Τρίτη 30 Σεπτεμβρίου 2025

Η δύναμη της λέξης


«Λένε πως είναι οι σκέψεις λέξεις
που κάθε βράδυ ξαγρυπνούν
λένε πως βλέπουν στο σκοτάδι
και στο δωμάτιο τριγυρνούν.
Λένε πως ένας ουρανός
κρύβεται μέσα μας βαθιά
λένε πως μόλις ξημερώνει
μια νέα νύχτα ξεκινά.
Λένε πως όσα είναι μακριά
γρήγορα έρχονται σ’ εσένα
λένε πως όσα είναι κοντά
γίνονται μακριά και ξένα.»


Η ποιητική συλλογή Ακραία Λεκτικά Φαινόμενα του Διονύση Στεργιούλα (Νησίδες, 2025) εγκαινιάζεται με το παραπάνω ποίημα, το οποίο λειτουργεί ως προλογική δήλωση προθέσεων, σηματοδοτώντας, όπως και ο τίτλος της συλλογής, τον λειτουργικό ρόλο της λέξης στην ποιητική τέχνη, την αμφίδρομη σχέση δημιουργού και ποιήματος, καθώς και τη μετουσίωση της λέξης σε ποιητικό λόγο. Ο ποιητής εστιάζει στην αμφίδρομη σχέση μεταξύ λέξης και νοήματος, προσεγγίζοντας τον ποιητικό λόγο ως ένα συμβολικό σύστημα. Σε αυτό το πλαίσιο, γίνεται εμφανής η επιρροή από τη σημειολογική θεωρία του του Ferdinand de Saussure, κατά την οποία το σημαίνον και το σημαινόμενο συνιστούν αδιαχώριστα στοιχεία του γλωσσικού σημείου (Saussure, 1979). Στο ποιητικό σύμπαν του Στεργιούλα, η λέξη υπερβαίνει τον χρηστικό της ρόλο και μεταμορφώνεται σε αγωγό συναισθημάτων, φιλοσοφικών αναζητήσεων και υπαρξιακής ενδοσκόπησης.

Οι λέξεις, και εν γένει ο λόγος, είναι άμεσα συνυφασμένες και συνδεδεμένες με τον ανθρώπινο βίο και την ανθρώπινη υπόσταση. Ο λόγος, ως βασικό εκφραστικό μέσο, αντανακλά συναισθήματα και υπαρξιακές ανησυχίες: χαρά, έρωτα, λύπη, αγωνία, φόβο. Παράλληλα, ο λόγος σκιαγραφεί τις εκφάνσεις της ζωής και του θανάτου. Η λέξη λειτουργεί ως μέσο επικοινωνίας, συγκίνησης και πνευματικής μέθεξης, αποτελώντας τον πυρήνα της ποιητικής δημιουργίας και της ενδοπροσωπικής σύνδεσης των ανθρώπων, ενισχύοντας τον ρόλο της γλώσσας ως κοινωνικού φαινομένου.

Η ποιητική διεργασία περιγράφεται εύγλωττα στο ποίημα της σελίδας 7: «Αυτό το ποίημα είναι σαν / έναν ατέλειωτο χώρο αναμονής / έρχονται λέξεις και αποχωρούν / ανθίζουν λέξεις και μαραίνονται / κανένας όμως δεν μπορεί να πει / ποια πόρτα θα ανοίξει ξαφνικά / πότε θα έρθει η σειρά μας» (σ. 7), όπου διαφαίνεται η πνευματική αγωνία του ποιητή, άρρηκτα συνδεδεμένη με τη σιωπή και το άφατο. Η δημιουργία, όπως δηλώνεται και στο επόμενο ποίημα, είναι απόρροια της σιωπής και της εσωτερικής ανάγκης: «Κι όμως το μεγαλύτερο μυστήριο / δεν είναι ο θάνατος των λέξεων / αλλά η γέννησή τους / η διαρκής τους γέννηση / κάθε φορά που τις καλεί η σιωπή» (σ. 8).

Οι λέξεις, επίσης, στα ποιήματα της συλλογής λειτουργούν ως καταφύγιο του ανθρώπου καθώς «Είναι ωραίο να ζητάς στις λέξεις / αυτό που δεν σου έδωσε η ζωή. / Αλλά μετά, όταν επιστρέφεις, γίνονται όλα δυο φορές πιο δύσκολα» (σ. 9). Η ποιητική λέξη προσεγγίζεται ως φορέας νοήματος, με υπαρξιακές και φιλοσοφικές διαστάσεις, δίνει νόημα στην ανθρώπινη ζωή. Γι’ αυτό και στο ποίημα της σελίδας 16 το ποιητικό υποκείμενο εκφράζει σε πρώτο ενικό ρηματικό πρόσωπο το ερώτημα: «Πολλές φορές αναρωτήθηκα / αν γίνεται να ζήσουμε χωρίς τις λέξεις. / Αφού το μέσα μας τοπίο είναι σκοτεινό / τι θα φωτίσει τους υγρούς του λόγγους;» Και σ’ άλλο ποίημα η εναγώνια κραυγή υποδηλώνεται με «Αυτό το πληγωμένο ωμέγα / που μοιάζει με κραυγή απόγνωσης / στο κέντρο της λέξης «πτώση» / να υποδηλώνει άραγε το τέλος;» (σ. 29).

