Σάββατο 10 Απριλίου 2010

Εις Κεκοιμημένους...

 
Από τη Νεκρώσιμη Ακολουθία
μετάφραση Ντίνος Χριστιανόπουλος
εκδόσεις Μπιλιέτο, Παιανία, σ. 48

Τα τροπάρια του Ιωάννη Δαμασκηνού που χρησιμοποιούνται στη νεκρώσιμη ακολουθία αποτελούν μία από τις κορυφαίες στιγμές της ελληνικής γλώσ-σας και της παγκόσμιας λογοτεχνίας. Η ουδέτερη και αποστασιοποιημένη έκφραση του συγγραφέα, που μιλά για τον θάνατο με ένα ύφος σχεδόν απλοϊκό, η άρνησή του να χρησιμοποιήσει τον λόγο συγκινησιακά (παρόλο που το θέμα θα ευνοούσε τέτοιου είδους χρήση), οι μεγάλες αλήθειες που λέγονται σαν να είναι αυτονόητα πράγματα και η απουσία ουσιαστικών αναφορών σε άλλα κείμενα της εκκλησιαστικής παράδοσης, δίνουν στο κείμενο αυτό μία σπάνια ομορφιά και μία πρωτογενή, αυτοφυή λάμψη. Τα τροπάρια μοιάζουν να γράφονται από έναν λόγιο συγγραφέα, που αφήνει για λίγο στην άκρη τις λόγιες καταβολές του και γίνεται προσωρινά φορέας της λαϊκής προφορικής παράδοσης και γλώσσας, μιλώντας στους ανθρώπους της εποχής του και των μελλοντικών εποχών με τρόπο που θα μπορούσε ο καθένας να καταλάβει, χωρίς την ανάγκη φιλολογικής ή θεολογικής συνδρομής.

Κάποιες φράσεις του Ιωάννη Δαμασκηνού δημιουργούν μέσα μας την αίσθηση ότι προέρχονται από μία μακρινή, κοινή θρησκεία, προτού οι λαοί και οι θρησκευτικές τους παραδόσεις πολυδιασπαστούν και υψωθούν τείχη ανάμεσά τους. Μεταφέρω τέσσερα σύντομα αποσπάσματα από τη μετάφραση του Ντίνου Χριστιανόπουλου:

«Σαν λουλούδι μαραίνεται και σαν όνειρο χάνεται, και διαλύεται κάθε άνθρωπος».

«Αλίμονο, τι αγώνα κάνει η ψυχή, όταν χωρίζεται απ’ το σώμα! Αλίμονο, τι δάκρυα χύνει τότε και κανείς δε βρίσκεται να την ελεήσει! Στρέφει τα μάτια στους αγγέλους, μα ικετεύει άδικα. Απλώνει τα χέρια στους ανθρώπους, μα ποιος να τη βοηθήσει;».

«Πράγματι, πόσο είναι φοβερό το μυστήριο του θανάτου! Πώς η ψυχή χωρίζεται απότομα απ’ το σώμα, και χάνεται αυτή η αρμονία, κι ο τόσο φυσικός δεσμός της συνυπάρξεως κόβεται με τη θέληση του Θεού».

«Θρηνώ και οδύρομαι, όταν εννοήσω τον θάνατο, και δω την ωραιότητα, που πλάστηκε για μας ολόιδια με την εικόνα του Θεού, στους τάφους να την κατεβάζουν, χωρίς μορφή, χωρίς σκοπό, χωρίς κανένα σχήμα. Ω τι θαύμα είν’ ετούτο, ετούτο το μυστήριο που γίνεται για μας! Πώς στη φθορά παραδοθήκαμε, πώς με τον θάνατο δεθήκαμε;».

Η σχέση του Χριστιανόπουλου με τα ιερά κείμενα ανάγεται στη μακρινή δεκαετία του 1940, εποχή κατά την οποία ήταν μέλος των κατηχητικών της Θεσσαλονίκης μαζί με τον πεζογράφο Γιώργο Ιωάννου. Για τη συμμετοχή στα κατηχητικά ο Ιωάννου έγραψε ότι τα νιάτα και η ζωή πολλών παιδιών «σημαδεύτηκαν ανεξίτηλα, για να μην πω ρημάχτηκαν, από την εμπλοκή εκείνη». Αντίθετα, ο Χριστιανόπουλος περιγράφει την εμπειρία ως μάλλον θετική. Στην πρώτη του ποιητική συλλογή «Εποχή των ισχνών αγελάδων», που κυκλοφόρησε το 1950, η επίδραση των εκκλησιαστικών κειμένων είναι εμφανής, αφού τα περισσότερα από τα ποιήματα που τη συγκροτούν αναφέρονται σε θέματα που έχουν σχέση με τη Βίβλο και με τη χριστιανική παράδοση.

