Τρίτη 30 Απριλίου 2013

Περιοδικό "Ο Κύκλος" (1932)
Αφιέρωμα στον Κ. Π. Καβάφη


Με την ευκαιρία της συμπλήρωσης εκατόν πενήντα χρόνων από τη γέννηση του Κωνσταντίνου Καβάφη και ογδόντα από τον θάνατό του ανατυπώθηκε, τον Απρίλιο του 2013, από τις εκδόσεις Οδός Πανός, το αφιέρωμα του αθηναϊκού περιοδικού «Ο Κύκλος» (Νοέμβριος 1932) στον αλεξανδρινό ποιητή. Η ανατύπωση συνοδεύεται από ένθετο δίπτυχο με κείμενο του συγγραφέα Διονύση Στεργιούλα. 

Κυριακή 31 Μαρτίου 2013

Παύλος Μάτεσις: "Ο Παλαιός των Ημερών"

[Ένας πολύ σημαντικός Έλληνας συγγραφέας, ο Παύλος Μάτεσις, έφυγε από τη ζωή τον Ιανουάριο του 2013. Σαν μνημόσυνο, αναδημοσιεύω μία κριτική για το βιβλίο του Ο Παλαιός των Ημερών*, από το περιοδικό Οδός Πανός, τχ. 85, 1996]

Ο Παλαιός των Ημερών του Παύλου Μάτεσι είναι μία περιδιάβαση στην Ελλάδα που έφυγε, στην Ελλάδα με τις μνήμες του Βυζαντίου και των χρόνων της τουρκοκρατίας, στη λαϊκή Ελλάδα μιας εποχής σχετικά πρόσφατης, που μας φαίνεται όμως πάρα πολύ μακρινή. Ωστόσο, δεν μπόρεσα να δω το βιβλίο παρά σαν μαρτυρία και αλληγορία για τη σημερινή Ελλάδα του τέλους της δεύτερης χιλιετίας, την Ελλάδα που επιστρέφει στον μυστικισμό και τον ανορθολογισμό και επιζητεί κάθε στιγμή το θαύμα. «Αχόρταγοι για θαυματουργήματα», κατά την ειρωνική διατύπωση του συγγραφέα (σελ. 131).

Στον «Παλαιό των Ημερών» παρατηρούμε από τη μία πλευρά την ανάγκη του μέσου ανθρώπου για θαύματα, μαζί με την αφέλεια και την ευκολοπιστία του, και από την άλλη τον εσωτερικό λαβύρινθο και το αδιέξοδο στο οποίο περιέρχονται εκείνοι που οι συνθήκες και κάποια ιδιαιτερότητα τούς κατέστησαν «χαρισματικούς» και ημίθεους στη συνείδηση του λαού. Οι άνθρωποι αυτοί, αρχικά με τη θέλησή τους και στη συνέχεια σαν άβουλα πρόσωπα ενός δράματος, απομονώνονται στον μύθο που με τόσο κόπο και θυσίες είχαν προσπαθήσει να δημιουργήσουν. Όταν και αν διαισθανθούν την απάτη, με την οποία είχαν ξεγελάσει τους άλλους μα και τον ίδιο τους τον εαυτό, είναι πλέον αργά. Η «ύβρις» έχει συντελεστεί.

Αν προσπαθήσει κανείς να ανακαλύψει τις πηγές και τα «πηγάδια» απ’ όπου αντλεί το υλικό και τη θεματολογία του ο συγγραφέας, θα βρεθεί μπροστά σε ένα μωσαϊκό, που αποτελείται από τα πιο ετερόκλητα συστατικά στοιχεία. Υπάρχουν αναφορές στον Όμηρο, στον αρχαίο μύθο του Διονύσου Ζαγρέως, στις Βάκχες του Ευριπίδη, στα συναξάρια, στις λεγόμενες «λαϊκές φυλλάδες», στα επίσημα και στα απόκρυφα ευαγγέλια, στις βιογραφίες του αγίου Κοσμά του Αιτωλού, στο Άρωμα του Patrick Süskind και σε πλήθος άλλων κειμένων, που μόνο ο συγγραφέας θα μπορούσε ίσως να απαριθμήσει. Όσον αφορά στη λογοτεχνική παράδοση, το μυθιστόρημα θυμίζει τον «μαγικό ρεαλισμό» κάποιων πεζογράφων της Λατινικής Αμερικής.

Η οικονομία του έργου, με την πολλαπλή και διαρκή προσβολή κατά της θείας και της φυσικής δικαιοσύνης και με την κάθαρση που ακολουθεί, είναι εκείνη της αρχαίας τραγωδίας. Το κύριο εύρημα του συγγραφέα, η απάτη που συντελείται σε βάρος του Ελισσαίου από το πρόσωπο που εμπιστεύεται περισσότερο, αφορά στη δύναμη της υποβολής και στη μεταμόρφωση ενός αδύναμου, αδικημένου ανθρώπου που θέλει να εκδικηθεί.

Μια άλλη, ιδιαίτερα ευρηματική, σύλληψη του συγγραφέα είναι το σύνολο της ιστορίας του μετανάστη από την Αμερική, που επιστρέφει στο χωριό. Όλη η διήγηση μού φάνηκε αλληγορική. Αυτό που έδωσαν οι Έλληνες στον σύγχρονο δυτικό κόσμο, το πήραν πίσω σε κάποιες περιπτώσεις παραλλαγμένο, σάπιο και αρρωστημένο. Οι νεότεροι Έλληνες, που περίμεναν πολλά από τον αμερικάνικο πολιτισμό, επένδυσαν στον δυτικό τρόπο ζωής ό,τι πιο πολύτιμο είχαν και για χάρη του αρνήθηκαν μία συνεχή παράδοση χιλιετιών. Μα ο πολιτισμός αυτός, ή μάλλον το υποκατάστατό του που εισήχθη στη χώρα μας, «μόλυνε» όχι μόνο τις κοινωνικές και ερωτικές σχέσεις και τις οικονομικές διαδικασίες, αλλά -το κυριότερο- και την τρυφερή ψυχή των παιδιών. Οι γλυκές καραμέλες που ο «Αμερικάνος» μοίραζε στα παιδιά, έκρυβαν μέσα τους ένα ισχυρό δηλητήριο, που μετέδιδε τη θανατηφόρα αρρώστια, φορέας της οποίας ήταν ο ίδιος. Εξαιτίας της αναμονής του μεγάλου κέρδους όλοι γελάστηκαν και ως τον θάνατό του ήλπιζαν σε ονειρικό οικονομικό αντίκρισμα των θυσιών τους. Έπρεπε να πεθάνει, για να διαπιστώσουν ότι ήταν πιο φτωχός από εκείνους, ότι δεν είχε να τους προσφέρει τίποτα, ότι τους είχε εξαπατήσει. Αναμένοντας τον σύντομο θάνατό του, που όμως καθυστερούσε τραγικά, του χάρισαν ό,τι πιο πολύτιμο είχαν, από χρήματα και υλικά αγαθά μέχρι τις ανήλικες -δώδεκα και δεκατριών χρόνων- κόρες τους. Ανταγωνίζονταν μάλιστα με τίνος την κόρη θα κοιμηθεί ο «ξένος», ενώ παρίσταναν όλοι τους ανήξερους στις κοινές συναναστροφές. Μια ηλικιωμένη γυναίκα, φορέας και προσωποποίηση της αρχέγονης παράδοσης, που είχε μείνει ανεπηρέαστη από όλα τα παραμύθια και τις κοροϊδίες του «Αμερικάνου», παίρνει την απόφαση να τον σκοτώσει.

Ο Παύλος Μάτεσις δουλεύει την ελληνική γλώσσα με πρωτότυπο και επιτυχημένο τρόπο: την αποδεσμεύει συνειδητά από τους απόλυτους κανόνες των εγχειριδίων γραμματικής και συντακτικού και την επαναφέρει σε ένα επίπεδο που αγγίζει τη ζωντάνια του προφορικού λόγου. Δεν παραβλέπει την ιστορία αυτής της γλώσσας και χρησιμοποιεί με κάθε ευκαιρία, με φυσικό τρόπο, παλαιότερους τύπους και λέξεις που έχουν σχεδόν ξεχαστεί. Παρά το πλήθος των αναφορών σε κείμενα και συγγραφείς, δημιουργεί έναν κόσμο μαγικό και εντελώς ανεξάρτητο από τις πηγές, οι οποίες αποτέλεσαν την πρώτη ύλη του μυθιστορήματος.

Παραθέτω δύο τυχαία αποσπάσματα από το βιβλίο, που επιβεβαιώνουν το πόσο εμπνευσμένα και ποιητικά χρησιμοποιεί τις λέξεις ο Μάτεσις: «Ο ίδιος που εποίησε τον κόσμο, ο ίδιος ωσαύτως εποίησε και τον θάνατο. Τη ζωή δεν μπορείτε να την αποφύγετε, είναι μεταδοτική, σαν θανατηφόρο μόλεμα. Πηγαίνετε στα σπίτια σας οι ζωντανοί. Τον άλλο Μάρτη να γυρίσετε» (σελ. 143). «Κάτι ωραίο φτάνει, είπε το άλλο πρωί ο Ζάγρος ξυπνώντας. Τι είναι αυτό το ωραίο που μοσκοβολάει έτσι, η άνοιξη ξανάρχεται, παραμέρισε το καλοκαίρι και γυρίζει ξανά, η άνοιξη είναι που μοσκοβολάει; Ή εγώ;» (σελ. 173).

