Σάββατο 31 Μαΐου 2014

Δεν είπαν λέξη (Κωνσταντινούπολη 1366 μ.Χ.)


Η αγάπη του λαού στο πρόσωπό τους
ήταν πρωτοφανής· οι τρεις σοφοί
ήξεραν να μιλούν όπως κανείς.
Ο πρώτος, ο ιεροκήρυκας, κατακεραύνωνε
από την εκκλησία κάθε Κυριακή
όσους απομακρύνονταν από την ηθική.
Ο δεύτερος μιλούσε για την άτεγκτη εξουσία
κι έδινε συμβουλές για των ψυχών τη σωτηρία.
Ο τρίτος, του Χριστού ο υμνωδός,
με αυστηρότητα έκρινε στην αγορά
τις πράξεις άλλων υμνωδών (φίλων κι εχθρών).

Ο άρχοντας Νικάνωρ, σύμβουλος του βασιλιά,
που την ακεραιότητά τους είχε πληροφορηθεί
τους παρακάλεσε να έρθουν στην αυλή του
(να ζήσουν στο εξής υπό την εύνοιά του)
και η φήμη τους να φτάσει ως τα πέρατα της γης.
Άμεσα ανταποκρίθηκαν κι οι τρεις.

Μα όταν αποκαλύφθηκαν του άρχοντα οι ραδιουργίες
και έγινε παντού γνωστό (χωρίς αμφιβολίες)
πως ο Νικάνωρ μυστικά διέταζε
να αυξάνονται παράνομα οι φόροι
να φυλακίζονται όσοι δεν είχαν να πληρώσουν
και να εκτελούνται οι αντιφρονούντες,
όταν ακόμη έγινε γνωστό
ότι στο πιο σκοτεινό δωμάτιο της έπαυλής του
έκρυβε ένα περίτεχνο άγαλμα του Ιανού
που λάτρευε κρυφά, με ιερουργίες των Ρωμαίων
ξεχασμένες παρότι δήλωνε σε όλα χριστιανός
οι τρεις σοφοί δεν μίλησαν, δεν είπαν λέξη
τίποτα δεν ακούστηκε από τα χείλη τους.

Παρασκευή 16 Μαΐου 2014

Από παιδί ναυάγησα

σύνθεση/ερμηνεία: Στέργιος Κώττας
στίχοι: Διονύσης Στεργιούλας 

Πέμπτη 8 Μαΐου 2014

Αρχείο Γιώργου Ιωάννου - Η επιστροφή

Εκδήλωση, 11η Διεθνής Έκθεση Βιβλίου Θεσσαλονίκης
Αίθουσα Διεθνούς Φεστιβάλ Ποίησης [Περίπτερο 15, ΔΕΘ/Helexpo]

Κυριακή 11 Μαΐου, 16:00-17:00

Ομιλητές: Γιάννης Μπουτάρης, δήμαρχος Θεσσαλονίκης, και οι συγγραφείς Παναγιώτης Γούτας, Δημήτρης Κόκορης, Θωμάς Κοροβίνης, Λέων Α. Ναρ, Τόλης Νικηφόρου και Διονύσης Στεργιούλας

Συντονισμός: Στέλιος Λουκάς
Οργάνωση: ΕΙΠ/ΕΚΕΒΙ

Τετάρτη 30 Απριλίου 2014

Πρόσκληση

Η Εταιρία Λογοτεχνών Θεσσαλονίκης και οι Εκδόσεις "Οδός Πανός"

                         σας προσκαλούν

στην παρουσίαση των βιβλίων του Παναγιώτη Θ. Μαυρίδη
"Επί παντός επιστητού" και "Δωρήματα & Μνήμες"

την Τετάρτη 7 Μαΐου 2014 στις 7:30 μ.μ.
στη Στέγη της Ε.Λ.Θ. (Δημοσθένους 4 - 2ος όροφος)


Για τα βιβλία θα μιλήσουν οι:

Ευτυχία-Αλεξάνδρα Λουκίδου ποιήτρια, δοκιμιογράφος
Διονύσης Στεργιούλας συγγραφέας
Γιώργος Χρονάς ποιητής, εκδότης
 



Δευτέρα 31 Μαρτίου 2014

Το παράξενο φως 

σύνθεση/ερμηνεία: Στέργιος Κώττας
στίχοι: Διονύσης Στεργιούλας

Το φως
το παράξενο φως
που το δρόμο σού δείχνει
στη σκιά του σε ρίχνει.

Μα εσύ
ήσουν πάντα εκεί
σ’ άλλης γης μουσική
σ’ άλλου κόσμου το δάκρυ.
Μα εσύ
θα ’σαι πάντα εκεί
να μιλάς με σιωπή
να ξυπνάς με σκοτάδι.