Σ’ άλλα ποιήματα ο Στεργιούλας περιγράφει τη διαδικασία της ποιητικής δημιουργίας, προσκαλώντας τον/την αναγνώστη/-στρια στο ποιητικό του «εργαστήρι». Η ποιητική διαδρομή και το ταξίδι ενέχει εμπόδια και δυσκολίες, χαρές και έγνοιες, αλλά κι εκπλήξεις. Η σύνθεση ενός ποιήματος αποδίδεται ως διαδρομή απαιτητική αλλά δημιουργική, γεμάτη νοηματικές και αισθητικές αναζητήσεις και εξάρσεις. «Πρώτα κοιτώ το ποίημα από μακριά / κι ύστερα πλησιάζω. / Θέλω το σχήμα του να δω / να έχω γνώση της μορφής του / πριν ρίξει άγκυρα η σκέψη μου / στο σκοτεινό βυθό του» (σ. 26). Σε αυτό το ποίημα διαφαίνεται με σαφήνεια η διάκριση μεταξύ μορφής και περιεχομένου, καθώς ο δημιουργός μελετά τη δομή και τη σύσταση του ποιητικού σώματος πριν εμβαθύνει στα βαθύτερα, υπαρξιακά του στρώματα. Ο λεκτικός πλούτος αποτυπώνεται ποιητικά και αισθητικά μέσω έντονων, συμβολικά φορτισμένων εικόνων. Στη σελίδα 21, ο ποιητής γράφει: «Αν κάθε λέξη ήταν αστέρι / πόσα ποιήματα θα φώτιζαν τον ουρανό! / (Μα η κάθε λέξη είναι ένας πλανήτης / που διαγράφει άγνωστη τροχιά.) Η συγκεκριμένη εικόνα λειτουργεί με μεταφορική πυκνότητα: η λέξη ως «αστέρι» υποδηλώνει τη φωτεινότητα, την έμπνευση, την καθολικότητα της ποιητικής δημιουργίας. Ωστόσο, η μεταστροφή της δεύτερης στροφής («η κάθε λέξη είναι ένας πλανήτης…») εισάγει έναν υπαρξιακό και κοσμολογικό προβληματισμό· κάθε λέξη απομονώνεται, διαθέτοντας τη δική της, απρόβλεπτη διαδρομή. Ο ποιητής υπογραμμίζει έτσι τη μοναδικότητα και την εσωτερική πολυπλοκότητα κάθε λέξης, που δεν υπακούει σε μια σταθερή, προδιαγεγραμμένη τροχιά, αλλά εξελίσσεται αυτόνομα, ακριβώς όπως το νόημα μέσα σε διαφορετικά ποιητικά συμφραζόμενα. Η αστρονομική μεταφορά παραπέμπει, επίσης, στην απροσδιοριστία του γλωσσικού νοήματος —μια έννοια που αναδεικνύεται σε πολλές σύγχρονες θεωρίες της γλώσσας και της λογοτεχνίας (Derrida, 1990). Ο Στεργιούλας δεν αντιλαμβάνεται τη γλώσσα ως εργαλειακό μέσο, αλλά ως ένα διαρκώς μετακινούμενο σύμπαν, όπου κάθε λέξη είναι ένα αυτόνομο, εν δυνάμει ανεξιχνίαστο σώμα.