*Παύλος Μάτεσις, Ο Παλαιός των Ημερών, μυθιστόρημα, εκδόσεις Καστανιώτη, Αθήνα 1994



Πέμπτη 14 Φεβρουαρίου 2013

Η Ζωή Καρέλλη στην Οδό Πανός



Το τεύχος 158 του περιοδικού «Οδός Πανός» (Ιανουάριος-Απρίλιος 2013, έτος 32ο) κυκλοφόρησε με αφιέρωμα στην ποιήτρια της Θεσσαλονίκης Ζωή Καρέλλη (1901-1998), αδελφή του πεζογράφου Νίκου Γαβριήλ Πεντζίκη. Το αφιέρωμα, που περιλαμβάνει βιογραφικά στοιχεία και εργογραφία της ποιήτριας, μελέτη για το ποιητικό της έργο και ανθολόγηση ποιημάτων της, επιμελήθηκε ο Διονύσης Στεργιούλας. Στο ίδιο τεύχος σχέδια του Δημήτρη Λαλέτα (1964-2011), κείμενα των Γιώργου Χρονά, Παναγιώτη Τέτση, Φώτη Θαλασσινού, συνεντεύξεις των Piero Tosi και Βασίλη Αλεξάκη, μια συνομιλία με τον Αλέξη Σολομό, παρουσιάσεις βιβλίων, σελίδες για μουσική, θέατρο, κινηματογράφο, ζωγραφική.

Τρίτη 29 Ιανουαρίου 2013

Μαρκόπουλος Θανάσης: «Μικρές ανάσες»

[Β]

[Συνεχίζω το σχόλιο που είχα ξεκινήσει τον Ιούνιο του 2010 με αφορμή το βιβλίο του Θανάση Μαρκόπουλου: Μικρές Ανάσες, εκδ. Μελάνι, Αθήνα 2010]

Η μικρή μυθολογία του Θανάση Μαρκόπουλου, η «εικο-νοποιία» του και η ανθολόγηση στιγμών της ζωής του και στιγμών της ζωής ανθρώπων που τον περιβάλλουν σχετί-ζονται συνήθως με το βλέμμα και με τη μνήμη, ενώ σε κάποιες περιπτώσεις και με το ερμηνευτικό βάθος και τις σημασίες των λέξεων.

Η στάση του για τα πράγματα και τους ανθρώπους είναι πάντα θετική. Η μνήμη φτάνει ως την εποχή της πρώτης νεότητας και η καταγραφή περιορίζεται τις περισσότερες φορές στα ορατά και στα ευκόλως κατανοητά, σαν να μη θέλει να προχωρήσει βαθύτερα και να υποπέσει σε αναλύσεις και θεωρητικολογίες (ή απλώς επειδή επιθυμεί να μιλήσει με υπο-νοούμενα και σιωπές). Τότε, τη σκυτάλη από την ατομική μνήμη παίρνει η συλλογική, με αποτέλεσμα να αυξάνεται ο βαθμός εξοικείωσης και το ποίημα να περνά από το χαρτί του βιβλίου στον χάρτη της μνήμης του αναγνώστη.

Η θεματολογία του περιλαμβάνει γυναίκες διαφόρων ηλικιών, τάφους προσφιλών προσώπων, εκδοχές της ελληνικής επαρχίας, μικρές αποδράσεις και ταξίδια γυρισμού, στίχους για τις «πόρτες της Φλώρινας» και τις «προτομές της Βέροιας». Οι πρωταγωνιστές των ποιημάτων του δεν είναι διανοούμενοι, δεν ζουν στην πρωτεύουσα ή τη συμπρωτεύουσα, δεν τους είναι απαραίτητη η υψηλή τεχνολογία ή το διαδίκτυο και, κυρίως, δεν αποτελούν υποκατάστατα του ποιητή. Σε έναν χώρο (όπως η σύγχρονη ελληνική ποίηση) όπου ο εγωκεντρισμός των δημιουργών αποτελεί σχεδόν κοινό τόπο, είναι παρήγορο το ότι υπάρχουν φωνές που από το εγώ καταφέρνουν να περάσουν στο εμείς. Για τους περισσότερους ποιητές αυτό είναι ακατόρθωτο, ακόμη και αν διαθέτουν διευρυμένη γλωσσική αντίληψη και εξίσου μεγάλο ταλέντο.

Ο ποιητής, μέσα από τη μακρόχρονη μελέτη της λογοτεχνίας, έχει αφομοιώσει και εσωτερικεύσει τεχνικές της γραφής, που τις χρησιμοποιεί -πιθανόν υποσυνείδητα- στα ποιήματά του, χωρίς να γίνονται εύκολα αντιληπτές από τον αναγνώστη. Τα ποιήματα της συλλογής ξεκινούν το ταξίδι τους από πολλές και ποικίλες πηγές, παρά τη φαινομενική απλότητα και τη συγκεκριμένη, σαφή θεματολογία (που θυμίζει παραδοσιακή ποίηση). Μέσω των αναφορών στην Ιστορία και στον άνθρωπο, στην παράδοση και στο τώρα, στη φθορά και στον θάνατο, οι πηγές συγκλίνουν για να σχηματίσουν ρυάκια και νεροσυρμές, που θα ενωθούν με το ποτάμι της ποίησης. ΔΣ

Δευτέρα 31 Δεκεμβρίου 2012

Ζωή Καρέλλη
Η ΣΥΝΟΔΕΙΑ ΤΩΝ ΑΠΡΟΣΩΠΩΝ


Κρατούσαν στα χέρια τους, που τα κινούσαν,
πότε σπασμωδικά, πότε ρυθμικά,
κρατούσαν τα πρόσωπά τους, προσωπεία
διαφορετικά. Πριν τα φορούσαν διακοσμητικά,
τώρα τα βαστούσαν στα χέρια τους,
ήταν πια περιττά,
να τα φορέσουν, για κει που πηγαίναν.

Τους βαραίναν στα χέρια οι εκφράσεις τους.
Δεν ήταν πια πρόσωπα βολικά,
δεν ήξεραν τι να τα κάνουν τα γλυκά χαμόγελα
τα ύπουλα βλέμματα, τα λιγωμένα σκιστά μάτια,
μελαγχολικά ή χαρούμενα καμώματα
δήθεν τραγικά, τ’ ήταν όλ’ αυτά
που τα κουβαλούσαν σε φριχτά ομοιώματα;
Δεν μιλούσαν
τ’ άχαρα τούτα πλάσματα δίχως χαρά,
ούτε λύπη βέβαια αισθάνονταν.
Μόνο κεφάλια γυμνά, δίχως εκφράσεις,
απογυμνωμένα σαν κόκκαλα, που δεν τα τυλίγει
καμιά σημασία, για να φανερωθεί
η φαντασία τους.
Πηγαίναν με τα μάτια πολύ ανοιχτά,
τίποτα σ’ αυτά μέσα δε στέκονταν.

Λυπηθείτε αυτούς που έχουν χάσει
των προσώπων την παρουσία.
Παν να την φορεθούν ξανά
κι είναι φθαρμένη. Βαρειά η τιμωρία τους.
Απομένει αμφίβολη αγωνία τώρα και πάντα
πριν και μετά δεν ζουν. Μοίρα τούς
έλαχε απάνθρωπη αδυναμία. Τους στερεί
τη διαφορά, στη σειρά των ίδιων ανθρώπων.

[1951]

Παρασκευή 30 Νοεμβρίου 2012

ΤΟ ΑΣΜΑ ΤΗΣ ΦΑΛΑΙΝΑΣ*

Την ίδια στιγμή που άλλοι πεζογράφοι και ποιητές έλκονται από το φως λειτουργώντας «φωτοτροπικά», άλλοι εξερευνούν το σκότος, τη διαφορετικότητα, τις ρίζες, τις απαρχές, το υποσυνείδητο και τους εφιάλτες, ενώ ταυτόχρονα εξερευνούν τη φρικώδη δύναμη της γραφής, που σαν μια πυρκαγιά, ανανεώνεται καταστρέφοντας ανθρώπινες υπάρξεις και ανθρώπινες βεβαιότητες.

Ξεκίνησα να διαβάζω το Άσμα της φάλαινας και νόμιζα ότι διαβάζω ένα ξεχασμένο κεφάλαιο της Αντάλιας, που αυτονομήθηκε και απέκτησε μετά από πρόσθετη επεξεργασία δική του υπόσταση. H θεματολογία φαινομενικά είναι παραπλήσια και ο συγγραφέας δίνει την εντύπωση ότι χρησιμοποιεί στις πινελιές του την ίδια τεχνοτροπία και τα ίδια ζοφερά χρώματα.

Ο συγγραφέας εστιάζει, με τον μεγεθυντικό φακό της γραφής, σε κρυμμένες σκέψεις και πανάρχαιους φόβους, που η εξέλιξη των πολιτισμών κατάφερε να απωθήσει, αλλά όχι να αφανίσει. Όπως μια κρύπτη ή μία θυρίδα διατηρεί ανέπαφα μέσα στον χρόνο τα πολύτιμα κειμήλια, έτσι και ο υποσυνείδητος κόσμος μας διατηρεί ανέπαφα τα δικά του αρχέτυπα, που έρχονται από πολύ μακριά και είναι δεμένα με την ύπαρξή μας. Ο φόβος, η ενοχή, η επιθετικότητα, η ανασφάλεια, οι επιθυμίες, η πίστη και άλλες ψυχικές καταστάσεις και συναισθήματα, που η σημασία τους έχει προσωρινά χαθεί, θα επανέρχονται ακέραια κάθε φορά που το ένστικτο της επιβίωσης ξυπνά από καταστάσεις ευμάρειας και ύπνωσης.

Έτσι, ενώ θα ήταν εύκολο να μιλήσει ο αναγνώστης του βιβλίου για κατασκευή, για σκηνοθεσία, για κυριαρχία των συνειρμών ή για υπερρεαλιστικό πλαίσιο, η δική μου άποψη είναι ότι πρόκειται για έναν βαθύ ρεαλισμό και για μία γραφή που απομακρύνεται από το τέλμα των επαναλαμβανόμενων και απλοϊκών μοτίβων, που επιλέγουν προς χρήση όλο και περισσότεροι πεζογράφοι επιδιώκοντας να καταστήσουν «εύπεπτο» το αποτέλεσμα, και επαναφέρει την «άγρια σκέψη» και μαζί τη σκέψη των παιδιών.

