Κυριακή 31 Αυγούστου 2025

«Η κρυφή γοητεία των λέξεων»

 

[Κριτικό κείμενο του Δημήτρη Παπακωνσταντίνου για την ποιητική συλλογή Ακραία λεκτικά φαινόμενα, εκδ. Νησίδες, Θεσσαλονίκη 2025.]





1.Τίποτα αυτονόητο:

Όλοι γνωρίζουμε πως η ποίηση τεντώνει τη χορδή του τόξου της μέχρι το έσχατο όριό της, αν υποθέσουμε πως αυτό το όριο είναι –τελικά- υπαρκτό και δεν αποτελεί άλλο ένα προϊόν της δημιουργικής μας φαντασίας. Παίζουμε διαρκώς με τις λέξεις, όμως σ’ αυτό το αλλόκοτο ποιητικό σύμπαν που βρισκόμαστε, τίποτα δεν είναι αυτονόητο. Έτσι ο ποιητής μας, θέτει το απροσδόκητο ερώτημα: «Τι είναι λέξη;»

Ευτυχώς φροντίζει να δώσει ο ίδιος την απάντηση και μάλιστα σε 28 συνεχείς σελίδες. Αναρωτιέμαι με ποιον τρόπο θα μπορούσα να αποδώσω μια τόσο ξεχωριστή ποιητική κατάθεση, χωρίς να υποχρεωθώ να παραθέσω ένα ακόμη βιβλίο δίπλα στο δικό του.

 

2.Στο αλλόκοτο σύμπαν των λέξεων:

Οι λέξεις είναι ζωντανά όντα με σάρκα και οστά, με σκέψη και βούληση. Ξαγρυπνούν, εγείρονται στο σκοτάδι, τριγυρνούν, χάνονται, ξενιτεύονται, επιστρέφουν, επιμένουν, ανθίζουν, μαραίνονται κι αποχωρούν διακριτικά μέσα από χιλιάδες νοητές πόρτες. Αναδύονται στον νου, τις αρθρώνεις με δέος αργά-αργά, κι αναρωτιέσαι πώς γεννήθηκαν, τι σημαίνουν, τι κομίζουν.

Οι λέξεις κάποτε γίνονται βροχή στο τζάμι. Συζητούν, συνωμοτούν, αγγίζονται, συγκρούονται, συμπορεύονται, συνεργάζονται, αλληλοακυρώνονται, περιγελούν, περιφρονούν, παρηγορούν. Στιλβώνουν τις αναμνήσεις, καλύπτουν τα ραγίσματα, θροΐζουν στον άνεμο, βλασταίνουν στα χωράφια, ξεθωριάζουν στον ήλιο, σκοτεινιάζουν στους βυθούς, αρρωσταίνουν και φθίνουν. Οι λέξεις έχουν μεγάλη δύναμη. Γίνονται προσευχές και χρησμοί. Ταξιδεύουν στους Δελφούς κι είναι ικανές να σε βγάλουν στον δρόμο, μα για τ’ όνομα του Θεού, ποτέ μην πας κατά τη Θήβα, κι ας σε προσκαλούν να γνωρίσεις τα χίλια θαύματα του κόσμου. Οι λέξεις ταξιδεύουν και σε ταξιδεύουν. Πρόσεξε όμως! Έχουν πάντα τη δύναμη να σε οδηγήσουν στην τρέλα, στην αυτοκαταστροφή, στην ατίμωση της αυτοχειρίας.

Ζούμε σ’ έναν αλλόκοτο κόσμο: Ούτε η φωνή περιέχει την αλήθεια, ούτε η σιωπή. Οι λέξεις διαλύονται σε γράμματα, τα γράμματα σε σχήματα, τα σχήματα σε χρώματα. Τα χρώματα μιλούν για τα δέντρα, το αεράκι του χειμώνα και την ησυχία, μακριά από τις ανθρώπινες φωνές. Αν οι λέξεις είναι φύλλα, πόσες ιστορίες ξέρει το δάσος;

Οι λέξεις σκεπάζονται με χιόνι, όμως αποκαλύπτονται ξανά ζωντανές και δροσερές την επόμενη άνοιξη. Τι είναι παλιό και τι νέο; Ποιος μπορεί να πει κάτι αληθινά νέο κι ως τώρα ανείπωτο; Το μέσα μας τοπίο είναι υγρό και σκοτεινό. Από τις «μέσα πηγές» αναβλύζουν κάποτε οι λέξεις που δηλώνουν, υπαινίσσονται, καλούν, στερεύουν, σβήνονται με το σβηστήρι ενός μικρού παιδιού, κρύβονται σε συρτάρια, χώνονται σε υπόγεια και κρύπτες κι ετοιμάζουν υπομονετικά τα επόμενα θαύματα. Γιατί οι λέξεις οικοδομούν σύμπαντα και παραδείσους, καθώς φέρουν μέσα τους τον πυρήνα κάθε κοσμογονικής έκρηξης.