Η σχέση του ανθρώπου με τη λέξη παρουσιάζεται ως πολυσχιδής και προσωπική στα Ακραία Λεκτικά Φαινόμενα. Έτσι, «Ο κάθε άνθρωπος έχει τις λέξεις του. / Άλλοι τις ξοδεύουν, άλλοι τις σωρεύουν / κι άλλοι τις χρησιμοποιούν με μέτρο» (σ. 23). Η ποικιλία στη χρήση του λόγου αντανακλά τις ατομικές ιδιοσυγκρασίες, την ψυχική ωρίμανση και την ηθική ή συναισθηματική συγκρότηση κάθε ανθρώπου. Η λέξη, επομένως, αποκτά χαρακτήρα βιωματικό — είναι ταυτόχρονα ιδιοκτησία και αντανάκλαση του προσώπου. Ακόμα πιο έντονη είναι η σύνδεση της λέξης με τη μνήμη και το συναίσθημα, καθώς μια «τυχαία» λέξη μπορεί να λειτουργήσει ως αφυπνιστικός μηχανισμός για ένα εσωτερικό παρελθόν: «Ακούω μια τυχαία λέξη / και μέσα μου ανασταίνονται / λέξεις που έχουν ξεψυχήσει από καιρό.» (σ. 25). Η λέξη εδώ παύει να είναι στατική· γίνεται ενεργοποιητής ανάκλησης, συναισθηματικής φόρτισης και μνημονικού αναστοχασμού, θυμίζοντας την πλατωνική ανάμνηση (ἀνάμνησις), την ιδέα ότι η γνώση και η συνείδηση προκύπτουν μέσω εσωτερικής αφύπνισης. Η προσωπική αυτή σχέση κορυφώνεται όταν ο λόγος μεταπλάθεται σε ποιητικό λόγο. Στη σελίδα 29, ο ποιητής αποδίδει με τρυφερότητα σχεδόν ερωτική την οικείωση με το ποίημα, επιβεβαιώνοντας την εσωτερική συνύπαρξη δημιουργού και δημιουργήματος: «Μ’ αυτό το ποίημα πλαγιάσαμε μαζί / άπειρες νύχτες του χειμώνα. / Την ώρα που έσβηνα το φως / το αγκάλιαζε η σκέψη μου / κι ύστερα ένιωθα την κάθε λέξη του / να με χαϊδεύει μέσα στο σκοτάδι.» (σ. 29). Το ποίημα προσωποποιείται, αποκτώντας σωματικότητα και συναισθηματική παρουσία. Η επαφή με τον ποιητικό λόγο συνιστά πράξη βαθιάς συνύπαρξης και αμοιβαίας κατοίκησης: η λέξη κατοικεί στον ποιητή όσο κι εκείνος στη λέξη. Πρόκειται για έναν διάλογο ύπαρξης, μέσα στον οποίο η γλώσσα δεν υπηρετεί απλώς το βίωμα, αλλά το συγκροτεί, το φωτίζει και το διασώζει.

Η συλλογή Ακραία Λεκτικά Φαινόμενα συνιστά ένα ολοκληρωμένο ποιητικό σύμπαν, στο οποίο η λέξη αποτελεί τόσο πρωταρχικό δομικό υλικό όσο και τελικό ερμηνευτικό στόχο. Ο Διονύσης Στεργιούλας προσφέρει ένα έργο αυτοαναφορικό, στοχαστικό και βαθιά ανθρωποκεντρικό, όπου η γλώσσα και η ποίηση προβάλλουν ως μέσα κατανόησης και μετασχηματισμού του εσωτερικού κόσμου του ανθρώπου. Η λέξη, στον κόσμο του ποιητή, αποκτά ουσιώδη σημασία: γεννιέται μέσα από τη σιωπή, διασώζει μνήμες, λειτουργεί ως καταφύγιο και αναπλάθει το εσωτερικό τοπίο του ανθρώπου. Η σχέση δημιουργού και ποιητικού λόγου παρουσιάζεται ως μια διαδικασία συνεχούς πνευματικής αγωνίας, βαθιάς ενσυναίσθησης και μεταφυσικής αναζήτησης. Ο ποιητής αναμετριέται με τη λέξη —την πλάθει, την εσωτερικεύει, τη βιώνει— και ταυτόχρονα προβάλλει την πολυσημία της, τη δυναμική της τροχιά μέσα στο ποιητικό σύμπαν. Ο/Η αναγνώστης/-στρια δεν παραμένει αμέτοχος/-η: καλείται να συμμετάσχει σε αυτή τη διαδικασία, να αφουγκραστεί τον εσωτερικό ρυθμό των λέξεων και να συνδεθεί βιωματικά με τη δύναμη του ποιητικού λόγου. Έτσι, η ποίηση καθίσταται πράξη μέθεξης — μια «λεκτική εμπειρία» που ενώνει το ανθρώπινο με το ποιητικό, το ατομικό με το συλλογικό.

Νίκη Μισαηλίδη 

 

 Βιβλιογραφία

  • Derrida J., (1990). Περί Γραμματολογίας, μτφρ. Κωστής Παπαγιώργης. Αθήνα: ΓΝΩΣΗ
  • SaussureFde (1979). Μαθήματα Γενικής Γλωσσολογίας, μτφρ. Φ. Δ. Αποστολόπουλος. Αθήνα: Παπαζήσης.
  • Στεργιούλας, Δ. (2025). Ακραία Λεκτικά Φαινόμενα, Αθήνα: Νησίδες.

