον αναγνώστη του βιβλίου ή τον θεατή της παράστασης να καταλήξουν στα δικά τους συμπεράσματα.

Ο Κωνσταντίνος Καβάφης είναι ο πρωταγωνιστής στο τελευταίο μονόπρακτο του βιβλίου. Ο Αλεξανδρινός ποιητής επισκέπτεται το ξενοδοχείο “Βαλκάνια”, όπου ο ρεσεψιονίστ τυχαίνει να είναι θαυμαστής του. Ο ρεσεψιονίστ συνομιλεί με τον Καβάφη και απαγγέλλει ποιήματά του. Ταυτόχρονα κάνει κάποιες ευφυείς ή και προσποιητά αφελείς παρατηρήσεις για τα συγκεκριμένα ποιήματα. Η παράσταση αυτή παρουσιάστηκε στη Ρώμη, τις Βρυξέλλες και σε πολλές πόλεις της Ελλάδας.

Τα τέσσερα πρόσωπα που πρωταγωνιστούν στο βιβλίο (και έρχονται δύο από την προφορική και δύο από την εγγράμματη παράδοση), οι τρεις γυναίκες και ο ποιητής, διακρίθηκαν στους τομείς τους και απέκτησαν μεγάλη φήμη. Χαρακτηριστικό στοιχείο της ζωής τους υπήρξε η εσωτερική μοναξιά, η έντονη αίσθηση ότι πορεύονται μόνοι τους, η πεποίθηση ότι οι άλλοι δεν μπορούν να τους καταλάβουν, ακόμη και αν ζουν δίπλα τους. Το έργο τους, είτε στο τραγούδι είτε στη συγγραφή είτε στην ποίηση, μοιάζει με μία γέφυρα, με την οποία προσποιούνται ότι θέλουν να εγκαταλείψουν την αυτοαπομόνωση, τις εμμονές και τα πιθανά αδιέξοδα που τους συνοδεύουν. Το πεπρωμένο όμως είναι πάντα ένα ποτάμι ορμητικό, που δεν επιτρέπει το κολύμπι ενάντια στο ρεύμα.

Ο συγγραφέας αναζητά και διερευνά στις ζωές των τεσσάρων προσώπων ένα πλήθος ετερόκλητων στοιχείων, που έρχονται από διαφορετικές εποχές και ποικίλα πολιτισμικά πλαίσια. Δεν είναι τυχαίο το σχόλιο για το ποίημα του Καβάφη “Δέησις”, ότι μοιάζει με τραγούδι του Βασίλη Τσιτσάνη ή του Μάρκου Βαμβακάρη. Ο Γιώργος Χρονάς γράφοντας για τα τέσσερα αυτά πρόσωπα γράφει εν μέρει για τη δική του ζωή, για τα δικά του ενδιαφέροντα, για τις επιλογές του δικού του βίου, αφού και ο ίδιος ασχολήθηκε με την ποίηση, το τραγούδι, τη συγγραφή βιβλίων και τη δημοσιογραφία. Πιστεύω ότι το βιβλίο εντάσσεται οργανικά στο υπόλοιπο έργο του, ως μία ακόμη εκδοχή της ευαισθησίας ενός ποιητή. ΔΣ



* Πρώτη δημοσίευση: 
Διαδικτυακό περιοδικό BookPress, 
Πέμπτη 14 Απριλίου 2016 - 

 

Πέμπτη 23 Ιουνίου 2016

Συνέντευξη
 
Ο ποιητής και εκδότης Γιώργος Χρονάς μιλάει στο ΒΗΜAgazino και τη Σόνια Ζαχαράτου για τα άλματα της ζωής του, θυμάται τον Χατζιδάκι, τον Τσαρούχη και τον Γκάτσο, και επιμένει ότι ο Ταχτσής και ο Κουμανταρέας είναι ανώτεροι του Φίλιπ Ροθ.

Τετάρτη 18 Μαΐου 2016

Ένα νεανικό κριτικό κείμενο 
του Νίκου-Αλέξη Ασλάνογλου

Τα «Χρονικά του Πειραματικού Σχολείου του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης» ήταν μία τρίμηνη έκδοση, που κυκλοφόρησε πρώτη φορά το 1947. Στις σελίδες του περιοδικού δημοσιεύονταν μελέτες για θέματα σχολικά και παιδαγωγικά, μαθητικές συνεργασίες (σχέδια και κείμενα) και βιβλιοπαρουσιάσεις. Μεταξύ των συνεργατών ξεχωρίζει ο ποιητής Γιώργος Θέμελης, φιλόλογος στο Πειραματικό Σχολείο κατά τα έτη 1934-1949, βασικός συνεργάτης των λογοτεχνικών περιοδικών της Θεσσαλονίκης «Μακεδονικές ημέρες» και «Κοχλίας», και ένας από τους εξέχοντες Έλληνες ποιητές του 20ού αιώνα.