Με τις λέξεις πλάθονται τα όνειρα και με τα όνειρα οικοδομούνται τα πιο όμορφα κτίρια, τα πιο ψηλά τείχη, τα πιο σπουδαία μνημεία κάθε δόξας και κάθε ήττας. Κάποτε οι λέξεις χάνουν το όνομά τους, τη σημασία τους, κι έτσι όπως μένουν απογυμνωμένες, χωρίς ταυτότητα, χρειάζονται μια νέα βάπτιση, μια νέα ονοματοδοσία, να λάμψουν τα αδιόρατα, για να μπορέσουμε να αρνηθούμε την παραδοχή και να παραδεχτούμε την άρνηση, «ανάμεσα στην αδιαφορία και την ενσυναίσθηση».

Οι λέξεις χαράζουν δρόμους και στήνουν γέφυρες. Μαζί τους πορευόμαστε και χανόμαστε μια στο σκοτάδι και μια στο φως. Ακόμα και η λέξη «κενό» δεν είναι τελικά κενή. Έτσι οι λέξεις είναι ολόκληροι πλανήτες που γυρίζουν σε άγνωστη τροχιά. Τι φταίει και ξεθωριάζει το χρώμα τους; Τι ξεθωριάζει την ίδια τη φωνή μας; Ποιος μπορεί να κρίνει τις λέξεις ή κι εμάς τους ίδιους για τις μικρές ή τις μεγάλες ορθογραφικές μας αποκλίσεις; Μια ανορθόγραφη προσευχή είναι άραγε ευπρόσδεκτη στα μάτια του Θεού; Κι όμως προστατεύουμε τη μορφή των λέξεων προσέχοντας με ευλάβεια την κλίση τους και τη σύνταξή τους σύμφωνα με όσα η παράδοση προστάζει. Μπορούμε να ζήσουμε χωρίς λέξεις; Υπάρχουν «γνωστές» κι «άγνωστες» λέξεις. Υπάρχουν «δικές μας» και «ξένες». Υπάρχουν ακόμα και κάποιες «άγριες», που φύονται στα δάση και στους σκοτεινούς βυθούς.

Οι λέξεις τριγυρίζουν στο σκοτάδι έξω από τα βιβλία. Έχουν σκληρό κέλυφος που δε θρυμματίζεται εύκολα. Κάποιες υποκρίνονται πίσω από προσωπεία. Κάποιες ζουν σε άγονα κι απρόσιτα μέρη, όπου δύσκολα φτάνει κάποιος αναγνώστης, εκτός κι αν ναυαγήσει ξαφνικά.

Οι λέξεις πλάθουν τραγούδια, αλλά και μοιρολόγια. Γράφουν ποιήματα που υψώνονται στη συνείδησή μας σαν αυθύπαρκτες θεότητες που αξίζουν προσκύνηση. Κάποιες πετούν σαν πουλιά. Κάποιες πέφτουν στις ξόβεργες και καταλήγουν στο χαρτί, για να μην ξαναφύγουν.

Μπορούμε να χαράξουμε στη γη τη λέξη «ουρανός». Άραγε, αυτό την καθιστά γήινη; Αν γράψουμε με φτερό, οι λέξεις μας θυμούνται κάτι από την πτήση; Ο ποιητής μας τονίζει πόσο μοιάζει η λέξη «πτήση» με τη λέξη «πτώση». Ένα μόνο γράμμα είναι ικανό να αλλάξει τελείως τη σημασία μιας λέξης.

Οι λέξεις είναι λοιπόν χαρταετοί χωρίς σχοινί. Είναι πουλιά που πετούν μακριά κι επιστρέφουν, γιατί κάθε τέλος είναι πάντα κοντά στην επόμενη αρχή και κάθε αρχή ξεκινά για να φτάσει στο τέλος της.