Ο Ντίνος Χριστιανόπουλος είχε αποδώσει και στο παρελθόν στη νεοελληνική κοινή κείμενα παλαιότερων εποχών, με καλύτερη στιγμή του τη μετάφραση του Κατά Ματθαίον ευαγγελίου (Το Ροδακιό, 1997), που κυκλοφόρησε αυτοτελώς. Τα υπόλοιπα βρίσκονται συγκεντρωμένα στα βιβλία «Αρχαία ελληνικά λυρικά ποιήματα» (Μπιλιέτο, 2005) και «Εντευκτήριο I» (Ιανός, 2007). Ως προς το εγχείρημά του να αποδώσει στα νέα ελληνικά τα τροπάρια της νεκρώσιμης ακολουθίας, θα μπορούσε κανείς να διατυπώσει αρκετές ενστάσεις. Οι δύο κυριότερες, κατά τη γνώμη μου, είναι οι εξής: ότι το κείμενο είναι σε μεγάλο βαθμό κατανοητό μέχρι σήμερα στην πρωτότυπη μορφή του και ότι η αισθητική του αρτιότητα δεν οφείλεται μόνο στο περιεχόμενο, αλλά κυρίως στον ρυθμό, στο ύφος, στην έκφραση, στη γλώσσα και στην επιλογή των συγκεκριμένων λέξεων και συνδυασμών λέξεων, δηλαδή σε ένα ιδιαίτερο «μικροκλίμα», που είναι δύσκολο να διατηρηθεί στη μετάφραση. Επιπλέον, τα τροπάρια της νεκρώσιμης ακολουθίας έχουν αδιάσπαστη σχέση με τη μουσική που τα συνοδεύει και κουβαλούν μαζί τους μία μακραίωνη φόρτιση, λόγω της χρήσης τους στους ναούς, αφού τα ακούμε κάθε φορά που χάνουμε αγαπημένα μας πρόσωπα. Σε έργα τόσο υψηλής αισθητικής αξίας μία μεταφραστική προσπάθεια θα πρέπει να λαμβάνει υπόψη όλα τα παραπάνω, αλλά και πάλι το αποτέλεσμα δεν θα είναι επαρκές, εάν δεν υπάρχει εκείνο το απροσδιόριστο στοιχείο, που μεταμορφώνει τον λόγο σε ποίηση.

Τα «νεκρώσιμα ιδιόμελα» του Ιωάννη Δαμασκηνού είναι κείμενα μεγάλης πυκνότητας, ακόμη και αν η απλότητα του ύφους ξεγελά. Η ενασχόληση του Χριστιανόπουλου με αυτά θα πρέπει να υπήρξε βασανιστική και εξαντλητική, αλλά και ευχάριστη. Τα περιθώρια για μεταφραστικούς ελιγμούς είναι ελάχιστα και ο έμπειρος ποιητής (δημοσίευσε τα πρώτα του ποιήματα στα μέσα της δεκαετίας του 1940) και φιλόλογος τα εκμεταλλεύεται με ενδιαφέροντα τρόπο. Η μεταφραστική του άποψη συνδυάζει τον σεβασμό στον εσωτερικό ρυθμό του πρωτοτύπου και την απόλυτη μεταφραστική ακρίβεια κατά τη μεταφορά στην τωρινή μορφή της ελληνικής γλώσσας, εκτός από εκείνα τα δύσκολα ή ασαφή σημεία, όπου ο φιλόλογος αποσύρεται, για να δώσει τη θέση του στην ποιητική διαίσθηση. Σε αυτές τις περιπτώσεις, ακόμη και οι λεπτότατες αποχρώσεις μεταξύ κάποιων λέξεων αποκτούν σημασία και προσθέτουν ή αφαιρούν από το ειδικό βάρος της μετάφρασης, σε σύγκριση πάντα με το πρωτότυπο κείμενο. Ένα παράδειγμα: η γνωστή φράση της νεκρώσιμης ακολουθίας «μία ροπή και ταύτα πάντα θάνατος διαδέχεται», μεταφράζεται: «λίγο να γείρει η ζυγαριά, και όλα αυτά τα διαδέχεται ο θάνατος». Σε άλλα σημεία, η λέξη «βιαίως» μεταφράζεται «απότομα», η έκφραση «επελθών γαρ ο θάνατος» αποδίδεται «γιατί μόλις ορμήσει ο θάνατος», ενώ η έκφραση «της βρώσεως μετέσχε» αποδίδεται «πήρε μέρος στο φαγί».