Ο ποιητής Νίκος-Αλέξης Ασλάνογλου (γεν. 1931) αποφοίτησε από το Πειραματικό Σχολείο το 1949. Φίλος και συμμαθητής του ήταν ο μετέπειτα πολιτικός Στέλιος Νέστωρ. Η «μαθητική συνεργασία» στο τεύχος Ζ’ του 1948 υπογράφεται με το πραγματικό του όνομα: «Νικ. Αν. Αρσλάνογλου». Είναι πολύ πιθανό, αν και δεν μπορεί να τεκμηριωθεί, ο Θέμελης να έπαιξε κάποιο ρόλο ή να ήταν αυτός που πρότεινε τη δημοσίευση του κειμένου, αφού αφορούσε το δικό του διδακτικό αντικείμενο. Ο Θέμελης θα πρέπει να διέγνωσε πρώτος το ταλέντο του μαθητή του. Ο Ασλάνογλου τον εκτιμούσε πολύ ως ποιητή και τον ενέταξε αργότερα στην πεντάδα των σημαντικότερων -κατά τον ίδιο- ποιητών της Θεσσαλονίκης, μαζί με τον Μανόλη Αναγνωστάκη, τον Γιώργο Βαφόπουλο, τη Ζωή Καρέλλη και τον Νίκο Γαβριήλ Πεντζίκη. Φαίνεται ότι ο καθηγητής του λειτούργησε ως πρότυπο για τον νέο ποιητή, που τότε διαμόρφωνε τις αισθητικές του απόψεις. Η πρώτη συνεργασία του στο περιοδικό «Διαγώνιος» (1959) θα είναι μία μελέτη για το ποιητικό έργο του Θέμελη («Θάνατος και γέννηση στην ποίηση του Θέμελη»). Στην αρχή της μελέτης αναγνωρίζει την οφειλή στον δάσκαλό του: «Μέσα στις αίθουσες του Πειραματικού Σχολείου, η φωνή του ποιητή ήταν από τις πρώτες που μίλησαν στην καρδιά μου».

Το κείμενο του Ασλάνογλου στα «Χρονικά» έχει τίτλο: «Το ποιητικό έργο του Ρήγα». Δημοσιεύεται προς το τέλος του τεύχους, στη στήλη «Μαθητική συνεργασία», και καταλαμβάνει τρεις πυκνοτυπωμένες σελίδες. Η γραφή και το ύφος παρουσιάζουν στοιχεία που ταιριάζουν σε έναν 17χρονο μαθητή, όπως μια φρεσκάδα και μία ακαμψία στον λόγο, η χρήση κοινότοπων και εν μέρει απλοϊκών συλλογισμών, καθώς και η ιδιαίτερη εστίαση στις επαναστατικές όψεις της ζωής και του έργου του Ρήγα Βελεστινλή. Υπάρχουν όμως και αρκετές παρατηρήσεις που επιβεβαιώνουν την κατανόηση όχι μόνο των αδρών γραμμών αλλά και λεπτών αποχρώσεων του έργου αυτού.

Ο Ασλάνογλου κρίνει τους στίχους του Ρήγα με βάση γενικά αισθητικά κριτήρια για την αξία της ποίησης, αλλά ταυτόχρονα και σε σχέση με το πλαίσιο, πολιτισμικό και ιστορικό, μέσα στο οποίο δημιουργήθηκαν και με τη σκοπιμότητα για την οποία έχουν γραφτεί. Η κριτική άποψη του Παλαμά χρησιμοποιείται για να ενισχύσει τη θέση του συντάκτη του κειμένου. Ο Ρήγας, μέσα από αυτήν την οπτική, παρουσιάζεται ως μέτριος ποιητής, κάτι που έρχεται να ισορροπήσει η αναφορά στο μη ποιητικό έργο και στη γενικότερη δράση του, που χαρακτηρίζονται ποιήματα. Έτσι, η ποίηση της δράσης και των πράξεων προσθέτει στην αξία των στίχων, αφού και τα δύο αποτελούν εκφάνσεις και αποτελέσματα της ίδιας πηγής. Κάνει δηλαδή σαφές (ή τουλάχιστον υποβάλλει στον αναγνώστη την ιδέα) ότι οι λέξεις «ποιητικό έργο» του τίτλου αναφέρονται στο σύνολο των πράξεων και όχι μόνο στους στίχους του Ρήγα.

Επομένως, η ποίηση του Ρήγα αντιμετωπίζεται κριτικά από τον Ασλάνογλου με παραμέτρους την αξία και τη σημασία της. Η αξία της αποτιμάται ως μέτρια ή ελάχιστη (σημαντικότερη ωστόσο από μεταγενέστερους ποιητές της «Παλαιάς Αθηναϊκής Σχολής», που έγραφαν στην καθαρεύουσα), ενώ τονίζεται η σημασία της.