Πέμπτη 31 Ιουλίου 2025

Το θαύμα του γραπτού λόγου


Ο Κωνσταντής εδούλευε και ρόγα δεν επήρεν,
μα όσο και για τη ρόγα του, εφίλει την κυρά του,
κι όσα φιλήματα της κρούει, στο μάρμαρο τα γράφει.
Κι ο βασιλιάς επέρασε, στο μαύρο καβαλάρης,
το μαύρο του γονάτισε, τα γράμματα ανεγνώθει:
Γράμματα που σας έγραψε, καημό μεγάλον είχε,
κι εγώ που σας εδιάβασα,
καημό μεγάλο πήρα!

Έχει δημοσιευθεί με τον τίτλο «Η μαρτυρία του μαρμάρου» (Άγις Θέρος, Τα τραγούδια των Ελλήνων, Α', Αθήνα, Αετός, 1951, σ. 227). Αν δεν ήταν δημοτικό τραγούδι, θα μπορούσε να είναι ένα θεωρητικό κείμενο για τη γραφή, την ανάγνωση και τη λογοτεχνία. Η ανταμοιβή ενός εργάτη ή υπηρέτη δεν είναι στη συγκεκριμένη περίπτωση η «ρόγα», δηλαδή ο μισθός και οι οικονομικές απολαβές, αλλά η ερωτική σχέση με τη γυναίκα που του παρέχει εργασία. Πιθανώς ή προφανώς αυτό είναι κάτι που το επιθυμεί και ο ίδιος. Γι αυτό και αποδέχεται την άτυπη συμφωνία. Το πάθος και ο πόθος του όμως δεν καταλαγιάζουν με όσα συμβαίνουν μεταξύ τους, ίσως για τον επιπλέον λόγο ότι γίνονται εν κρυπτώ. Αισθάνεται την ανάγκη να τα γράψει ή να τα χαράξει σε κοινή θέα πάνω στην πέτρα. Με σημερινή ορολογία θα χρησιμοποιούσαμε τον όρο «βιωματική λογοτεχνία».

Από το σημείο περνά ο βασιλιάς πάνω στο άλογό του, που γονατίζει μπροστά στο κείμενο. Κατά κάποιον τρόπο ο βασιλιάς, τον οποίο συνήθως οι υπήκοοι προσκυνούν, προσκυνά εδώ το κείμενο, ή αλλιώς τη γοητεία του γραπτού λόγου, που υπερβαίνει σε αυτήν την περίσταση την κοσμική εξουσία που ο ίδιος διαθέτει. Και ο «καημός» του Κωνσταντή, του άμισθου ερωτευμένου υπηρέτη, γίνεται και δικός του καημός. Ο αναγνώστης μετέχει, μέσω του κειμένου, στα συναισθήματα του δημιουργού και νιώθει ό,τι ένιωθε και ο ήρωας του τραγουδιού όταν «εφίλει την κυρά του». Δεν αποκλείεται να ξυπνούν μέσα του και παρόμοιες μνήμες.

Τα στάδια επομένως από τα οποία διέρχεται η αφήγηση είναι τα εξής: ισχυρό (ερωτικό) βίωμα, αποτύπωση σε γραπτό κείμενο, ανάγνωση, πρόκληση συγκίνησης. Όλα αυτά δίνονται με εξαιρετικά απλό και σύντομο τρόπο, σε μόλις επτά στίχους, μέσω της χρήσης μιας ιστορίας που εν μέρει θυμίζει παραμύθι. Στο ένα άκρο ο άμισθος υπηρέτης και στο άλλο ένας βασιλιάς. Ανάμεσά τους ένα κείμενο που αναφέρεται στον έρωτα και φέρνει κοντά αυτούς τους δύο. Στη χώρα της γραφής αμβλύνονται οι ανθρώπινες αντιθέσεις.

Συχνά διαχωρίζονται οι προ της γραφής και της ανάγνωσης κοινωνίες από τις αμέσως μεταγενέστερες, που είχαν ενσωματώσει στις δομές τους τη χρήση του γραπτού λόγου. Το δημοτικό αυτό τραγούδι μοιάζει να έχει δημιουργηθεί στο πλαίσιο μιας κοινωνίας στην οποία υπερισχύει η προφορικότητα, αλλά ξαφνικά έρχεται αντιμέτωπη με το θαύμα της γραφής και με τη συγκινησιακή χρήση του γραπτού λόγου. Ο βασιλιάς εντυπωσιάζεται και συγκινείται με όσα διαβάζει. Εκείνος όμως που μένει εκστατικός μπροστά στην αντίδραση του βασιλιά και στην όλη σκηνή είναι ο αόρατος παρατηρητής, ο αφηγητής, πιθανώς ένας λαϊκός άνθρωπος που δεν γνωρίζει γραφή και ανάγνωση, για λογαριασμό του οποίου μιλά ο δημιουργός του τραγουδιού.