 

3. Ένα πρωτότυπο λεκτικό πείραμα:

Δεν έχει πια σημασία ποιος έγραψε τα έπη του Ομήρου ή τα Ευαγγέλια. Δεν πρέπει να μας νοιάζει ποιος έγραψε τα έργα του Σαίξπηρ: Τα πάντα συγγενεύουν με όλα τ’ άλλα «ακραία λεκτικά φαινόμενα» και γι’ αυτό τίτλοι κι ονόματα μεταβάλλονται, εναλλάσσονται, σβήνονται, ξαναγράφονται αδιάκοπα. Ο ποιητής Διονύσης Στεργιούλας προτείνει να αφήσουμε για λίγο στην άκρη τη μεγαλοσύνη κάποιων φωτισμένων ανθρώπων, για χάρη της λησμονημένης μεγαλοσύνης του θαυμαστού πλάσματος που λέγεται «άνθρωπος»: Όλα τα σπουδαία έργα παράγονται με τα ίδια πολύπαθα, πολυκαιρισμένα, φθαρμένα και προπαντός, κοινόχρηστα υλικά. Κάνει μάλιστα ένα σπουδαίο πείραμα: Γράφει ένα ποίημα που απαρτίζεται κατ’ αποκλειστικότητα από δανεικούς στίχους γνωστών έργων του παρελθόντος. Δυο μόνο πρωτότυπα στοιχεία υπάρχουν σ’ αυτό το ποίημα: α) Η επιλογή λέξεων, φράσεων ή και ολόκληρων στίχων, και β) Η σειρά παράθεσής τους:

 

Ανεπίληπτα, επέστρεφε, κυκλοδίωκτος,

άγρια μ’ έδειρεν η βαρυχειμωνιά,

Η ποίηση δε μας αλλάζει τη ζωή,

Είμαστε κάτι ξεχαρβαλωμένες κιθάρες,

και την τέχνη μας τη στολίσαμε τόσο πολύ,

Μια μυγδαλιά και δίπλα της εσύ,

εσύ που μου ’φερνες νεράκι στην παλάμη,

δεν ημπορώ ν’ ακούσω τη φωνή σου,

ήταν η θάλασσα ήταν τ’ αγέρι,

ακρογιαλιές και δειλινά,

Σήκω μικρή, μικρή, μικρή Πορτοκαλένια,

μη μου δίνεις την οδύνη που περιέχω,

μονάχα ο θάνατος δεν περιμένει,

σ’ άλλους παραλλήλους θα ’χεις μπει,

Ανασηκώσου με τα οστά γεμάτα μουσική,

Ειπέ μας αν κρατεί ουρανός,

Η πλάστιγξ κλίνει εκεί που προτιμάμε,

και η νεότης μας πετά ως αστραπή ταχεία,

ο τόπος μου ποιος ήταν; Ποιοι οι δικοί μου;

 

4. Ως επίλογος:

Ελπίζω μέσα από αυτό το σύντομο σημείωμα να πέρασε στον αναγνώστη κάτι απ’ το πνεύμα του βιβλίου που προσπάθησα να παρουσιάσω. Ελπίζω να κατάφερα σε κάποιο βαθμό να κεντρίσω το ενδιαφέρον όσων αγαπούν τα βιβλία και την κρυμμένη τους γοητεία. Ο ποιητής Διονύσης Στεργιούλας με έναν μοναδικό τρόπο φωτίζει το τοπίο πίσω από το ποίημα, πίσω από τις λέξεις, πίσω από τα νοήματα, πίσω από τα σχήματα, μέχρι τα βάθη της ανεξερεύνητης ψυχής μας, αναζητώντας το «γιατί» και το «πώς» των πιο «αυτονόητων» πραγμάτων, για να συνειδητοποιήσουμε έκθαμβοι πως τίποτα δεν είναι –τελικά- μικρό κι ασήμαντο. Οι λάτρεις της φιλοσοφημένης ποίησης και της αληθινά διεισδυτικής ματιάς ενός φωτισμένου νου θα εκτιμήσουν ιδιαίτερα αυτό το βιβλίο. 

Δημήτρης Παπακωνσταντίνου*


*Ο Δημήτρης Παπακωνσταντίνου γεννήθηκε στη Λάρισα το 1967 και ζει μόνιμα στην Κοζάνη, όπου εργάζεται ως καθηγητής Μέσης Εκπαίδευσης. Είναι τακτικό μέλος της Εταιρίας Λογοτεχνών Θεσσαλονίκης και της Πανελλήνιας Ένωσης Λογοτεχνών. Ποιήματά του φιλοξενούνται σε συλλογικούς τόμους και σε διάφορα έντυπα και διαδικτυακά περιοδικά.