Η καταγραφή της καθημερινής ζωής φαίνεται ότι δεν απασχολεί ιδιαίτερα τον συγγραφέα και τις λίγες φορές που τον απασχολεί την αποδίδει στα κείμενά του με το ένδυμα του λογοτεχνικού μύθου, της αλληγορίας και των παράξενων σκηνικών. Αντίθετα, έλκεται από αυτό που μένει στον άνθρωπο και την ανθρωπότητα όταν φύγουν όλα τα προσωρινά και τα πρόσκαιρα και όλες οι πολιτισμικές επιρροές (με μόνη ίσως εξαίρεση την επίγευση της μαθητείας στην ορθοδοξία και στον τρόπο σκέψης των πατέρων της εκκλησίας). Μία τέτοια κατάσταση μας φέρνει πιο κοντά στη φύση και μας οδηγεί στην πρωτόγονη σκέψη, δείγματα της οποίας έχουμε την ευκαιρία να αντικρίζουμε συχνά στην εποχή μας, σε όλες της τις εκδοχές, αλλά και σε κάθε περίσταση που η πίστη στη δύναμη του πολιτισμού και της εξέλιξης αποδυναμώνεται.

Η δομή της βασικής ιστορίας του βιβλίου έχει πολλά σημεία ταύτισης με την θεωρία που διατυπώνει ο Freud στην σπάνιας έμπνευσης μελέτη του Τοτέμ και ταμπού. Η δολοφονία της πατρικής μορφής προκαλεί στη συνέχεια ενοχή, για να προκύψει η ταύτιση με το θύμα και η εκ των υστέρων αγιοποίησή του, μέσω τελετών συμβολικής ανθρωποφαγίας: «Λάβετε, φάγετε. Τούτο εστί το σώμα μου». Εκεί, στις πρώτες ομάδες ανθρώπων του πολύ μακρινού παρελθόντος και στο γεγονός της πατροκτονίας, ανάγεται κατά τον Freud η προέλευση των θρησκειών (ή τουλάχιστο η ιστορική και κοσμική διάστασή τους). Στο βιβλίο του Θαλασσινού όλα αυτά συμβαίνουν σε μία πιο άμεσα ρεαλιστική εκδοχή, που θυμίζει αρκετά τον σημερινό κόσμο, και μέσω της άτυπης «ένταξης» σε μία λογοτεχνική παράδοση που παραπέμπει σε μία υποκατηγορία του αγγλόφωνου μυθιστορήματος που δεν άνθισε στη χώρα μας.

Σε ό,τι αφορά τη θεματολογία, τη δομή και την οικονομία της αφήγησης, νομίζω ότι το βιβλίο αποτελείται από δύο βασικά μέρη, με το σημείο τομής να βρίσκεται ακριβώς στη μέση. Στο πρώτο μέρος ο αναγνώστης παρασύρεται από το θέμα, την περιέργεια, τον φόβο, την αναζήτηση. Στο δεύτερο μισό η ιστορία ολοκληρώνεται, γεμίζουν τα κενά, απαντώνται τα ερωτήματα, δίνονται εξηγήσεις, έρχεται σιγά σιγά η οικειότητα, ο αναγνώστης ηρεμεί. Στο πρώτο μέρος κυριαρχούν τα ένστικτα, το έγκλημα, η δράση και η αναμονή, ενώ στο δεύτερο η σκέψη, ο λόγος, το καλό, η λογική. Ανάλογη είναι η δομή κάποιων ποιημάτων του Νίκου Γαβριήλ Πεντζίκη, που αρχίζουν με την καταγραφή αρνητικών καταστάσεων και ολοκληρώνονται με έννοιες θετικού περιεχομένου, όπως η ελπίδα και η αισιοδοξία. Δηλαδή, κατά κάποιο τρόπο, μία αντιστροφή της αρχαίας τραγωδίας. Το τραγούδι των φαλαινών είναι για τον συγγραφέα ο καταλύτης, το μαγικό συστατικό που λειτουργεί ως πρόφαση για τη μετάλλαξη του ανθρώπου και της στάσης του στη ζωή. ΔΣ

*Φώτης Θαλασσινός, Το Άσμα της Φάλαινας, εκδ. Οδός Πανός, Αθήνα 2012, σελ. 80.

Τετάρτη 31 Οκτωβρίου 2012

«ΓΡΕΒΕΝΑ 1895-1975
80 χρόνια φωτογραφίες»

Όσοι έχουν ασχοληθεί, έστω και περιστασιακά, με τη συλλογή τεκμηρίων του παρελθόντος, γνωρίζουν τους κόπους και την ταλαιπωρία που υφίσταται κανείς, προκειμένου να καταλήξει στην κατοχή του μία σπάνια φωτογραφία, ένα έγγραφο, ένα χειρόγραφο ή οποιοδήποτε άλλο ντοκουμέντο, που μπορεί να ξεδιαλύνει την εικόνα του κοντινού ή μακρινού παρελθόντος, διασαφηνίζοντάς την ή, συχνά, λειτουργώντας ανατρεπτικά σε σχέση με ό,τι θεωρούμε ως ιστορική αλήθεια. Οι κόποι και οι χρονοβόρες διαδικασίες όμως γρήγορα ξεχνιούνται, αφού σε πρώτο πλάνο περνάει η χαρά της ανακάλυψης. Αλλά υπάρχει και μία μεγαλύτερη χαρά, που έχει σχέση με τη δημοσίευση των ευρημάτων.

Ο χαρακτήρας των συλλεκτών (και μεταφορικά ο «χαρακτήρας» των συλλογών τους) είναι βαθιά και έντονα κοινωνικός, αφού βαθύτερη επιθυμία του συλλέκτη είναι να διαβρώσει η δική του χαρά και ικανοποίηση την αδιάφορη ή και αρνητική στάση μεγάλου μέρους του κοινωνικού συνόλου για θέματα που σχετίζονται με την Ιστορία και γενικότερα με τη μελέτη του παρελθόντος.

Στη συγκεκριμένη περίπτωση όλα αυτά δεν αποτελούν απλώς μία θεωρητική θέση αλλά μία πραγματικότητα, ένα λεύκωμα, ένα βιβλίο από τα πλέον τεκμηριωμένα και αρτιότερα αισθητικά που έχουν εκδοθεί στη χώρα μας, ισάξιο ή και καλύτερο από ανάλογες εκδόσεις μουσείων, μεγάλων ιδρυμάτων και τραπεζών.

Το βιβλίο είναι ένας φόρος τιμής σ’ εκείνους που ασκούσαν τη δύσκολη και απαιτητική δουλειά του φωτογράφου και εργάστηκαν για κάποιο διάστημα στην περιοχή των Γρεβενών. Ξεχασμένοι οι περισσότεροι -με εξαίρεση τους διάσημους αδελφούς Μανάκια- επανέρχονται στο προσκήνιο με έναν εντυπωσιακό τρόπο.

Ποια είναι όμως η σημασία αυτής της έκδοσης για τα Γρεβενά; Νομίζω ότι πρόκειται για μία από τις σημαντικότερες πράξεις προσφοράς προς την πόλη, αν κρίνουμε και από το αποτέλεσμα και όχι μόνο από τις προθέσεις ή την καλή θέληση.

Το βιβλίο θα κάνει περήφανους ειδικά τους νεότερους Γρεβενιώτες, που γνώρισαν τα Γρεβενά ως πόλη των πολυκατοικιών και των νόμων της αντιπαροχής. Θα τους δείξει ότι η πόλη τους έχει παράδοση μεγαλύτερη από ό,τι έχουν φανταστεί και ότι η τύχη της ήταν πάντα συνδεδεμένη με το υπόλοιπο σώμα του ελληνισμού. Θα μάθουν ακόμη ότι τα Γρεβενά μέχρι μόλις πριν έναν αιώνα ήταν πόλη που φιλοξενούσε μεγάλο αριθμό μουσουλμάνων κατοίκων ως κέντρο της τουρκικής διοίκησης της ευρύτερης περιοχής. Πιθανόν να συγκρίνουν το τότε με το τώρα και να αποφανθούν ότι άλλες πτυχές του ιστορικού παρελθόντος μπορούν να αποτελέσουν πρότυπα για την εποχή μας ενώ άλλες παραδείγματα προς αποφυγή. Ίσως να νιώσουν αποτροπιασμό για τα κομμένα κεφάλια ληστών ή για τα πτώματα ανταρτών του Εμφυλίου, που επιδεικνύονταν από τις Αρχές σε δημόσια θέα, ή να συγκινηθούν με άλλες φωτογραφίες τρυφερών ανθρώπινων στιγμών και να διαισθανθούν ότι ο χρόνος αλλοιώνει μόνο την εξωτερική όψη των πραγμάτων.

Εκτός από την ιστορική πληροφορία καθεαυτή, που μεταφέρει η κάθε φωτογραφία, ο αναγνώστης μπορεί να δώσει έμφαση στη λαογραφική, την ενδυματολογική, την αισθητική, την πολιτική και την κοινωνιολογική διάσταση και να καταλήξει στα ανάλογα συμπεράσματα. Για παράδειγμα, αρκετές από τις ομαδικές φωτογραφίες μεταφέρουν την αίσθηση ενός πνεύματος εξωστρέφειας, αλληλεγγύης και ομαδικότητας, που φαίνεται ότι χαρακτήριζε τους κατοίκους της πόλης.

Στα επεξηγηματικά κείμενα που παρατίθενται στο τέλος του βιβλίου, και τα οποία είναι εξαιρετικά τεκμηριωμένα, υπάρχει πλήθος πληροφοριών για την ιστορική πορεία της πόλης των Γρεβενών κατά τον εικοστό αιώνα. Πολλά από τα στοιχεία αυτά, που αποτελούν καρπό πολύχρονης έρευνας σε αρχεία και παλιές εφημερίδες, ή προέρχονται από προφορικές μαρτυρίες, δημοσιεύονται πρώτη φορά και η σημασία τους είναι εξίσου μεγάλη με των φωτογραφιών.

Μετά τη μελέτη του βιβλίου ο αναγνώστης θα διαπιστώσει ότι η φωτογραφία είναι το απόλυτο τεκμήριο. Δεν λέει ψέματα, δεν μπορεί να αμφισβητηθεί το περιεχόμενό της και συνήθως αποτελεί έναν αξιόπιστο καθρέφτη της πραγματικότητας. Όσο φευγαλέα και προσωρινή είναι η στιγμή της αποτύπωσης, άλλο τόσο διαχρονική είναι η σημασία της εικόνας και η πληροφορία που μεταφέρει για τις επόμενες γενιές.