Το κείμενο του Ιωάννη Δαμασκηνού δημοσιεύεται αντικριστά με τη μετάφραση και έτσι μπορεί ο αναγνώστης να παρατηρήσει την εξέλιξη της ελληνικής γλώσσας μέσα στον χρόνο. Από τη μονή του Αγίου Σάββα κοντά στην Ιερουσαλήμ του 8ου αιώνα, ως τη Θεσσαλονίκη του 21ου αιώνα, η εικόνα της ελληνικής γλώσσας είναι ενιαία, με κάποιες σημαντικές ωστόσο και ενδιαφέρουσες αλλαγές στη μορφή και στις σημασίες των λέξεων.

[Το κείμενο του Διονύση Στεργιούλα αναδημοσιεύεται από την ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ (ένθετο ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ, Παρασκευή 26 Μαρτίου 2010)]
http://www.enet.gr/?i=news.el.article&id=145060

Τετάρτη 24 Μαρτίου 2010

ΛΟΥΚΑΣ ΠΑΠΑΔΑΚΗΣ ΤΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ

Καλά σε είπανε καθρέφτη γιατί
   θρέφεις
κι ακόμη πιο ακριβά καρφίχτη
ότι φριχτά καρφιά μπήγεις.
(Το τραγούδι του Περσέα)

Γυρεύω το βλέμμα του
   κυνηγού στην μπεκάτσα
που την πήρανε τα βόλια
   αλάλητη
(Εν τόπω Γλα / Toplu)

Διάβασα, μέσα σε λίγες μέρες, την ποιητική παραγωγή τριών δεκαετιών του Λουκά Παπαδάκη. Στίχοι μιας ζωής περνούσαν βιαστικά από μπροστά μου. Θυμήθηκα την κάμερα που καταγράφει ακίνητη μέρες ολόκληρες ή και μήνες τις μεταμορφώσεις ενός φυτού ή ενός τοπίου, για να τις παρακολουθήσουμε στην οθόνη σε γρήγορη κίνηση, σαν να συμβαίνουν μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα.

Ο παράγοντας χρόνος, με τις ασύμβατες διαστάσεις του, μπαίνει πάντοτε ανάμεσα στον αναγνώστη και το ποίημα. Ο χρόνος είναι ο μεγαλύτερος εχθρός των ανθρώπων, μου είχε πει και μου είχε γράψει ο Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης. Αν ο ποιητής βάζει μέσω του έργου του ένα στοίχημα, αυτό είναι στοίχημα με τον χρόνο, προσθέτω σήμερα.

Τα ποιήματα του Λουκά Παπαδάκη διατηρούν τη φρεσκάδα και το αεράκι της εποχής που γράφτηκαν. Σε πολλά από αυτά κατοικούν γυναίκες, που άλλοτε θυμίζουν την εποχή μας και άλλοτε τις ηρωίδες του Παπαδιαμάντη. Παρ' όλο που ο ποιητής εμπνέεται από την κρητική παράδοση, από τη Γενιά του τριάντα και από την ιστορία, καταφέρνει να είναι αυτόνομος ποιητικά και επίκαιρος, προσθέτοντας ένα δικό του ηχόχρωμα σε σκέψεις που όλοι κάναμε. Γνωρίζει καλά την ελληνική ποίηση του εικοστού αιώνα και αναφέρεται σε ονόματα και έργα άλλων ποιητών, ενώ δεν λείπουν και οι υπόγειες σχέσεις, τα κρυφά κανάλια, με το μεγάλο σώμα της ελληνικής ποίησης.