Το φως
το παράξενο φως
που όλο σβήνει κι ανάβει
στη σκιά του σε θάβει.

Μα εσύ
θα ’σαι πάντα εκεί
να ακούς τη βροχή
να ζητάς το σκοτάδι.
Μα εσύ
είσαι πάντα εκεί
και μου λείπει πολύ
της φωνής σου το χάδι.

Το φως
το παράξενο φως
που το δρόμο σού δείχνει
στη σκιά του σε ρίχνει.


Παρασκευή 28 Φεβρουαρίου 2014

Πρωτότυπη θρησκευτική τέχνη του 20ού αιώνα:
Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης 


Ο Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης (1908-1993) είναι γνωστός κυρίως ως πεζογράφος και δευτερευόντως ως ζωγράφος, ενώ ακόμη λιγότεροι τον γνωρίζουν ως ποιητή. Τη δεύτερη από τις παραπάνω ιδιότητες έχει συνδέσει το αναγνωστικό κοινό με τα εξώφυλλα των βιβλίων του, που ήταν σχεδιασμένα από τον ίδιο. Με εξαίρεση το εκτενές αφιέρωμα του περιοδικού Ίνδικτος (τχ. 18, 2004) στο έργο του, και κάποιες εκθέσεις, το ευρύ κοινό δεν είχε την ευκαιρία να δει ταυτόχρονα μεγάλο αριθμό ζωγραφικών του έργων, ώστε να εξαγάγει γενικότερα συμπεράσματα για τον όγκο, την τεχνοτροπία και τη σημασία της ζωγραφικής του. Η έκθεση στο Πολιτιστικό Κέντρο του Μορφωτικού Ιδρύματος Εθνικής Τραπέζης στη Θεσσαλονίκη (Δεκέμβριος 2013 – Φεβρουάριος 2014) και η συνοδευτική έκδοση καλύπτουν οριστικά αυτό το κενό. [Στοιχεία της έκδοσης: Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης. Φυσικός εκκλησιασμός 1934-1993. Κείμενα: Γαβριήλ Νικολάου Πεντζίκης, Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης, ΜΙΕΤ, Θεσσαλονίκη 2013, 253 σελίδες με 399 έγχρωμες εικόνες].

Τα περισσότερα έργα ζωγραφικής του Πεντζίκη σχετίζονται άμεσα με την ψηφαρίθμηση, μία καθημερινή δραστηριότητά του κατά τις τελευταίες δεκαετίες της ζωής του. Η ψηφαριθμική ανάλυση κειμένων, που προέρχονταν κυρίως από τον «Συναξαριστή», οδήγησε στη δημιουργία έργων με παραστάσεις που συχνά αντιπροσωπεύουν πτυχές της ιστορίας, της τέχνης και της παράδοσης της Ορθόδοξης Εκκλησίας. Τα έργα του, συνήθως τέμπερες σε χαρτί, αποτελούνται από διακριτές πινελιές-ψηφίδες, των οποίων το χρώμα, η απόχρωση και ο αριθμός προκύπτουν από την ψηφαριθμική ανάλυση που έχει προηγηθεί. Πρόκειται για μία υψηλού επιπέδου θρησκευτική τέχνη σε ό,τι αφορά την τεχνική, το περιεχόμενο και το αισθητικό αποτέλεσμα. Για μία τέχνη με έντονη αυτοαναφορικότητα, που μένει μακριά από ορθολογικές προσεγγίσεις και ακαδημαϊκούς ορισμούς. Ο ίδιος ο καλλιτέχνης όχι μόνο δεν αρνήθηκε τη σχέση της τέχνης του με την Εκκλησία, αλλά συνήθιζε να την προβάλλει με κάθε δυνατό τρόπο και να την υποδεικνύει εκεί όπου η σχέση αυτή ήταν κρυμμένη ή δεν γινόταν εύκολα κατανοητή.

Ο Πεντζίκης ζωγραφίζει τις μορφές και τα τοπία χωρίς να προσπαθεί να δημιουργήσει την αίσθηση του βάθους. Η τέχνη του παραπέμπει εν μέρει σε έργα λαϊκών ζωγράφων προδίδοντας τη μαθητεία του και τον σεβασμό του στη λαϊκή παράδοση. Παραπέμπει –με την φαινομενική απλοϊκότητα των συνθέσεων και την έλλειψη του βάθους– και στη ζωγραφική των παιδιών προδίδοντας επίσης τον σεβασμό του στην παιδική ηλικία. Παραπέμπει τέλος στις βυζαντινές αγιογραφίες, μόνο που η σχέση αυτή είναι εσωτερική, στο επίπεδο της δομής, των βιωμάτων που προηγήθηκαν και της (συγκεκαλυμμένης στον σύγχρονο ζωγράφο) υπερβατικής θέασης του κόσμου. Άλλες αναφορές στα έργα του σχετίζονται με την εικονογράφηση των βυζαντινών χειρογράφων και την εξωτερική όψη της τοιχοποιίας των βυζαντινών ναών.