Η άποψη για την Ιστορία που θα σχηματίσουν οι αναγνώστες του βιβλίου δεν θα οφείλεται στην ερμηνεία, την ιδεολογία ή τις ιδεοληψίες κάποιου ερευνητή ή ιστορικού, αλλά σε ένα υλικό πρωτογενές, που έρχεται μπροστά μας σήμερα ανέπαφο από τον χρόνο, όπως ακριβώς τη στιγμή που αποτυπώθηκε από τους φωτογράφους, όταν η Ιστορία δεν αποτελούσε μακρινό παρελθόν αλλά ζωντανό παρόν. ΔΣ


[Κείμενο ομιλίας που έγινε κατά την παρουσίαση του λευκώματος του Βαγγέλη Νικόπουλου «ΓΡΕΒΕΝΑ 1895-1975» στις 6 Οκτωβρίου του 2012, στο Πολιτιστικό Κέντρο του Δήμου Γρεβενών. Πρώτη δημοσίευση: εφημερίδα «Χρονικά Δυτικής Μακεδονίας», αριθ. φύλλου 507, 12-10-2012, σελ. 7-8.]

Κυριακή 30 Σεπτεμβρίου 2012

ΑΜΥΘΗΤΟΣ ΚΗΠΟΣ


[Στέλιος Λουκάς, Αμύθητος κήπος, εκδ. ΚΕΔΡΟΣ, Αθήνα 2011]

«Έτσι τους βλέπω εγώ τους κήπους»
(Άνοιξη, Κώστας Καρυωτάκης)

Παρά τις πολλαπλές -και ίσως παρακινδυνευμένες- ερμηνείες, με τις οποίες θα μπορούσε κανείς να προσεγγίσει τον τίτλο της ποιητικής συλλογής (Αμύθητος κήπος), τα πράγματα γίνονται πιο απλά στις εσωτερικές σελίδες του βιβλίου. Από τον κόσμο που τον περιβάλλει, ο ποιητής αφαιρεί ό,τι δεν ταιριάζει ή δεν συμβαδίζει με τις αισθητικές του επιλογές και στη συνέχεια αναπληρώνει το κενό με δικές του σκέψεις και συναισθήματα, που συνήθως περιστρέφονται γύρω από τις έννοιες του ωραίου και της αθωότητας, αλλά και γύρω από τις ηθικές αξίες που ο ίδιος αποδέχεται. Έτσι, ακόμη και αν τα ποιήματα δεν αποτελούν καθρέφτη της πραγματικότητας, αποτελούν σίγουρα, σε κάποιο βαθμό, καθρέφτη της ψυχής του δημιουργού τους.

Ο ποιητής-αφηγητής ταυτίζει απολύτως τον εαυτό του -θα έλεγα σε βαθμό στράτευσης- με τις ιδέες στις οποίες πιστεύει (γιατί τελικά πρόκειται για ιδέες), χωρίς να αφήνει έστω και μία υποψία ή πιθανότητα να έχει διαρραγεί κάποια στιγμή η απόλυτη αφοσίωσή του σ’ αυτές από το πλήθος των ενάντιων ιδεών και αισθητικών απόψεων.

Μερικά από τα αντιθετικά ζεύγη που συναντάμε στη συλλογή σχετίζονται με την ομορφιά κι εκείνους που τη μάχονται, με την αθωότητα κι εκείνους που την προδίδουν, με την προσγείωση από τα όνειρα και τη φαντασία σε έναν σκληρό κόσμο που, θυμίζοντας τους βαρβάρους του Καβάφη, δεν καταλαβαίνει από τέτοιου είδους ευαισθησίες. Είναι διακριτή μία επανάληψη θεμάτων και μοτίβων που κυριαρχούσαν και σε προηγούμενα ποιήματά του, διακρίνεται όμως -σε μικρή κλίμακα- και ένας κοινωνικός προσανατολισμός, που εκφράζεται κυρίως μέσω εννοιών όπως ο φόβος, η παθητικότητα, η απώλεια, η απογοήτευση.

Η αναζήτηση ενός ουτοπικού κόσμου και η διέξοδος από τα καθημερινά πράγματα μέσω ενός «μαγικού» πλέγματος λέξεων, εικόνων, συναισθημάτων και ηθελημένης απομόνωσης, είναι βασικές συνισταμένες πολλών ποιημάτων της συλλογής. Όμως, όσο κι αν το κακό, η απουσία της ομορφιάς, και γενικά ό,τι συντελεί ή αποσκοπεί στη διάλυση και την αποσύνθεση, ξορκίζονται από τον ποιητή στο επίπεδο των λέξεων, των σκέψεων και της φαντασίας, οι ενοχές και τα καταστροφικά αποτελέσματά τους, όπως και οι χαμένες στο βωμό του κέρδους, της εξουσιομανίας και της απληστίας ανθρώπινες ζωές, αποτελούν σε όλες τις εποχές σημαντικές παραμέτρους της κοινωνικής πραγματικότητας. Κάποιοι ποιητές επιλέγουν να μιλήσουν για συγκεκριμένες όψεις της ζωής υπηρετώντας συνειδητά την ελπίδα και την αισιοδοξία. Ένας «αμύθητος κήπος» όμως, όπως η ποίηση, πρέπει να διαθέτει πλούσια βιοποικιλότητα και να μην είναι σπαρμένος μόνο με τριαντάφυλλα. ΔΣ

Κυριακή 1 Ιουλίου 2012

ΣΙΒΥΛΛΑ*

Είδα στον ύπνο μου τη Σίβυλλα
να μου μιλά χωρίς περιστροφές
σαν να με γνώριζε αιώνες:
–Μη μεταφράζεις τους χρησμούς
σαν να ’ταν οδηγίες χρήσης·
να ερμηνεύεις τους χρησμούς
σαν να ’ναι αγαπημένα σου ποιήματα.
Κανείς δεν μπόρεσε από το πεπρωμένο
να ξεφύγει· αυτό δεν λιγοστεύει
της ζωής την ομορφιά και του θανάτου
την οδύνη.
Είναι μια άνοιξη που όλο έρχεται
και πρέπει να ’σαι εκεί να περιμένεις.













*Πρώτη δημοσίευση: περιοδικό Εμβόλιμον, τχ. 63-64, 2012, σελ. 61.

Πέμπτη 31 Μαΐου 2012

Όπως ο Μύρης*

Ο Δημήτρης Λαλέτας (1964-2011) έφυγε γρήγορα από τη ζωή και πήρε μαζί του στον άλλο κόσμο μία μοναδική ευαισθησία και ένα βλέμμα διερευνη-τικό, που απομάκρυνε από τα πρόσωπα την ομίχλη και τη σκοτεινότητα και τα παρέδιδε στα έργα του αναγεννημένα, χωρίς συναισθηματικό φορτίο, προ-ορισμένα να ζήσουν μέσω της τέχνης για πάντα.

Από τότε που ήταν έφηβος και ζούσε στην Αλεξανδρούπολη, σχεδίαζε, με μολύβι και μελάνι, πρόσωπα και αντι-κείμενα, λουλούδια μέσα σε ανθο-δοχεία, ζώα που συγκατοικούν με ανθρώπους. Αρχικά επηρεάστηκε πολύ από έργα της ελληνικής λαϊκής τέχνης και από την πρώτη περίοδο του Γιάννη Τσαρούχη. Κάποια έργα του, που μοιάζουν με μιμήσεις του Τσαρούχη, ανάγονται στην περίοδο που ο Λαλέτας εγκαταστάθηκε στην Αθήνα. Ακολούθησαν συνθέσεις με άλογα και οικογενειακές σκηνές που παραπέμπουν, θεματικά και σκηνοθετικά, σε επιτύμβιες στήλες της κλασικής εποχής. Επίσης, πορτρέτα νέων ανδρών, που ίσως αποτελούσαν ένα είδος εξιδανίκευσης της πατρικής μορφής. Ο πατέρας του πέθανε όταν ο ζωγράφος ήταν δεκαέξι ετών.

Προς το τέλος της δεκαετίας του 1990 άρχισε να μελετά μέσα από βιβλία το έργο και την τεχνική του Lucian Freud, με αποτέλεσμα να επηρεαστεί σημαντικά από τον τρόπο έκφρασης του μεγάλου αυτού ζωγράφου, τον οποίο θαύμαζε ανεπιφύλακτα. Ένας από τους Έλληνες ζωγράφους που εκτιμούσε ως καλλιτέχνη και άνθρωπο, ήταν ο Λάμπρος Άλας. Μια φορά είχαμε επισκεφθεί μαζί το ατελιέ του, για να τον γνωρίσω και να δω έργα του. Ο Άλας του είχε πει ότι αν ότι αν θέλει να γίνεται όλο και καλύτερος ζωγράφος, θα πρέπει να εξασκείται στο σχέδιο ασταμάτητα και όχι να αναλώνει όλη του την ενέργεια ζωγραφίζοντας μόνο έργα με χρώμα.

Ο Λαλέτας είχε εικονογραφήσει πολλά βιβλία των εκδόσεων Οδός Πανός και δεκάδες τεύχη του ομώνυμου περιοδικού. Έργα του δημοσιεύτηκαν στο περιοδικό Lifo, στο ένθετο της Ελευθεροτυπίας Le Monde Diplomatique και σε άλλα γνωστά έντυπα. Ο Πάνας στο σήμα των εκδόσεων Οδός Πανός και ο Ίκαρος δίπλα στον τίτλο της Βιβλιοθήκης της Ελευθεροτυπίας είναι δικά του σχέδια. Για το βιβλίο μου Οι Μαθητευόμενοι της Οδύνης (1995) είχε φτιάξει περίπου είκοσι μικρά σχέδια, από τα οποία χρησιμοποιήθηκαν τότε μόνο τα τέσσερα. Ακόμη, θυμάμαι και αναφέρω ενδεικτικά τις εξαιρετικές προσωπογραφίες του στα αφιερώματα του περιοδικού Οδός Πανός για τον Παπαδιαμάντη και τον Καβάφη.