Στα ποιήματά του υπάρχει ένα διευρυμένο «εγώ», που συχνά ταυτίζεται με το «εμείς», υπάρχουν όμως και οι άλλοι, οι φορείς του πολιτικού ξεπεσμού, οι άλλοι που δεν διδάσκονται από την ιστορία, οι άλλοι που αγνοούν τις προφητείες και τα μηνύματα των καιρών, οι άλλοι, των οποίων το «εγώ» δεν θα ταυτιστεί ποτέ με το «εμείς». Ο αναγνώστης εδώ δίκαια θα αναρωτηθεί: πέρα από το «εμείς» του Μακρυγιάννη, που αναφέρεται σε ένα έθνος, δεν υπάρχει και ένα ευρύτερο «εμείς», που περιλαμβάνει όλους τους ανθρώπους της γης;

Στο βάθος των ποιημάτων του αναγνώρισα μια υπαρξιακή αγωνία, ένα αίσθημα κενού και έναν ενστικτώδη φόβο, που έρχεται στην επιφάνεια κάθε φορά που ο ποιητής συνειδητοποιεί πως τα στερεότυπα με τα οποία μεγάλωσε δεν έχουν καμία ισχύ στον κόσμο που ζει. Εκείνες τις στιγμές επιστρέφει στην παιδική ηλικία και φέρνει προμήθειες που θα του επιτρέψουν να αντεπεξέλθει προσωρινά σ’ αυτή την αλλότρια πραγματικότητα. ΔΣ

[Λ. Δ. Παπαδάκης, Τα ποιήματα, β΄ εκτύπωση, 2009]

Πέμπτη 4 Φεβρουαρίου 2010

ΑΛΕΞΑΝΔΡΑ ΜΠΑΚΟΝΙΚΑ
«ΗΔΟΝΗ ΚΑΙ ΕΞΟΥΣΙΑ», ΠΟΙΗΜΑΤΑ

Ο τίτλος «Ηδονή και εξουσία» (2009) της τελευταίας συλ- λογής ποιημάτων της Αλε- ξάνδρας Μπακονίκα μού έφερε στο νου τον τίτλο «Όργια και εμπόδια» ενός αρκετά πα- λαιότερου ποιητικού έργου του Αντρέα Παγουλάτου. Η γλωσσοκεντρική γραφή του Παγουλάτου δεν θυμίζει σε τίποτα τους εκφραστικούς τρόπους της Μπακονίκα, στο επίπεδο όμως του περιεχομένου υπάρχει κάποια -έστω και μικρή- συνάφεια. Η Μπακονίκα, πιστή στο δρόμο που έχει χαράξει από τα πρώτα της βήματα στην ποίηση, εστιάζει την προσοχή της σε προσωπεία κατοίκων της πόλης και σε σκοτεινές πλευρές των επιθυμιών τους. Έναυσμα για τη γέννηση ενός ποιήματός της μπορεί να είναι μία συζήτηση με τη φίλη της, μία κοινωνικού χαρακτήρα συνάντηση, ένα άγγιγμα κάτω από το τραπέζι. Καταγράφει ασυνήθιστες, παράξενες ή και οικείες καταστάσεις, σκέψεις και συμπεριφορές και ψάχνει για αγάπη, τρυφερότητα και πάθος, αλλά συναντά εγωπάθεια, δίψα για δύναμη και εξουσία και ταυτόχρονα αδυναμία και υποταγή, αισθήματα μειονεξίας και μια αδιάκοπη συναλλαγή. Μερικές από τις σύντομες ιστορίες της θυμίζουν τις καλές στιγμές του ιταλικού και του γαλλικού κινηματογράφου των δεκαετιών του 1950 και 1960. Η αυθεντικότητα της γραφής και των καταγραφών δίνει στα ποιήματά της ένα ιδιαίτερο χρώμα, που γίνεται τόσο περισσότερο ενδιαφέρον όσο περισσότερο μεγαλώνει η αποστασιοποίησή της από αυτά που περιγράφει (αλλά και το αντίθετο). ΔΣ

* Τα εικονιζόμενα έργα του ζωγράφου και ποιητή Βασίλη Ιωαννίδη έχουν εκτεθεί στη γκαλερί Δίπολο της Θεσσαλονίκης (2010).