Μία ακόμη ερμηνεία, που θα μπορούσε να προβληθεί στο ποίημα, προκύπτει από την αντιστροφή της αλληλουχίας: Δεν είναι μόνο ο βασιλιάς αναγνώστης, αλλά και ο αναγνώστης είναι «βασιλιάς». Ο αναγνώστης που μπορεί να αισθανθεί σε βάθος ένα κείμενο και διαβάζοντάς το να νιώσει εσωτερική ικανοποίηση ανάλογη με εκείνη του ανθρώπου που το έγραψε, έχει και αυτός κάποιου είδους «υπέρτατη εξουσία».

Διονύσης Στεργιούλας

[Πρώτη δημοσίευση στο περιοδικό Η οδοντωτός, τόμος 2, 2024]

Κυριακή 29 Ιουνίου 2025

Συμβαίνει σπάνια (ποίημα)

Μπορεί να βρίσκεσαι τώρα στο τέλος
αλλά θα είσαι πρωτοπόρος
όταν αρχίσει ο χρόνος να κυλά αντίστροφα.
Συμβαίνει σπάνια, αλλά συμβαίνει
τα σύννεφα να γίνονται υδρατμοί
τα ποιήματα να διασπώνται στις λέξεις τους
οι σκέψεις να επιστρέφουν στις πηγές τους
κι ο κόσμος σου να συρρικνώνεται
σ εκείνο το αρχικό σημείο.
Συμβαίνει σπάνια, αλλά συμβαίνει
το είδωλο τού μέσα σου καθρέφτη
στον έξω κόσμο να προβάλλεται
και καθρέφτης να γίνεται το σύμπαν
αντανακλώντας κάθε σκέψη σου.

 

[πρώτη δημοσίευση: περ. Θευθ, τχ. 21, Ιούνιος 2025] 

Τετάρτη 7 Μαΐου 2025

Βιβλιοπαρουσιάσεις στην 21η ΔΕΒΘ

 

21η Διεθνής Έκθεση Βιβλίου Θεσσαλονίκης

          Α[Ι]νθρώπινη Δημιουργικότητα

                   8-11 Μαΐου 2025

  ___________Τιμώμενη χώρα ΙΤΑΛΙΑ__________

 

Σάββατο 10 Μαΐου | 11:00-12:00

Αίθουσα Μανόλης Αναγνωστάκης | Περίπτερο 15

 

Παρουσίαση της αυτοβιογραφίας του Γιώργου Χρονά

Το όνομά μου είναι Γιώργος Χρονάς

(Εκδόσεις Οδός Πανός, Αθήνα 2024)

 

Για το βιβλίο μιλούν οι:

-Διονύσης Στεργιούλας, συγγραφέας

-Κωνσταντίνος Μπούρας, ποιητής-κριτικός-μεταφρασεολόγος-μέλος Δ.Σ. του ΕΛ.Ι.ΒΙ.Π.

-Λουκάς Δ. Παπαδάκης, συγγραφέας

-Τζίνα Καρβουνάκη, συγγραφέας-μεταφράστρια

 

================================================

 

Κυριακή 11 Μαΐου | 11:00-12:00

Αίθουσα Μανόλης Αναγνωστάκης | Περίπτερο 15

 

Παρουσίαση της ποιητικής συλλογής του Λουκά Δ. Παπαδάκη Υπέρ Μαργίτη (Α' - ΙΗ')

(Εκδόσεις Οδός Πανός, Αθήνα 2019)

 

Στην εκδήλωση συμμετέχουν οι:

-Λουκάς Παπαδάκης

-Διονύσης Στεργιούλας, συγγραφέας-κριτικός

-Γιώργος Χ. Θεοχάρης, ποιητής-εκδότης του περιοδικού Εμβόλιμον

-Γιώργος Χρονάς, ποιητής-εκδότης



Παρασκευή 28 Φεβρουαρίου 2025

Λογοτεχνική ποιότητα και θεολογικό βάθος

[Για το βιβλίο του Αλέξανδρου Κοσματόπουλου, Τώρα και πάντοτε: Σημειώσεις στις Γραφές του Ισαάκ του Σύρου, Εκδόσεις Αθανασίου Αλτιντζή, Θεσσαλονίκη 2024]