Επειδή ετοίμαζα μία μελέτη για το ποίημα του Καβάφη Μύρης - Αλεξάνδρεια του 340 μ.Χ., του είχα ζητήσει να φανταστεί τον αφηγητή του ποιήματος και φίλο τού Μύρη στον διάδρομο του χριστιανικού σπιτιού και να αποδώσει σε τέμπερα, εάν μπορούσε, την αίσθηση της ταπείνωσης στο πρόσωπό του, τη στιγμή που οι παρευρισκόμενοι τον κοιτούν περιφρονητικά. Μου είχε πει ότι είχε αρχίσει να το επεξεργάζεται. Όμως η αρρώστια είχε προχωρήσει και ο Δημήτρης Λαλέτας, όπως οι πρωταγωνιστές των ποιημάτων του Καβάφη, έσβησε αθόρυβα, όπως η φλόγα ενός κεριού, στην Αλεξανδρούπολη.

Όπως ο Μύρης, που κατάφερε να διατηρήσει ακέραια, σε ένα δύσκολο περιβάλλον, το πνεύμα και την ευαισθησία του, έτσι και ο Λαλέτας διατήρησε την καλοσύνη και το ταλέντο του στη ζωγραφική, ενώ παράλληλα απέκτησε πραγματικούς φίλους στον δύσκολο και συχνά ακραία ανταγωνιστικό χώρο των «πνευματικών ανθρώπων».

*Διονύσης Στεργιούλας / αναδημοσίευση από το περιοδικό Οδός Πανός, τεύχος 156, σελ. 10-11


Δευτέρα 30 Απριλίου 2012

ΕΡΩΤΙΚΟΣ ΛΟΓΟΣ ΚΑΙ ΑΔΙΕΞΟΔΑ

[Ορέστης Αλεξάκης, Ποίηση, εκδόσεις ΓΑΒΡΙΗΛΙΔΗΣ, Αθήνα 2011]

Το σύνολο των ποιητικών συλλογών του Ορέστη Αλεξάκη κυκλοφόρησε το 2011 σε έναν τόμο με τον τίτλο Ποίηση. Η γραφή του Αλεξάκη μεταλλάσσεται μέσα στον χρόνο ως προς τη μορφή και τους τρόπους έκφρασης, μένει όμως ίδια ως προς την ποιητική ουσία που περικλείει. Ο ποιητής αναζητά τον εαυτό του μέσα στον άλλο και ταυτόχρονα προσπαθεί μέσω μίας πορείας αυτογνωσίας να κατανοήσει το περιβάλλον του. Το εγώ συχνά καταργείται και ο λόγος του είναι σταθερά ερωτικός, ακόμη και όταν μιλά για πράγματα ή για τόπους.

Σε όλη τη διάρκεια της δημιουργικής του πορείας ο ποιητής ψάχνει τα ίδια περάσματα στον ίδιο λαβύρινθο, χωρίς να μένει ποτέ ικανοποιημένος από τις λύσεις που ανακαλύπτει. Δεν τον ενδιαφέρουν οι λύσεις αλλά η αναζήτηση. Το εύρος της θεματολογίας του είναι μεγάλο και η διερεύνηση του «ανθρώπινου ερωτήματος» γίνεται από ποικίλες οπτικές γωνίες. Στους στίχους του κυριαρχούν η έρευνα και όχι η βεβαιότητα, η υποκειμενικότητα και όχι το βίωμα.

Τα αδιέξοδα είναι πολλά και ένα βήμα πριν τον μηδενισμό επιστρέφει στα ίδια ερωτήματα και ξεκινά ξανά το ίδιο ταξίδι. Το τίποτα, το πουθενά, το ποτέ, είναι έννοιες που η σημασία τους γίνεται πιο έντονη μέσα στο έργο του με την πάροδο των χρόνων. Ο προσωπικός διαλογισμός γίνεται με τον καιρό μέρος μιας ευρύτερης θεώρησης του κόσμου, μιας θεώρησης που υπερβαίνει τις ατομικές περιπτώσεις. Η τραγικότητα και η αδυναμία του ανθρώπου μπροστά στο άγνωστο δεν αφήνουν περιθώρια για ελπίδες. Σε ένα από τα τελευταία ποιήματά του εκφράζει αυτή την τραγικότητα με στίχους που θυμίζουν τα νεκρώσιμα ιδιόμελα του Ιωάννη Δαμασκηνού:

                   «Πώς ξάφνου καταρρέουν τα περιγράμματα
                     και χύνονται στην άβυσσο οι ουσίες;
                     Πώς αναστρέφεται ο καιρός
                     και προς το παρελθόν γυρνάει το μέλλον;»


Σάββατο 31 Μαρτίου 2012

ΣΕ ΝΑΟ ΤΗΣ ΕΦΕΣΟΥ*

Κάποτε λατρεύτηκε σε ναό της Εφέσου.
Ένας δυνατός σεισμός το διέλυσε
κι ένας δυνατός άνεμος σκόρπισε στον ορίζοντα
τ’ απομεινάρια της ομορφιάς του.
Σήμερα το ένα του χέρι βρίσκεται
στο Metropolitan Museum της Νέας Υόρκης
το άλλο χέρι στην Αθήνα
τα δύο πόδια στο Μουσείο του Βατικανού
ο κορμός σε έπαυλη πλούσιου ελβετού συλλέκτη.
Πρόσφατα ανακαλύφθηκε από αρχαιολόγους το κεφάλι.
Το ξέθαψαν με προσοχή και τώρα
φυλάσσεται στα υπόγεια του μουσείου της Εφέσου.

(Αυτό το άγαλμα μοιάζει μ’ εμένα.
Από τότε που σταμάτησες να με λατρεύεις
υπάρχω μόνο στο βλέμμα εκείνων
που αντικρίζοντας σπασμένα κομμάτια
αντιλαμβάνονται το σχήμα μου).


*Πρώτη δημοσίευση: περιοδικό Εμβόλιμον, τχ. 63-64, 2012, σελ. 61.

Τετάρτη 29 Φεβρουαρίου 2012

Άγγελος Σικελιανός –
Η αυτοκτονία του Ατζεσιβάνο, μαθητή του Βούδα

Ανεπίληπτα επήρε το μαχαίρι
ο Ατζεσιβάνο. Κι ήτανε η ψυχή του
την ώρα εκείνη ολάσπρο περιστέρι…
Κι όπως κυλά από τ’ άδυτα του αδύτου
των ουρανών μες στη νυχτιά έν’ αστέρι
ή, ως πέφτει ανθός μηλιάς με πράο αγέρι,
έτσι απ’ τα στήθια πέταξε η πνοή του.

Χαμένοι τέτοιοι θάνατοι δεν πάνε…
Γιατί μονάχα εκείνοι π’ αγαπάνε
τη ζωή στη μυστική της πρώτη αξία
μπορούν και να θερίσουνε μονάχοι
της ύπαρξής τους το μεγάλο αστάχυ
που γέρνει πια, με θείαν αταραξία!

Σάββατο 31 Δεκεμβρίου 2011

Ο ΤΑΚΗΣ ΒΑΡΒΙΤΣΙΩΤΗΣ ΚΑΙ ΟΙ ΛΕΞΕΙΣ

«Το χιόνι αντικαθιστά τη σιωπή
όμως κάτω από το χιόνι
ακούει κανείς μιαν άλλη σιωπή
πιο πένθιμη, πιο βαθιά, πιο διαρκή»
                                       Τ.Β.
                                                                                     
Ο ποιητής Τάκης Βαρβιτσιώτης υπήρξε άνθρωπος της πόλης. Το Μέγαρο Βαρβιτσιώτη, όπου πέρασε σχεδόν ολόκληρη τη ζωή του, βρίσκεται σε ένα από τα πιο κεντρικά σημεία της Θεσσαλονίκης. Το ερώτημα που γεννιέται στον αναγνώστη των ποιημάτων του είναι πώς ένας άνθρωπος που ζει στο κέντρο μιας μεγαλούπολης, μέσα στον θόρυβο, την κίνηση των αυτοκινήτων και την πολυκοσμία, μιλά στο έργο του για τη φύση με τρόπο που δεν μπορούν να μιλήσουν ή δεν έχουν μιλήσει άλλοι ποιητές, που έχουν μεγαλώσει σε χωριά και αγροτικές περιοχές, μέσα στο φυσικό περιβάλλον. Η υποψία μου είναι ότι η φύση έχει εξιδανικευτεί στο έργο του, έτσι που να μοιάζει με έναν κόσμο ιδεών και συναισθημάτων. Με τον ίδιο τρόπο άλλοι ποιητές εξιδανικεύουν ή μυθοποιούν το αστικό τοπίο και περιβάλλον, τους πολυσύχναστους δρόμους, τα πολυώροφα κτίρια, τους χώρους εργασίας.

Οι λέξεις που χρησιμοποιεί ορίζουν και ταυτόχρονα δεν ορίζουν κάτι συγκεκριμένο. Γράφει «βροχή» αλλά δεν εννοεί τη βροχή. Γράφει «πουλιά» και δεν εννοεί τα πουλιά. Γράφει «χιόνι» και δεν εννοεί το χιόνι αλλά τη λευκότητα και έμμεσα την αθωότητα. Ή τον θάνατο. Εκμεταλλεύεται, περισσότερο και από την ίδια τη σημασία της, τους συνειρμούς που προκαλεί η λέξη σ’ εκείνον που την ακούει. Τέτοιου είδους χρήση των λέξεων είναι συνηθισμένη στους νεωτερικούς ποιητές του εικοστού αιώνα, σπανίως όμως έχουμε αποτέλεσμα τόσο ολοκληρωμένο αισθητικά.