Έχοντας συνηθίσει να θεωρούμε μέτρο για τη θρησκευτική ζωγραφική του καιρού μας τα αντίγραφα των φορητών εικόνων του Θεοφάνη του Κρητός και τα αντίγραφα ή τις μιμήσεις των βυζαντινών τοιχογραφιών, ξεχνάμε πως ο Φώτης Κόντογλου (που επανέφερε στο προσκήνιο ως απόλυτο πρότυπο τη βυζαντινή τέχνη), παρόλο που αναφέρεται διαρκώς στην παράδοση, στην πραγματικότητα δεν έχει παρά ελάχιστη σχέση με τη νεοελληνική παράδοση, αφού λειτουργεί ως θύμα ενός ιδεολογήματος, που σε διάφορες εκδοχές του απασχόλησε ή ταλαιπώρησε πολλούς έλληνες διανοούμενους του εικοστού αιώνα και ιδιαίτερα τους δημιουργούς που ονομάστηκαν σχηματικά και ίσως κάπως απλουστευτικά «γενιά του τριάντα». Ο Κόντογλου αγνόησε (χρησιμοποιώντας την μόνο ως πρόσχημα, αν και τη γνώριζε σε βάθος) τη ζωντανή παράδοση της εποχής του και των τελευταίων πριν την εποχή του αιώνων και θέλησε -πετυχαίνοντάς το σε μεγάλο βαθμό- να επαναφέρει τη θρησκευτική τέχνη του καιρού του σε ένα προηγούμενο στάδιο της εξέλιξής της. Συνεχίζοντάς την δηλαδή από εκεί που –κατά τον ίδιο– άρχισε η καμπή ή η παρακμή της. Ο Κόντογλου ήταν από πολύ νωρίς σίγουρος για τις αισθητικές του επιλογές, ενώ ο Πεντζίκης αναζητούσε διαρκώς τον δρόμο του αποφεύγοντας να πατά σε έτοιμα ίχνη. Από την άποψη αυτή, η θρησκευτική τέχνη του Πεντζίκη είναι σαφώς πιο πρωτότυπη και πιο ενδιαφέρουσα από τη θρησκευτική τέχνη του Κόντογλου και πολλών επιγόνων του, που ζωγράφιζαν σαν να ζουν στον 14ο, τον 15ο ή τον 16ο αιώνα. Μόνο όμως από αυτή την άποψη, γιατί ο Κόντογλου υπήρξε ζωγράφος με εξαιρετική αντίληψη των χρωμάτων και μοναδική γνώση της βυζαντινής θρησκευτικής εικονοποιίας. ΔΣ



 

Παρασκευή 31 Ιανουαρίου 2014

Δυο μελοποιημένα ποιήματα

Σύνθεση, ενορχήστρωση, ερμηνεία: Στέργιος Κώττας
Στίχοι: Διονύσης Στεργιούλας


[Πρώτη δημοσίευση: 

Σίβυλλα - περιοδικό Εμβόλιμον, τχ. 63-64, 2012, σελ. 61

Η Τέχνη του Πολέμου - εφημερίδα Ελευθεροτυπία, ένθετο "Βιβλιοθήκη", αρ. 615, Σάββατο 7 Αυγούστου 2010]


ΧΡΗΣΜΟΙ (ΣΙΒΥΛΛΑ)



Η ΤΕΧΝΗ ΤΟΥ ΠΟΛΕΜΟΥ

Τρίτη 31 Δεκεμβρίου 2013

ΔΥΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ ΤΟΥ ΣΤΕΡΓΙΟΥ ΚΩΤΤΑ
με στίχους του Διονύση Στεργιούλα

Η ΘΑΛΑΣΣΑ

 

ΌΣΑ ΕΙΠΕΣ ΦΤΑΝΟΥΝ

Σάββατο 30 Νοεμβρίου 2013


ΑΝΔΡΕΑΣ ΚΑΛΒΟΣ (ποίημα)

Σε κάποιες από τις μετακινήσεις του από πόλη σε πόλη, ακόμη και στο ταξίδι του προς την Ελλάδα με πλοίο, μυστικοί πράκτορες ευρωπαϊκών κυβερνήσεων ακολουθούσαν τον Ανδρέα Κάλβο. Είχαν πάρει εντολή να μελετούν διεξοδικά την αλληλογραφία του και να καταγράφουν κάθε ύποπτη ενέργεια, κάθε συνάντηση και κάθε συνομιλία του. Έτσι ήταν, έτσι είναι και έτσι θα είναι: οι ποιητές θα αμφιβάλλουν για την κάθε τους λέξη και το κάθε τους βήμα, σίγουροι για τη ματαιότητα των λόγων και των έργων τους, και οι μισθοδοτούμενοι των τυράννων θα παρακολουθούν από τη σκιά, σίγουροι ότι προσφέρουν ανεκτίμητες υπηρεσίες στην ανθρωπότητα. ΔΣ