Στην εργασία του αυτή ο Ασλάνογλου μοιάζει να μη βρίσκεται στο ξεκίνημα, αλλά να έχει ήδη διανύσει ένα μέρος της λογοτεχνικής του διαδρομής. Αυτό σημαίνει ότι η φυσική κλίση του για τα γράμματα συνδυάστηκε από πολύ νωρίς, από «τρυφερή» ηλικία, με τη μελέτη της λογοτεχνίας. Στα τέσσερα αποσπάσματα που ακολουθούν, εξηγεί αναλυτικά τις θέσεις του με εμφανή βεβαιότητα για την ορθότητά τους. Ορισμένες παρατηρήσεις του δείχνουν κριτική ωριμότητα και οξεία για την ηλικία του αντίληψη, που θα επιβεβαιωθούν στη συνέχεια και από το δικό του ποιητικό έργο, που τον καθιέρωσε ως έναν από τους σημαντικότερους ποιητές της δεύτερης μεταπολεμικής γενιάς:

«Τι ποιήματα θα μπορούσε να γράψει ο Ρήγας; Μπορούσε να εκφράσει σ’ αυτά τίποτ’ άλλο απ’ αυτόν τον έρωτα, τον απέραντο, που έτρεφε για την πατρίδα του και τη λευτεριά της; Ποίημα ήταν και η Χάρτα του, ποίημα και η “Δημοκρατική προκήρυξις”, ποιήματα ήταν όλα όσα δημιούργησε, που καθρέφτιζαν αυτή τη φλόγα του. Μπορούμε λοιπόν ν’ αρνηθούμε πως δεν ήταν ποιήματα και οι στίχοι που έγραψε, να πούμε πως έμειναν πάντα στίχοι δίχως σημασία, όπως τόσοι και τόσοι που συναντάμε καθημερινά; Όχι βέβαια. Ωστόσο από την πρώτη ματιά γίνεται φανερό πως τα ποιήματα του Ρήγα δεν είναι παρά μια κραυγή. Ένα κήρυγμα σε στίχους».

«Μια απόλυτη συνέπεια συνδέει το ποιητικό έργο του Ρήγα με την πολιτική του προσωπικότητα. Είπαμε πως τα ποιήματά του αυτά καθεαυτά δεν έχουν και μεγάλη αισθητική αξία. Η τέλεια όμως ανταπόκρισή τους, μ’ ολάκερο τον Ελληνικό λαό τα δικαιώνουν. Κι ας αναλογιστούμε πως το θούριο έγινε σχεδόν δημοτικό τραγούδι, τόσο πολύ τραγουδήθηκε. Αλλά είναι πάντα άραγε πειστικό κριτήριο για ένα έργο τέχνης, η διάδοση που έχει ανάμεσα στο πλατύτερο κοινό; Όχι βέβαια, αν αναλογιστούμε ότι τα βιβλία που έχουν τη μεγαλύτερη κυκλοφορία δεν είναι συνήθως και τα πιο αξιοπρόσεκτα. Στο Ρήγα όμως το πράγμα είναι διαφορετικό. Στην περίπτωση που η λαϊκή επικύρωση είναι τόσο ομαδική, δεν μπορεί παρά ν’ άγγιξε τις ευαίσθητες χορδές, να ήρθε στο ίδιο ψυχικό κλίμα με τον ίδιο του το λαό». 

«Κι έτσι ο Ρήγας έφτασε σ’ ένα θαυμαστό σημείο. Έγινε το κίνητρο της Ελληνικής ψυχής. Την εξυπηρέτησε και δούλεψε για την ελευθερία της ως το τέλος. Είπαμε πως ο Ρήγας δεν έκανε ποίηση, πολεμούσε με όπλο την πέννα. Μα όχι για στείρες κι άγονες μικροκομματικές επιδιώξεις, όπως δυστυχώς γίνεται σήμερα σε μεγάλη κλίμακα, αλλά για την ανάσταση του Ελληνισμού».

«Δεύτερο χαρακτηριστικό σημείο της ποιητικής εξέλιξής του είναι τα ποιήματά του στην καθαρεύουσα. Φλέγονται από φιλοπατρία κι ενθουσιασμό, αλλά υστερούν πολύ στη μορφή. Η γλώσσα τους είναι άκαμπτη καθαρεύουσα, δίχως κυματισμούς, δίχως ευλυγισία, δίχως πλαστικότητα. Όμοια μ’ αυτή είναι γραμμένοι και οι στίχοι των ποιητών της Παλαιάς Αθηναϊκής σχολής, που άλλο δεν κάμνανε, παρά να στιχοπλοκούνε μέσα στη στείρα καθαρεύουσά τους».
Διονύσης Στεργιούλας
[πρώτη δημοσίευση: 
περιοδικό Εμβόλιμον, τεύχος 77-78 (Φθινόπωρο 2015 - Χειμώνας 2016), σ.152-153]