Υπάρχουν βιβλία που σε διαβάζουν καθώς τα διαβάζεις. Ξεκινάς την ανάγνωση και μετά από λίγο αισθάνεσαι ότι έχεις εμπλακεί σε μια συναρπαστική πνευματική περιπέτεια. Το βιβλίο του Αλέξανδρου Κοσματόπουλου Τώρα και πάντοτε: Σημειώσεις στις Γραφές του Ισαάκ του Σύρου μοιάζει να γράφτηκε από μοναχό για άλλον μοναχό. Μεταξύ των δύο συνομιλητών μεσολαβεί χρονικό χάσμα δεκατεσσάρων αιώνων, το οποίο με άγνωστο τρόπο εδώ καταργείται. Στους αναγνώστες δημιουργείται η αίσθηση ότι τα δύο πρόσωπα συνομιλούν φιλικά στην αυλή ή στους εξωτερικούς χώρους ενός μοναστηριού κατά τη διάρκεια ενός περιπάτου. Δεν πρόκειται όμως μόνο για διάλογο, αλλά και για ερμηνεία, ανάλυση, επαναδιατύπωση και στοχασμό με αφορμή το έργο του Ισαάκ.


Τα κείμενα της ησυχαστικής παράδοσης, χωρίς να αποκόπτονται από τις πνευματικές και θεολογικές τους αναφορές, αποκτούν διαρκώς νέο περιεχόμενο όταν τα διαβάζει ο αναγνώστης της εποχής μας. Και επιπλέον κατά την ανάγνωση αποκτούν και έναν χαρακτήρα προσωπικό, σαν να απευθύνονται στον κάθε αναγνώστη ξεχωριστά. Τα περισσότερα γράφτηκαν από ανθρώπους που με τα κοσμικά κριτήρια και δεδομένα θα χαρακτηρίζονταν τουλάχιστον παράξενοι και ιδιόρρυθμοι, αφού συχνά επέλεγαν να ζουν σε δάση, βουνά, γκρεμούς και σπηλιές, ακόμη και πάνω σε στύλους, ανοίγοντας κυριολεκτικά και μεταφορικά νέους δρόμους μέσα στην έρημο. Κατά τον Κοσματόπουλο, που συμφωνεί στο θέμα αυτό με έναν Ρώσο ασκητή των αρχών του εικοστού αιώνα, η ησυχαστική παράδοση έχει εν μέρει μεταφερθεί σήμερα στις πόλεις. Πολλά μοναστήρια έχουν γίνει πολυσύχναστοι τόποι με εκατοντάδες επισκέπτες καθημερινά, διασώζοντας βεβαίως, ακόμη και έτσι, τα νήματα και τα νοήματα μιας αρχαίας παράδοσης. Το γεμάτο βιβλία δωμάτιο ενός σύγχρονου διαμερίσματος μπορεί να αποτελέσει, σε ορισμένες περιπτώσεις και υπό προϋποθέσεις, χώρο απομόνωσης, περισυλλογής, ησυχίας, προσευχής και πνευματικής αναζήτησης. Πράγμα δύσκολο αλλά εφικτό.

Στη συντριπτική τους πλειονότητα τα ιερά και τα πατερικά κείμενα, και όχι μόνο τα γραπτά του Ισαάκ, είναι και σημαντικά λογοτεχνικά έργα και εντάσσονται οργανικά στις γραμματολογίες των διαφόρων λαών. Οι νεότεροι θεολόγοι συχνά παραβλέπουν αυτήν τη διάσταση και τα αντιμετωπίζουν ως κείμενα αμιγώς θεολογικά, με αποτέλεσμα να αφαιρούν από το ειδικό βάρος τους. Σε ορισμένες μάλιστα περιπτώσεις, όπως στον Ακάθιστο Ύμνο, λογοτεχνική ποιότητα και θεολογικό βάθος είναι τόσο αλληλένδετα, ώστε επί της ουσίας να αποτελούν σχεδόν ένα και το αυτό.