Επιλέγει να χρησιμοποιήσει λέξεις που δεν έχουν φορτιστεί με περιεχόμενο ανθρωποκεντρικό, λέξεις που δηλώνουν στοιχεία της φύσης, λέξεις που λειτουργούν για τον αναγνώστη σαν καθρέφτες. Μιλά για τον εσωτερικό κόσμο των ανθρώπων με λέξεις που αναφέρονται στη φύση και στις δομές της. Ενώ φαινομενικά γράφει ένα ποίημα, ταυτόχρονα συνθέτει τη γραμματική, το συντακτικό και το λεξικό μιας νέας γλώσσας.

Οι λέξεις του Τάκη Βαρβιτσιώτη ποτέ δεν γίνονται σύμβολα, παραμένουν λέξεις ταπεινές, ξαφνιασμένες και οι ίδιες μέσα στο ποίημα. Οι λέξεις του μεταφέρουν στον θωρακισμένο από σκέψεις και ενοχές άνθρωπο της εποχής μας έναν αέρα φορτωμένο με ποικίλα δώρα: απλότητα, διαύγεια, αυτογνωσία.

Το πέρασμά του από τον υπερρεαλισμό τού δίδαξε ότι εκεί όπου ανατρέπεται μία νοηματική αλληλουχία, γεννιούνται νέες μαγικές και ποιητικές εικόνες, που μπορούν να προβληθούν μέσα μας και να αλλάξουν τον τρόπο που αντιλαμβανόμαστε τον κόσμο.
Ποτέ δεν είχα καταλάβει, όσο βρισκόταν στη ζωή, τις υπέρμετρες εκδηλώσεις αγάπης προς το πρόσωπο του ποιητή από τους θαυμαστές του και τα εκατοντάδες ποιήματα που του αφιέρωσαν άλλοι, νεότεροί του ποιητές. Η κριτική τον αντιμετώπισε με ύμνους και θαυμασμό, παρά με επιχειρηματολογία και με τεκμηριωμένα κείμενα. Σήμερα μπορώ να το καταλάβω καλύτερα και να το δικαιολογήσω. Αισθάνθηκαν την υποχρέωση να του ανταποδώσουν το καλό που τους έκανε χωρίς να ζητήσει το παραμικρό αντάλλαγμα. Τους έδειξε έναν άλλο τρόπο αντίληψης των πραγμάτων, που ακόμη και αν δεν ενδείκνυται για όλους τους ανθρώπους και για όλες τις καταστάσεις, παραμένει ωστόσο μία εν δυνάμει επιλογή.

[Διονύσης Στεργιούλας | αναδημοσίευση από το περιοδικό ΚΟΥΚΟΥΤΣΙ, τεύχος 5, σελ. 113-114]

Τετάρτη 30 Νοεμβρίου 2011

Γνώριζε ο Όμηρος το αλφάβητο;

[Νάνος Βαλαωρίτης, Ο Όμηρος και το αλφάβητοεκδ. Ελληνοαμερικανική Ένωση, Αθήνα, σ. 184]

Τα ερωτήματα που γεννήθηκαν σε βάθος είκοσι οκτώ αιώνων από τη μελέτη της Ιλιάδας και της Οδύσσειας όχι μόνο δεν βρήκαν ως σήμερα ικανοποιητική απάντηση, αλλά όσο περνούν τα χρόνια προστίθενται δίπλα τους νέα. Παράλληλα, η προσπάθεια για απαντήσεις συνεχίζεται σε όλα τα μήκη και πλάτη της γης από μία πλειάδα εξειδικευμένων φιλολόγων. Η δράση των λεγόμενων «ομηριστών» μέσα στους αιώνες μοιάζει με ένα ποτάμι που άλλοτε είναι ορμητικό και άλλοτε ήρεμο, άλλοτε πάει στη μία κατεύθυνση και άλλοτε στην άλλη. Ωστόσο, πέρα από τη διαρκή ανακύκλωση απόψεων και πληροφοριών γύρω από τα ομηρικά έπη, σπάνια παρουσιάζεται κάτι πραγματικά νέο, με τη μορφή της ουσιαστικής ανακάλυψης ή της ανατρεπτικής θεωρίας.

Ίσως η γοητεία των κειμένων αυτών οφείλεται εν μέρει στα αναπάντητα ερωτήματα που προκαλούν και κυρίως στο αίνιγμα του δημιουργού τους. Το ομηρικά έπη μοιάζουν να κληροδοτήθηκαν από τους ανθρώπους μιας μακρινής εποχής σε όλους τους μεταγενέστερους λαούς. Τα βιογραφικά στοιχεία του Ομήρου ξεχάστηκαν από πολύ νωρίς, είτε επειδή ο ίδιος το ήθελε είτε επειδή αυτό που είχε μεγαλύτερη σημασία ήταν η χρήση τους ως κιβωτού πληροφόρησης για τις κοινωνικές δομές και τον τρόπο σκέψης των ανθρώπων που ζούσαν στις εποχές του χαλκού και του σιδήρου στον ευρύτερο αιγαιακό χώρο και στην Ανατολική Μεσόγειο. Πολλοί πίστεψαν ότι τα κλειδιά για την ερμηνεία των ομηρικών επών χάθηκαν μαζί με τα βιογραφικά στοιχεία του δημιουργού τους. Άλλοι, όπως ο Νάνος Βαλαωρίτης στο βιβλίο του Ο Όμηρος και το αλφάβητο, υποστηρίζουν ότι όσα στοιχεία χρειαζόμαστε για την κατανόηση των επών, βρίσκονται στα ίδια τα κείμενα, στη θεματολογία τους, στις περιγραφές, στα ονόματα, στα συμφραζόμενα και κυρίως στη δομή τους.

Ο βασικός προβληματισμός των ομηριστών, όπως τίθεται από τον Παναγιώτη Βούζη στον πρόλογο του βιβλίου, έχει σχέση με τον βαθμό της προφορικότητας των επών κατά την περίοδο της δημιουργίας τους, εάν δηλαδή αποτελούσαν μία αδιάσπαστη συνέχεια της λαϊκής προφορικής παράδοσης ή εάν δημιουργήθηκαν από την αρχή ως γραπτά κείμενα, από έναν ποιητή εγγράμματο, που γνώριζε τη χρήση του αλφαβήτου. Η διάβρωση της μεταγενέστερης δυτικής λογοτεχνίας από τα δύο έπη και η οικειότητα που μπορεί να αναπτύξει μαζί τους ο δύσκολος αναγνώστης της εποχής μας δείχνουν ότι υπάρχει κάτι κοινό με την περίοδο της «εγγραμματοσύνης», κάτι που διαφοροποιεί τα ομηρικά έπη από τα προφορικά κείμενα της λαϊκής παράδοσης. Όμως για αιώνες κυριαρχούσε η στερεότυπη αντίληψη ότι η Ιλιάδα και η Οδύσσεια δημιουργήθηκαν σε μια εποχή που το αλφάβητο ήταν άγνωστο στον ελλαδικό χώρο και ότι ο Όμηρος ήταν ένας άνθρωπος του λαού, που προήλθε εξ ολοκλήρου ως ποιητής μέσα από τη λαϊκή παράδοση. Όσα στοιχεία σχετίζονται με τη λαϊκή καταγωγή και τον προφορικό χαρακτήρα των επών είναι πιθανό να υπερτονίστηκαν, ενώ άλλα να μην προσέχθηκαν όσο έπρεπε ή να αγνοήθηκαν.

Ο Νάνος Βαλαωρίτης βάλλει καταρχήν κατά της παγιωμένης αντίληψης των φιλολόγων ότι ο χωρισμός των ομηρικών επών σε 24 ραψωδίες έγινε κατά την ελληνιστική περίοδο. Προτείνει την άποψη ότι τα δύο έπη έχουν ενσωματωμένο στη δομή τους το αλφάβητο και έχουν συντεθεί με βάση ένα αλφαβητικό ακροφωνικό σύστημα, που αφορά ονόματα και θέματα-έννοιες και ψάχνει τις αποδείξεις μέσα στα ίδια τα κείμενα, εφόσον οι άλλες πηγές δεν δίνουν περαιτέρω επαρκή στοιχεία. Παρατηρεί ότι στη ραψωδία Α κυριαρχούν λέξεις και έννοιες που αρχίζουν από το γράμμα άλφα, στη ραψωδία Β λέξεις και έννοιες που αρχίζουν από το γράμμα βήτα, και ούτω καθεξής. Η ακροφωνία όμως δεν είναι τόσο απλοϊκή, αφού υπάρχει και αντίστροφη ακροφωνία με αντίθετα ζεύγη γραμμάτων και ραψωδιών, που προκύπτουν εάν κανείς γράψει τα 24 γράμματα του ιωνικού αλφαβήτου βουστροφηδόν σε δύο σειρές: το Α με το Ω, το Β με το Ψ, το Γ με το Χ, το Δ με το Φ, το Ε με το Υ, το Ζ με το Τ, το Η με το Σ, το Θ με το Ρ, το Ι με το Π, το Κ με το Ο, το Λ με το Ξ και το Μ με το Ν.

Σύμφωνα με τον συγγραφέα, ο ποιητής των επών πιθανώς βασίστηκε σε ένα αρχαίο σύστημα ταξινόμησης, σε έναν κατάλογο που προϋπήρχε του ποιήματος, ο οποίος αφενός υποβοηθούσε τη μνήμη και αφετέρου μπορούσε να εμπεριέχει προεπιλεγμένες λέξεις και έννοιες που κάλυπταν ένα ευρύ φάσμα γνώσεων και κοινωνικών εκδηλώσεων των ανθρώπων του καιρού του. Σε κάποιες περιπτώσεις η ακροφωνία μοιάζει να είναι τόσο εμφανής, που αναρωτιέται γιατί άλλοι πριν από αυτόν δεν την παρατήρησαν. Ένα τέτοιο παράδειγμα είναι η ραψωδία Π της Ιλιάδας, που ονομάζεται και Πατρόκλεια. Έτσι, οι ραψωδίες του κάθε έπους συνδέονται με ένα κοινό νήμα, όπως οι χάντρες ενός περιδέραιου, ενώ ταυτόχρονα διατηρούν ως ένα βαθμό θεματική αυτονομία. Ο συγγραφέας, κρίνοντας την ακροφωνική δόμηση των δύο επών, γράφει: «Ποιος θα μπορούσε να έχει συλλάβει ένα τόσο μεγαλειώδες έργο; Ένας και μόνο ποιητής; Πολλοί; Το ερώτημα παραμένει αναπάντητο. Ένα, όμως, είναι σίγουρο: ποτέ ξανά δεν θα θεωρήσουμε τον Όμηρο έναν απλό αγράμματο άνθρωπο, αφού τα ίδια τα γράμματα παίζουν λειτουργικό ρόλο στο ποίημα, κι έτσι η θεωρία της άμεσης προφορικής σύνθεσης καταρρέει από μόνη της» (σ. 28).