Κυριακή 17 Ιανουαρίου 2010

ΤΑ ΣΧΕΔΙΑ-ΣΧΕΔΙΕΣ ΤΟΥ
ΝΑΝΟΥ ΒΑΛΑΩΡΙΤΗ*

Τα χρωματισμένα με μαρκαδόρους σχέδια του Νάνου Βαλαωρίτη αποκαλύπτουν έναν εσωτερικό κόσμο που θυμίζει τον αυθορμητισμό της ματιάς των παιδιών και των πρωτόγονων ανθρώπων, χωρίς ωστόσο να είναι πάντα αυθόρμητα. Αποκαλύπτουν έναν ψυχισμό που έρχεται διαρκώς αντιμέτωπος ή επαναστατεί ήπια και διαβρωτικά ενάντια στον κακώς εννοούμενο ορθολογισμό, τις κοινωνικές και τις καλλιτεχνικές συμβάσεις. Αποκαλύπτουν ακόμη τη μακρόχρονη σχέση του ποιητή, ζωγράφου και «παι-ζωγράφου» (κατά την έκφραση του Ν. Γ. Πεντζίκη) με το υπερρεαλιστικό κίνημα και τον τρόπο με τον οποίο οι πρώτοι υπερρεαλιστές αντιλαμβάνονταν την τέχνη, τις δομές, τις μορφές και τα χρώματα. Οι μορφές των έργων του παραμένουν στο βάθος άμορφες, αδιαμόρφωτες, σαν να περιμένουν το δικό μας βλέμμα που θα τις ολοκληρώσει, θα τις αποσυνθέσει ή θα τις ανασυνθέσει. Η αφαίρεση, η επανάληψη, ο πλουραλισμός, ο μύθος, η ελευθερία, η πολυφωνία και ταυτόχρονα η αναζήτηση μιας κοινής γλώσσας είναι λέξεις και έννοιες που θα ταίριαζαν στα σχέδια αυτά. Είναι σχέδια-σχεδίες σε κίνηση, εικόνες υπό διαμόρφωση, θραύσματα ενός αρχαίου καθρέφτη ή ενός μινωικού αγγείου, μνήμες και απόηχοι των περασμένων και των μελλοντικών χρόνων. Ανάμεσα στις μορφές και τα αντικείμενα των σχεδίων του διακρίνονται οι «Κόρες των Αριθμών και του Αλφαβήτου», η Δήμητρα και η Περσεφόνη, η Αθηνά και ο Ήφαιστος, η «Πρασινούλα» και πολλά ακόμη γνωστά και άγνωστα πρόσωπα. Η μυθολογία του Νάνου Βαλαωρίτη περιλαμβάνει εικόνες που είναι την ίδια στιγμή άγνωστες και οικείες, μυθικές και πραγματικές, φευγαλέες και μόνιμες. Είναι σχέδια που μπορούν να διαβαστούν και να μας διαβάσουν. Για τα περαιτέρω, ας μιλήσουν οι κριτικοί. ΔΣ

* με αφορμή την έκθεση σχεδίων του στην γκαλερί Ειρμός (Θεσσαλονίκη, Ιανουάριος 2010)


Κυριακή 6 Δεκεμβρίου 2009

Ο Κ. Π. Καβάφης στην Οδό Πανός /
C. P. Cavafy


Κυκλοφόρησε το τεύχος 147 (Ιανουαρίου-Μαρτίου 2010) του περιοδικού Οδός Πανός με αφιέρωμα στον μεγάλο Αλεξανδρινό, το οποίο επιμελήθηκε ο συγγραφέας Διονύσης Στεργιούλας.

Στο αφιέρωμα συνεργάστηκαν οι Ντίνος Χριστιανόπουλος, Μένης Κουμανταρέας, Αντρέας Παγουλάτος, Φίλιππος Φιλίππου, Φώτης Θαλασσινός, Δημήτρης Κόκορης, Παναγιώτης Γούτας, Κωνσταντίνος Μπούρας, Βασίλης Ιωαννίδης, Θάνος Φωσκαρίνης, Γιώργος Χρονάς, Πωλίν Γαλανοπούλου, Ελευθερία Ντανούρα, Χρίστος Κρεμνιώτης & Αντώνης Μποσκοΐτης. Επίσης αναδημοσιεύονται κείμενα της Μαργαρίτας Δαλμάτη και του Γλαύκου Αλιθέρση.