Πέμπτη 31 Οκτωβρίου 2013

Ναγκίμπ Μαχφούζ: Το έπος των Χαραφίς

Naguib Mahfouz: The Harafish (1977) 

Στο «Έπος των Χαραφίς» ο Ναγκίμπ Μαχφούζ ξεδιπλώνει την ιστορία του άλλοτε με ρυθμούς ταχύτατους και άλλοτε σχετικά αργούς, αναφερόμενος συχνά στον χρόνο, που ανακυκλώνει στη ροή του τα πάντα και φέρνει τη λήθη. Γράφει: «Ακόμη και στα απόρθητα οχυρά της καρδιάς εισβάλλει βίαια ο χρόνος».

Ο ήρωάς του, ο Ασούρ, μόλις γεννήθηκε εγκαταλείφθηκε από τους γονείς του και μεγάλωσε κοντά σε έναν σοφό και πιστό άνθρωπο. Όταν αναγκάστηκε να πάρει τη ζωή του στα χέρια του, απέρριψε τον εύκολο δρόμο της βίας και του κακού, που θα του εξασφάλιζε υλικά αγαθά χωρίς ιδιαίτερο κόπο. Ο Ασούρ και κάποιοι από τους απογόνους του -το μυθιστόρημα εκτυλίσσεται σε μια περίοδο τεσσάρων αιώνων- χρησιμοποιούν τη δύναμη και τις ικανότητές τους για να προστατέψουν τους φτωχούς κι ανήμπορους κατοίκους της γειτονιάς των Χαραφίς, με αποτέλεσμα να προκαλούν την έχθρα των αρχόντων, που ως τότε δρούσαν ανενόχλητοι.

Οι ήρωες του Μαχφούζ συχνά λειτουργούν μη συνειδητά, σαν να μην αποφασίζουν αυτοί αλλά κάποιες άγνωστες δυνάμεις της μοίρας ή του υποσυνειδήτου τους. Παρά την αναμφίβολη πίστη των περισσοτέρων στον Θεό, που την αποδεικνύουν έμπρακτα κάθε στιγμή, όταν έρχονται αντιμέτωποι με το ερωτικό κάλεσμα υπακούνε σ’ αυτό, ακόμη και αν πρόκειται να συγκρουστούν με τις ηθικές αντιλήψεις της ζηλόφθονης γειτονιάς και τη βίαιη κριτική της. Ο Ασούρ εγκαταλείπει την ηλικιωμένη γυναίκα του, που του έχει χαρίσει τρία παιδιά, για να παντρευτεί τη νεαρή πόρνη του καπηλειού. Με ανάλογο τρόπο λειτουργούν και αρκετοί από τους απογόνους του. Είναι οι στιγμές που η καρδιά νικά τη λογική. «Τι δύναμη έχει ο άνθρωπος όταν τον προστάξει η καρδιά του;» αναρωτιέται ο Σλιμάν όταν βρίσκεται μπροστά σε ένα τέτοιο δίλημμα.

Ο Μαχφούζ γράφει για την αιώνια σύγκρουση του καλού με το κακό, για τον Θεό και για εκείνους που τον υπηρετούν, για τη βία, για τις μεθόδους της εξουσίας, δηλαδή για θέματα που απαιτούν λεπτούς χειρισμούς από την πλευρά του συγγραφέα, αφού μπορούν εύκολα να οδηγήσουν σε πεζότητα και διδακτισμό. Ωστόσο, αποφεύγει κάθε σκόπελο και αξιοποιεί αυτή τη θεματολογία, που υπερβαίνει τόπους και εποχές, προς όφελος της τέχνης του και των αναγνωστών του. Σχηματοποιεί με αδρές γραμμές τους χαρακτήρες του, θεωρεί τη ζήλια και τη χαιρεκακία γνωρίσματα όλων -ή σχεδόν όλων- των ανθρώπων και συνδέει στις περισσότερες περιπτώσεις τους πλούσιους με το κακό, την εκμετάλλευση και την καταπάτηση κάθε έννοιας ηθικής και δικαίου. «Τα όνειρα των χορτασμένων είναι εφιάλτες», γράφει. ΔΣ

[Αναδημοσίευση από το περιοδικό Best seller, τχ. 18, Θεσσαλονίκη 1998, σ. 78]