Ένα παραπλήσιο ζήτημα απασχολούσε ως τις αρχές του εικοστού αιώνα τους μελετητές του Ερωτόκριτου. Οι περισσότεροι θεωρούσαν αυτονόητο ότι ο Βιτσέντζος Κορνάρος ήταν «άνθρωπος του λαού» και όχι κάποιος εγγράμματος λόγιος και ταξινομούσαν το έργο τοποθετώντας το δίπλα στα δημιουργήματα της λαϊκής προφορικής λογοτεχνίας. Οι διαφορετικές γραπτές παραλλαγές και προφορικές εκδοχές ενίσχυαν αυτή την άποψη. Σύμφωνα με την αντίληψη των παλαιότερων φιλολόγων, που είχαν αποδεχτεί ως κύρια γλώσσα την καθαρεύουσα, ένας άνθρωπος που χρησιμοποιεί τη γλώσσα του λαού και δεν αρνείται τους εκφραστικούς τρόπους και τα μοτίβα της προφορικής λαϊκής λογοτεχνίας, θα έπρεπε να είναι αγράμματος. Αποδείχτηκε όμως ότι ο Κορνάρος ήταν εγγράμματος και μάλιστα το πρότυπο του Ερωτόκριτου ήταν ιταλική διασκευή γαλλικού έργου.

Ο Νάνος Βαλαωρίτης δίδαξε για πολλά χρόνια Συγκριτική Λογοτεχνία στο Πολιτειακό Πανεπιστήμιο του Σαν Φρανσίσκο και έχει μία ιδιαίτερη γνώση για τις λογοτεχνίες διαφορετικών λαών και εποχών. Συχνά, αναζητεί τις πληροφορίες που θέλει σε παράλληλες με τα ομηρικά έπη περιπτώσεις λογοτεχνικής δημιουργίας. Ανατρέχει στους λαϊκούς ποιητές διαφόρων περιόδων, στη Μαχαμπαράτα, στο Έπος του Γκιλγκαμές, ακόμη και στον Σαίξπηρ. Άλλα θέματα που τον απασχολούν στην παρούσα μελέτη είναι: το πρόσωπο και το όνομα Όμηρος, η προέλευση των μύθων και οι διάφοροι τρόποι ερμηνείας τους, η σχέση των ομηρικών επών με άλλα αρχαιότερα σουμεριακά και η πιθανή προέλευσή τους από αυτά, ο τρόπος ζωής και ο τρόπος σκέψης των ανθρώπων που ζούσαν στις κοινωνίες που περιγράφονται στα έπη. Καταγράφει τις σκέψεις του ανοίγοντας διαρκώς διάλογο με τον αναγνώστη για όσα ζητήματα προκύπτουν στην πορεία της έρευνας. Στα συμπεράσματά του δεν είναι απόλυτος, με εξαίρεση δύο τουλάχιστον περιπτώσεις: την πεποίθησή του ότι πυρήνας όλων των αρχαίων επών είναι οι μύθοι της γονιμότητας και ότι τα ομηρικά έπη είναι σύμφυτα με το αλφάβητο.

Η αρχική θέση για την ακροφωνία στα ομηρικά έπη είναι ασφαλώς πρωτότυπη και ανατρεπτική. Και στα δύο έργα (Ιλιάδα και Οδύσσεια) υπάρχουν αρκετές ενδείξεις που ενισχύουν την ιδέα της ακροφωνίας. Η επιχειρηματολογία όμως του συγγραφέα, με τον φωτισμό ορισμένων θεμάτων ως ιδιαίτερα σημαντικών σε σχέση με άλλα, ώστε να αναδειχθεί το μοντέλο που προτείνει, στηρίζεται σε μεγάλο βαθμό σε προσωπική ερμηνεία και όχι πάντα σε αντικειμενική παρατήρηση, που είναι ίσως εκ των πραγμάτων αδύνατο να γίνει σήμερα στα δύο έπη. Η σκέψη του Βαλαωρίτη δεν περιορίζεται σε μία συγκεκριμένη μέθοδο, αλλά αντλεί από ένα ευρύ απόθεμα θεωριών και επιστημονικών προσεγγίσεων, χρησιμοποιώντας συνδυαστικά ή κατά περίπτωση όλη αυτή την εξειδικευμένη γνώση: Claude Lévi-Strauss, Saussure, Vladimir Propp, Sigmund Freud, κ.ά. Όμως, κάποια από τα μοντέλα ανάλυσης και ερμηνείας της λογοτεχνίας και των μύθων, που δημιουργήθηκαν ή αναπτύχθηκαν κατά τη διάρκεια του εικοστού αιώνα, παρόλη την αίσθηση βεβαιότητας και τη γοητεία που προσφέρουν, αποδεικνύονται σε πολλές περιπτώσεις ιδιαίτερα περιοριστικά, όταν γίνεται απόπειρα εφαρμογής τους στα κατά κανόνα άγνωστα σ’ εμάς κοινωνικά και πολιτισμικά πλαίσια της αρχαιότητας.

Ο συγγραφέας αναφέρεται διαρκώς στο διαφορετικό υπόβαθρο και στον διαφορετικό τρόπο σκέψης των ανθρώπων που ζούσαν στις «ομηρικές κοινωνίες»: «Οι νοοτροπίες των αρχαϊκών πολυθεϊστικών λαών δεν βλέπουν τα πράγματα μόνο δυαδικά (καλό εναντίον κακού), αλλά συμπεριλαμβάνουν όλα τα στοιχεία, καλά και κακά, που συνθέτουν τη δημιουργία του κόσμου. Τα ομηρικά έπη ανήκουν σ’ αυτήν την κατηγορία. Οι πολυθεϊστικοί λαοί συγχωνεύουν τις αντιθέσεις στους θεούς τους και τις δέχονται ασμένως. Η αμφισβήτηση άρχισε με τους φιλοσόφους που πρώτοι χώρισαν το καλό και το κακό ως απόλυτες κατηγορίες» (σ. 128). Στο σημείο αυτό θα ήθελα να καταγράψω και μία δική μου (ελπίζω πρωτότυπη) παρατήρηση, που συνοψίζει σχηματικά τις παραπάνω εκφράσεις του συγγραφέα, μία παρατήρηση χωρίς ωστόσο γλωσσολογικό βάθος, πάντοτε όμως με την οπτική και την αίσθηση του παιχνιδιού, που φαίνεται ότι διέθετε ο Όμηρος. Το όνομα Οδυσσεύς (Οδυσεύς), το όνομα δηλαδή του κατεξοχήν ομηρικού ήρωα, εμπεριέχει δύο συνεχόμενα τμήματα που θυμίζουν τα αντίθετα προθήματα «δυσ» και «ευ». Το δεύτερο (ευ-) χρησιμοποιείται στο σχηματισμό λέξεων που δηλώνουν κάτι καλό ή εύκολο, ενώ το πρώτο (δυσ-) στο σχηματισμό λέξεων που δηλώνουν κάτι κακό ή δύσκολο.

Η θεματική ακροφωνία εφαρμόζεται, κατά τον Βαλαωρίτη, και στα δύο έπη, τα οποία λειτουργούν άλλοτε παράλληλα και άλλοτε συμπληρωματικά. Μία από τις πιο ενδιαφέρουσες σκέψεις του είναι ότι η Οδύσσεια είναι το ανάλογο των παιχνιδιών ταχύτητας και εμποδίων, όπως π.χ. το «φιδάκι» και οι λαβύρινθοι, και η Ιλιάδα το αντίστοιχο των παιχνιδιών στρατηγικής, όπως το σκάκι ή το αρχαίο παιχνίδι των πεσσών. Βρίσκει πολλές ομοιότητες, κυρίως σε σχέση με κοινά ή παραπλήσια θέματα στις ίδιες ραψωδίες των δύο έργων και θεωρεί ότι υπάρχει εσωτερική, δομική σχέση μεταξύ τους.