Ο ποιητής Ντ. Χριστιανόπουλος μεταφέρεται νοερά στο χωριό της μητέρας του και στα χρόνια που έζησε ο Καβάφης στην Κωνσταντινούπολη. Ο Μ. Κουμανταρέας καταθέτει την προσωπική του εμπειρία από την αλληλεπίδραση με το έργο του Καβάφη. Ο Δ. Στεργιούλας ανακαλύπτει ένα μυστικό πέρασμα πίσω από τις λέξεις και "αποκρυπτογραφεί" το ποίημα Εις τα περίχωρα της Αντιοχείας, που έμελλε να είναι το κύκνειο άσμα του ποιητή. Η επίδραση του Νίτσε στον Καβάφη είναι το θέμα της εμπεριστατωμένης μελέτης του Α. Παγουλάτου. Ο εικαστικός Β. Ιωαννίδης συνθέτει μια περιεκτική βιο-εργογραφία του ποιητή φωτίζοντας γεγονότα που καθόρισαν την μετέπειτα εξέλιξή του, ενώ ο Δ. Κόκορης εστιάζει στη γεμάτη ανατροπές λογοτεχνική σχέση του Καβάφη με τον Καίσαρα Εμμανουήλ. Ο Θ. Φωσκαρίνης μιλά για τη Μαργαρίτα Δαλμάτη και την ενασχόλησή της με το καβαφικό έργο. Ο Π. Γούτας γράφει για τις «εξαίσιες κλίνες» στην ποίηση του Καβάφη και ο Φ. Θαλασσινός δανείζεται στίχους από το ποίημα Φωνές, που παρασύρουν την ψυχή σε έναν σπαραχτικό μονόλογο. Ο Κ. Μπούρας εξομολογείται μια στιγμή έμπνευσης στο σπίτι του ποιητή στην οδό Sharm El-Sheikh, ο Φ. Φιλίππου εξηγεί πώς κατέληξε στην απόφαση να παρουσιάσει τις τελευταίες μέρες του Καβάφη σε μυθιστόρημα, ενώ ο Χρ. Κρεμνιώτης ψηλαφεί πτυχές της ψυχής του ποιητή σε συνάρτηση με τον έρωτα, τη μεταφυσική, το κενό. Η συγγραφέας Π. Γαλανοπούλου κάνει ένα σύντομο σχόλιο με αφορμή μεταφράσεις του Καβάφη και η Ε. Ντανούρα αναφέρεται στη θέση που κατέχει η Αντιόχεια στο έργο του ποιητή. Αυτό το «ωραίο ταξίδι» στο καβαφικό σύμπαν κλείνει με κείμενο του ποιητή Γιώργου Χρονά, με την παρουσίαση -από τον Α. Μποσκοΐτη- των μουσικών που συνεισέφεραν στο αφιέρωμα αυτό και, τέλος, με την ανθολόγηση είκοσι επτά ποιημάτων του Κ. Π. Καβάφη.

Ακολουθούν αναλυτικά τα περιεχόμενα του αφιερώματος:

Ντίνος Χριστιανόπουλος

Το χωριό της μητέρας μου και ολίγα καβαφικά

Μένης Κουμανταρέας
Ένας θεός μου

K. Π. Καβάφης
Eις τα περίχωρα της Αντιοχείας

Διονύσης Στεργιούλας
Το τελευταίο ποίημα του Καβάφη

Αντρέας Παγουλάτος
Η επίδραση του Νίτσε στην ποίηση του Καβάφη

Φίλιππος Φιλίππου
Πώς ο Καβάφης έγινε ήρωας μυθιστορήματος

Φώτης Θαλασσινός
Φωνές

Δημήτρης Κόκορης
Κ. Π. Καβάφης: τα του Καίσαρος

Παναγιώτης Γούτας
Και πλάγιασα στες κλίνες των

Κωνσταντίνος Μπούρας
Στο ντιβάνι του Καβάφη

Ελευθερία Ντανούρα
Η Αντιόχεια στο έργο του Καβάφη

Βασίλης Ιωαννίδης
Τρίπτυχο για τον Καβάφη

Γλαύκος Αλιθέρσης
Το πρόβλημα του Καβάφη

Θάνος Φωσκαρίνης
Η Μαργαρίτα Δαλμάτη και ο Καβάφης της

Μαργαρίτα Δαλμάτη
Η Καβαφική ποίηση

Πωλίν Γαλανοπούλου
Ο Κ. Π. Καβάφης από Ρώσους διανοούμενους

Χρίστος Κρεμνιώτης
Το Κενό και ο έρωτας

Γιώργος Χρονάς
Κ. Π. Καβάφης

Αντώνης Μποσκοΐτης
Ο Καβάφης των μουσικών του τεύχους 147

Είκοσι επτά ποιήματα του Καβάφη
[ανθολόγηση Διονύσης Στεργιούλας]

Στο cd που συνοδεύει το τεύχος συμπεριλαμβάνονται απαγγελίες ποιημάτων του Καβάφη από τον Ντίνο Χριστιανόπουλο, την Καρυοφυλλιά Καραμπέτη, τον Γιώργο Χρονά και τον Θάνο Σαμαρά, καθώς και μελοποιημένα ποιήματα από τους Μιχάλη Τρανουδάκη, Lolek, Μάιρα Λιούγκου & Τάσο Καπίρη [επιμέλεια Αντώνη Μποσκοΐτη].