Πώς όμως και γιατί ένας γνωστός και κατά γενική ομολογία ποιοτικός πεζογράφος περνά από τη λογοτεχνική γραφή στη σύνθεση κειμένων που άπτονται της θεολογίας ή και στην ερμηνεία ιερών κειμένων, όπως της Αποκάλυψης; Κατά μία άποψη, ίσως και έτσι παραμένει πεζογράφος. Ίσως δηλαδή πρόκειται απλώς για ανορθόδοξη και προχωρημένη εκδοχή του πεζογραφικού του έργου. Και πράγματι παραμένει πεζογράφος. Υποψιάζομαι όμως ότι πρόκειται για κάτι πολύ πιο βαθύ και πιο ουσιαστικό, κάτι σαν το εσωτερικό «κάλεσμα» που είχαν νιώσει πολλοί μοναχοί, λίγο πριν εγκαταλείψουν έναν αναμενόμενο τρόπο ζωής και ένα προκαθορισμένο πλαίσιο πραγμάτων. Με τη διαφορά ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση το «κάλεσμα» είναι διαρκές και κρατά περισσότερο από μισό αιώνα. Οι συζητήσεις με τον άγιο Παΐσιο και η στενή πνευματική γνωριμία του συγγραφέα μαζί του – ήδη από το 1971 – έπαιξαν οπωσδήποτε τον ρόλο τους. Κατά τη γνώμη μου, η αιτία που τον οδήγησε στον άγνωστο τότε μοναχό Παΐσιο είναι η ίδια αιτία που τον οδήγησε αργότερα στη λογοτεχνία και στη μελέτη των ιερών κειμένων, ψάχνοντας πάντα την απάντηση και τη θεραπεία στο αίσθημα απόγνωσης που κατά τον ίδιο για πολλά χρόνια τον συνόδευε.

Ο συγγραφέας, εκκινώντας από τους Λόγους του Ισαάκ, αναφέρεται στον «άνθρωπο του μοναχικού πένθους» (σ. 129), ο οποίος «δεν υπόκειται σε καμιά συλλογική συμπεριφορά», αφού «η παντοδυναμία της συλλογικής συμπεριφοράς δεν τον αγγίζει». Εδώ βρίσκεται και μια ουσιαστική διαφορά του Κοσματόπουλου με τον φίλο και κουμπάρο του Νίκο Γαβριήλ Πεντζίκη. Στον δεύτερο το πλαίσιο, το περιβάλλον, ανθρώπινο, υλικό και πολιτισμικό, καθώς και το αποτύπωμα της Ιστορίας, και κυρίως ο λόγος, παίζουν τον κύριο ρόλο, ενώ για τον πρώτο στο επίκεντρο βρίσκονται ο εσωτερικός άνθρωπος, η απομάκρυνση από τους πολλούς, η σιωπή και η πεποίθηση ότι εάν δεν αλλάξουμε μέσα μας, τίποτα δεν θα αλλάξει. Ενώ ο λόγος είναι το μέσο για να εκφραστεί «μια κατάσταση εσωτερική» (σ. 11). Για τον Πεντζίκη, το έργο του οποίου βρίθει πραγματολογικών αναφορών, η εστίαση στο «εγώ» είναι πηγή μόνο προβλημάτων. Με αποτέλεσμα στα κείμενά του το πλαίσιο να καταλαμβάνει το κενό που προκύπτει από το καταργημένο «εγώ». Στον Κοσματόπουλο αυτό το επιφανειακό «εγώ» είναι ούτως ή άλλως άνευ σημασίας, αφού δεν έχει καμιά υπόσταση. Υπόσταση αποκτά μόνο ο άνθρωπος που έχει γνωρίσει τον εαυτό του. Έτσι, έννοιες όπως η μόνωση, η ταπείνωση και η ησυχία αποκτούν ουσιώδες περιεχόμενο. «Χριστιανισμός» κατά τον Κοσματόπουλο «σημαίνει την απόκτηση αυτής της βαθιάς εσωτερικής γνώσης» (σ. 130), οδό που θα πρέπει να δείχνει και η «επίσημη Εκκλησία», επειδή διαφορετικά, όπως γράφει, «θα καταστεί ένα στείρο εξάρτημα του πεπτωκότος κόσμου, που μπορεί να την τιμούν και να τη σέβονται, αλλά δεν θα σώζει κανέναν» (σ. 130).

Η ταπείνωση, η αγάπη και η ελευθερία, τρεις λέξεις που επαναλαμβάνονται στο βιβλίο, είναι καθοριστικές του τρόπου με τον οποίο ο συγγραφέας αντιλαμβάνεται τα γραπτά και τη σκέψη του Ισαάκ. Η ταπεινοφροσύνη, όταν οφείλεται σε συνειδητή επιλογή και όχι στην ψυχοσύνθεση ή στον εκ φύσεως χαρακτήρα ενός πιστού, ορίζεται ως μέγιστη αρετή και η απομάκρυνση από τους ανθρώπους ως οδός σωτηρίας. Διαβάζοντας το βιβλίο ξαναθυμόμαστε τη φράση πολλών ασκητών «Φεύγε τους ανθρώπους και σώζεσαι» (Απομακρύνσου από τους ανθρώπους και θα σωθείς). Διαβάζουμε ακόμη ότι «Η αμαρτία είναι καρπός της ελεύθερης βούλησης» (σ. 166), αλλά και απόψεις του Ισαάκ που ίσως θεωρηθούν σήμερα εξεζητημένες, αλλά και εξαιρετικά σύγχρονες, όπως ότι οι πρωτόπλαστοι εκδιώχθηκαν από τον Παράδεισο εξαιτίας της αγάπης του Θεού: όχι για να τιμωρηθούν, αλλά για να τους προσφέρει ολόκληρη τη γη (σ. 173).