Μελετώντας το βιβλίο σχημάτισα την άποψη ότι τα επιχειρήματα για σουμεριακή προέλευση δεν εφαρμόζονται στην Οδύσσεια εξίσου καλά με την Ιλιάδα. Το ίδιο και η χρήση της αλληγορίας, των μύθων και της παρουσίας των θεών. Ακόμη και αν στην Ιλιάδα δεν υπάρχουν αλληγορίες ή δεν είναι εμφανείς, στην Οδύσσεια κάποιες αλληγορίες μοιάζουν να είναι προφανείς. Ορισμένα από τα επεισόδια της επιστροφής του Οδυσσέα μοιάζουν να αποτελούν μέρος μιας ευρύτερης πορείας μύησης, θυμίζοντας τις ενότητες των μύθων που γνωρίζουμε από τα μυστήρια της κλασικής εποχής. Είναι επίσης πιθανό η Ιλιάδα να βασίζεται σε προομηρικά πρότυπα, ενώ η Οδύσσεια να καταγράφει βιώματα του δημιουργού της (π.χ. η απομάκρυνση από την πατρίδα του, οι σκηνές σε λιμάνια, η φιλοξενία του σε ξένους τόπους, η φήμη του ως ραψωδού κλπ.). Δεν αποκλείεται η Ιλιάδα να αποτελεί κάποιου είδους διασκευή παλαιοτέρων επών της Ανατολής, προσαρμοσμένων στον αιγαιακό χώρο, που διασώζουν πληροφορίες της προηγούμενης χιλιετίας, της 2ης π.Χ. χιλιετίας. Φυσικά, το ταλέντο του Ομήρου τη διαφοροποιεί από οτιδήποτε άλλο είχε γραφτεί ως τότε. Αλλά στην Οδύσσεια επίκεντρο είναι ο άνθρωπος, ο περιπλανώμενος αδύναμος άνθρωπος, που προσπαθεί να επιβιώσει αντιμετωπίζοντας τα εμπόδια που τοποθετούν στο δρόμο του οι θεοί, οι άλλοι άνθρωποι και οι δυνάμεις της φύσης. Ενώ η Ιλιάδα αναφέρεται σε μία εποχή ηρώων που έχει παρέλθει από αιώνες, η Οδύσσεια μοιάζει να βασίζεται όχι μόνο στην έμπνευση του ποιητή ή σε πληροφορίες που διέσωσε ο χρόνος, αλλά και σε άμεσα βιώματά του. Μία ακόμη ουσιώδης διαφοροποίηση είναι ότι οι πράξεις των ανθρώπων επηρεάζουν τη ζωή τους τουλάχιστο όσο και η θέληση των θεών. Σε αντίθεση με το προοίμιο της Ιλιάδας, όπου οι Αχαιοί σκοτώνονται επειδή αυτή είναι η θέληση των θεών («Διὸς δ' ἐτελείετο βουλή»), στο προοίμιο της Οδύσσειας διαβάζουμε ότι οι σύντροφοι του Οδυσσέα πεθαίνουν εξαιτίας δικών τους λαθών: «σφετέρησιν ἀτασθαλίησιν ὄλοντο». Ο ρόλος του πεπρωμένου λειτουργεί ως αναπόφευκτος νόμος στην Ιλιάδα, πολύ πιο περιοριστικά όμως στην Οδύσσεια. ΄Ισως η Οδύσσεια, ακόμη και αν υστερεί με όρους αισθητικής από την Ιλιάδα, θα μπορούσε να θεωρηθεί το καθεαυτό πρωτότυπο έργο του Ομήρου, το πρώτο επί της ουσίας ελληνικό έργο, που απομακρύνεται από τα ανατολικά πρότυπα και εμπεριέχει καλυμμένες πολλές πληροφορίες από τη ζωή του ώριμου ηλικιακά Ομήρου αλλά και πλήθος πληροφοριών για την καθημερινή ζωή στον ελλαδικό χώρο κατά τον 8ο π.Χ. αιώνα.

Διάβασα το βιβλίο Ο Όμηρος και το αλφάβητο με ιδιαίτερη προσοχή, προσπαθώντας να διερευνήσω τα όρια μεταξύ ποιητικής έμπνευσης και επιστημονικής τεκμηρίωσης. Παρόλο που δεν λείπει η έμπνευση, τα περισσότερα από τα επιχειρήματα τεκμηριώνονται με απευθείας παραπομπές στις αρχαίες πηγές. Εκείνοι ωστόσο που θα εκφέρουν την τελική κρίση, είναι οι ανά τον κόσμο ομηριστές. Εάν η θεωρία-προσέγγιση του Βαλαωρίτη γίνει τελικά αποδεκτή, έστω και εν μέρει, θα πρόκειται για μία από τις σημαντικότερες ανακαλύψεις σε σχέση με την ποιητική δομή των ομηρικών κειμένων, αλλά και με την ιστορία του αλφαβήτου.

[Διονύσης Στεργιούλας, εφημερίδα Ελευθεροτυπία, ένθετο "Βιβλιοθήκη", Σάββατο 19 Νοεμβρίου 2011, URL: http://www.enet.gr/?i=news.el.article&id=326420]

Δευτέρα 31 Οκτωβρίου 2011


Ο Νίκος Καββαδίας ταξιδεύει ακόμη

Θεωρούσα πάντα το ποιητικό έργο του Νίκου Καββαδία εξαιρετικά σημαντικό, από όποια οπτική γωνία και αν το έβλεπε κανείς. Μία τόσο μεγάλη απήχηση σε βάθος τόσων δεκαετιών και μία ευρύτατη αποδοχή από ανθρώπους όλων των ηλικιών, ανεξάρτητα από το μορφωτικό τους επίπεδο, δεν μπορεί να οφείλονται σε τυχαίους παράγοντες. Κυρίως όμως μου έκανε εντύπωση η προσωπική σχέση που συνήθως αναπτύσσει ο αναγνώστης με τα ποιήματα αυτά και με τον μύθο που υπηρετούν, τον μύθο της θάλασσας, του ταξιδιού και της αναζήτησης. Πρόκειται για μία ιδέα παγκόσμια και διαχρονική, που ο Carl Jung θα ονόμαζε «αρχέτυπο». Ο Καββαδίας, μιλώντας για φανταστικά ή πραγματικά ταξίδια, μάς κάνει κοινωνούς αυτής της αρχέτυπης δομής και μας υποβάλλει έμμεσα την ακόμη ευρύτερη ιδέα της άνευ όρων ελευθερίας, της μόνης αίσθησης που μπορεί δυνητικά να υπερβεί τις «θολές γραμμές των οριζόντων».

Όμως η ποίηση του Καββαδία δεν εξαντλείται στα παραπάνω. Υπάρχουν μέσα της ένα μεγάλο υπόβαθρο γνώσεων, μία πλανητική «βάση δεδομένων» που εκδηλώνεται με ποικίλες αναφορές, ένα τεράστιο απόθεμα ποιητικής αντίληψης, ταλέντου και τεχνικής και ένας πλήρης έλεγχος του γλωσσικού υλικού. Εάν οι ιδέες και οι εικόνες των ποιημάτων του δεν συνδυάζονταν ιδανικά με την πολυεπίπεδη γλώσσα του και το ιδιαίτερο ύφος, θα είχαμε απλώς να κάνουμε με έναν ακόμη ποιητή που επηρεάστηκε από τον Κώστα Ουράνη.

Στην μελέτη του με τίτλο Ξαναδιαβάζοντας τον Νίκο Καββαδία (εκδ. Οδός Πανός, Αθήνα 2010) ο Χρήστος Δανιήλ μας θυμίζει ότι οι κορυφαίοι ιστορικοί της ελληνικής λογοτεχνίας παραγνώρισαν την αξία του Καββαδία, με αποκορύφωμα τον Λίνο Πολίτη, που δεν αναφέρει καν το όνομα του ποιητή στη δική του Ιστορία. Σε μια περίοδο που ανθίζει ο μοντερνισμός και ανοίγονται νέοι δρόμοι στη λογοτεχνική έκφραση, ο Καββαδίας επιμένει στην παραδοσιακή στιχουργική των ποιημάτων του, δεν γράφει σαν διανοούμενος, έχει απαλλαχτεί από τα στερεότυπα που ακολουθούν έναν άνθρωπο των γραμμάτων.

Ένα από τα συμπεράσματα που προκύπτουν από την ανάγνωση του βιβλίου είναι ότι η ποίηση του Καββαδία δεν μπορεί να ενταχθεί εύκολα σε σχολές και σχήματα, αφού είναι ταυτόχρονα παραδοσιακή και μοντέρνα, προϊόν της εποχής της αλλά και έξω από την εποχή της. Ο κάθε κριτικός ή ιστορικός της λογοτεχνίας δίνει τη δική του ερμηνεία στο αίνιγμα Καββαδίας και τον εντάσσει στο δικό του σχήμα. Την ένταξη σε συγκεκριμένο γραμματολογικό σχήμα δυσκολεύει ακόμη περισσότερο η διαφοροποίηση που παρατηρείται στο έργο του ποιητή μέσα στον χρόνο, κυρίως σε σχέση με τους εκφραστικούς τρόπους, αφού η συλλογή Μαραμπού διαφέρει από το Πούσι και το Τραβέρσο.

Στο δεύτερο μισό του βιβλίου ο Δανιήλ μελετά αυτό καθεαυτό το ποιητικό έργο του Καββαδία διασαφηνίζοντας διάφορες άγνωστες ή σκοτεινές πτυχές του ή καθιστώντας πιο οικείες και κατανοητές κάποιες από τις διαστάσεις του περιεχομένου του, όπως η ανθρωπογεωγραφία του ποιητή, η αποδοχή της ετερότητας, η χρήση των τοπωνυμίων, η σχέση με τα δημοτικά τραγούδια.

Το «παγκοσμιοποιημένο χωριό», αποτέλεσμα της επανάστασης υψηλής τεχνολογίας και του διαδικτύου, είχε ήδη πραγματωθεί στην ποίηση του Καββαδία από τη δεκαετία του 1930. Η αναζήτηση του εσωτερικού ανθρώπου, ο προσανατολισμός του στην ανθρωπότητα και η ταυτόχρονη άρνηση κάθε μορφής εθνοκεντρισμού, σε συνδυασμό με το προκλητικά ξεχωριστό ταλέντο του, υπήρξαν ίσως λόγοι που η αξία του δεν αναγνωρίστηκε από τους ομοτέχνους του και από τους ανθρώπους του λογοτεχνικού κατεστημένου του καιρού του, στο βαθμό που θα άρμοζε σε έναν ποιητή αυτού του μεγέθους. Αυτά όμως είναι ανθρώπινα και συγχωρούνται. Εξάλλου ο Καββαδίας αγαπήθηκε από το μεγάλο κοινό όσο το πολύ τρεις-τέσσερις άλλοι Έλληνες ποιητές του εικοστού αιώνα.

Από τα σχόλια των διαφόρων μελετητών για τον ποιητή, που συνάντησα στο βιβλίο, κρατάω την άποψη του Ανδρέα Καραντώνη, που υποστηρίζει ότι ο Καββαδίας «είναι ο ποιητής που πλάτυνε το Εγώ του και χώρεσε μέσα του το διπλανό του. Δεν είναι καθόλου νάρκισσος, όπως όλοι σχεδόν οι άλλοι, μα το εναντίο, σβήνει το εγώ του μπροστά στους άλλους». ΔΣ

[Διονύσης Στεργιούλας, περιοδικό Οδός Πανός, τχ. 154, 2011, σ. 147-148]