Για τον Ισαάκ ο Θεός δεν τιμωρεί ούτε εκδικείται. Αυτές είναι ανθρώπινες συμπεριφορές. Τιμωρία – κατά τον ησυχαστή – είναι για έναν άνθρωπο η αίσθηση ότι δεν μπόρεσε να φανεί αντάξιος της αγάπης του Θεού ή ότι πρόδωσε αυτήν την αγάπη. Ενδιαφέρον παρουσιάζει και η άποψή του ότι οι μεγάλες δυσκολίες που περνούν πολλοί άνθρωποι δεν αποτελούν ανταπόδοση για προηγούμενες αμαρτίες τους, αλλά προκαταβολικό αντιστάθμισμα για όσα ευχάριστα θα ακολουθήσουν.

Σε όλη την έκταση του βιβλίου ο Κοσματόπουλος μάς θυμίζει ότι, για όποιο θέμα και αν γράφει, παραμένει λογοτέχνης. Όταν αναφέρεται σε έννοιες όπως η ταπείνωση, η συντριβή, η απόγνωση και το «μοναχικό πένθος» έρχεται στον νου του αναγνώστη το έργο της ποιήτριας Ζωής Καρέλλη, με την οποία φαίνεται ότι, εκτός από τη μακρόχρονη προσωπική γνωριμία τους, υπάρχει και ιδιαίτερη εκλεκτική συγγένεια. Για παράδειγμα, η διατύπωση «Η σιωπή είναι λόγος ακέραιος» (σ. 145) θα μπορούσε να είναι αντιπροσωπευτικός στίχος της Καρέλλη.

Η ανθρώπινη εμπειρία δεν αποτελεί παρά σύνολο πλίνθων και κεράμων ατάκτως ερριμμένων, ως τη στιγμή που αυτές οι σκόρπιες εικόνες, τα σκόρπια λόγια, θα ενωθούν σε ένα σχήμα και σε ένα σώμα. Αλλά και πάλι οι απαντήσεις δεν έρχονται εύκολα ούτε είναι αυτονόητες. «Όποιον δρόμο και αν ακολουθήσεις, δεν θα βρεις τα πέρατα της ψυχής», έγραψε πριν χιλιάδες χρόνια ο σοφός Ηράκλειτος. Ο Ισαάκ ο Σύρος έψαξε να βρει μέσα του τις απαντήσεις. Τον συνόδευαν στην πορεία αυτής της αναζήτησης η μεγάλη του πίστη, η μελέτη, η διαρκής προσευχή και μια μοναδική ευαισθησία. Στοχάστηκε γύρω από το μυστήριο του θανάτου, προσπαθώντας με αυτόν τον τρόπο να κατανοήσει το μυστήριο της ζωής. Το «Έν» των νεοπλατωνικών φιλοσόφων είναι η κατάληξη μιας μεγάλης διαδρομής του φιλοσοφικού λόγου, αλλά βρίσκεται και κοντά στην αρχή της μυστικής θεολογίας και της ησυχαστικής σκέψης, που προχωρούν αρκετά βήματα πιο πέρα από τον λαϊκό μονοθεϊσμό της Παλαιάς Διαθήκης. Ίσως, όσο η ανθρώπινη νόηση εξελίσσεται και μεταμορφώνεται, τόσο το μυστήριο του Θεού προσεγγίζεται από διαφορετικές οπτικές γωνίες, χωρίς ωστόσο να μπορούμε να αγγίξουμε την ουσία αυτού του μυστηρίου.

Με το Τώρα και πάντοτε ο Κοσματόπουλος δεν γράφει μια μελέτη για τον Ισαάκ τον Σύρο, αλλά ένα κείμενο αγάπης, ως ανταπόδοση σε έναν άνθρωπο από τον οποίο ευεργετήθηκε. Πολλές από τις διατυπώσεις του έχουν, εκτός από ιδιαίτερη πυκνότητα και ποιότητα, και μια υφή αξιωματικού λόγου, που γίνεται αποδεκτός χωρίς την ανάγκη επιπλέον επιχειρηματολογίας. Το βιβλίο διαθέτει πνευματική ουσία και προσφέρει αναγνωστική απόλαυση. Πεποίθησή μου είναι ότι πριν πάρει τη θέση του στις θεολογικές βιβλιογραφίες, θα έχει ήδη βρει τη θέση του στις καρδιές των αναγνωστών. 

Δ.Σ.

[Δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ, 15.12.2024]