όμως κάτω από το χιόνι
ακούει κανείς μιαν άλλη σιωπή
πιο πένθιμη, πιο βαθιά, πιο διαρκή»
[Διονύσης Στεργιούλας | αναδημοσίευση από το περιοδικό ΚΟΥΚΟΥΤΣΙ, τεύχος 5, σελ. 113-114]
Θεωρούσα πάντα το ποιητικό έργο του Νίκου Καββαδία εξαιρετικά σημαντικό, από όποια οπτική γωνία και αν το έβλεπε κανείς. Μία τόσο μεγάλη απήχηση σε βάθος τόσων δεκαετιών και μία ευρύτατη αποδοχή από ανθρώπους όλων των ηλικιών, ανεξάρτητα από το μορφωτικό τους επίπεδο, δεν μπορεί να οφείλονται σε τυχαίους παράγοντες. Κυρίως όμως μου έκανε εντύπωση η προσωπική σχέση που συνήθως αναπτύσσει ο αναγνώστης με τα ποιήματα αυτά και με τον μύθο που υπηρετούν, τον μύθο της θάλασσας, του ταξιδιού και της αναζήτησης. Πρόκειται για μία ιδέα παγκόσμια και διαχρονική, που ο Carl Jung θα ονόμαζε «αρχέτυπο». Ο Καββαδίας, μιλώντας για φανταστικά ή πραγματικά ταξίδια, μάς κάνει κοινωνούς αυτής της αρχέτυπης δομής και μας υποβάλλει έμμεσα την ακόμη ευρύτερη ιδέα της άνευ όρων ελευθερίας, της μόνης αίσθησης που μπορεί δυνητικά να υπερβεί τις «θολές γραμμές των οριζόντων».
Προσωπικά προτιμώ τις συλλογές που ακολούθησαν τη Μαρία Νεφέλη, όταν ο ποιητής δεν εντυπωσιάζει πλέον μόνο με τις λέξεις αλλά και με τη σκέψη του. Μπορώ όμως να καταλάβω όλους εκείνους που θαυμάζουν τον Ελύτη του Άξιον εστί και των Προσανατολισμών. Στα Ελεγεία της Οξώπετρας (1991), στο Δυτικά της λύπης (1995) και σε άλλες συλλογές της ίδιας περιόδου, η στροφή στον εσωτερικό κόσμο και σε θέματα φιλοσοφικά και υπαρξιακά είναι νομίζω εμφανής. Υπό αυτήν την έννοια η Μαρία Νεφέλη αποτελεί έναν σταθμό μεταξύ των δύο τάσεων που κυριάρχησαν στο έργο του.
Με την έλευση της δικτατορίας και την αυτοεξορία του στο Παρίσι λίγο μετά τον Μάη του '68, ο Ελύτης έρχεται αντιμέτωπος με τα ρεύματα του ευρωπαϊκού πνεύματος αλλά και με τον ίδιο του τον εαυτό. Διαπιστώνει πως αυτό που ο ίδιος θεωρούσε για χρόνια πρωτοπορία και επαναστατική στάση ζωής, δηλαδή ο ελληνικός υπερρεαλισμός, είναι ένα μείγμα ελεύθερης σκέψης, καλών προθέσεων και καλών ποιημάτων, αλλά ταυτόχρονα χαρακτηρίζεται από γραφικότητα, ευρωπαϊκό επαρχιωτισμό, ίσως ακόμη και εθνικισμό. Διαπιστώνει ότι ο κύκλος του διαλόγου για το περιεχόμενο του όρου ελληνικότητα, που άνοιξε η Γενιά του τριάντα και απασχόλησε τους Έλληνες διανοούμενους όσο ελάχιστα άλλα ζητήματα, κλείνει με τον χειρότερο τρόπο. Κλείνει με την απόλυτη γελοιοποίηση, από την πλευρά της δικτατορίας, των όρων ελληνικότητα και παράδοση. Ένα ερώτημα και ένα θέμα που έμοιαζε να είναι πρωταρχικής σημασίας για αριστερούς και δεξιούς, υπερρεαλιστές και συντηρητικούς, αποδεικνύεται εκ των υστέρων ως ένα ακόμη ιδεολόγημα. Όλοι, με εξαίρεση ίσως κάποιους ποιητές της Θεσσαλονίκης, τον Εμπειρίκο, τον Νικόλα Κάλας και ελάχιστους άλλους, ήθελαν για χρόνια να αποδείξουν ότι εκφράζουν καλύτερα, σε σύγκριση με τους υπόλοιπους, την ελληνικότητα στο έργο τους. Στην πορεία όμως απορροφήθηκαν τόσο από την προσπάθεια αυτή, που ξέχασαν την παράδοση του Σολωμού, του Καβάφη και του Καρυωτάκη. Οι πρώτοι μεταπολεμικοί ποιητές, που βάδισαν σε μια άλλη οδό, άργησαν να γίνουν γνωστοί στο ευρύ κοινό. Ο Σεφέρης, ενώ ασχολήθηκε ερευνητικά ή σε επίπεδο δοκιμίων με το ζήτημα της ελληνικότητας, όταν γράφει ποίηση το χρησιμοποιεί μόνο ως πρόσχημα και μας πηγαίνει κατευθείαν στα βαθιά. «Τρεις βράχοι, λίγα καμένα πεύκα» και αμέσως μετά ο άνθρωπος του καιρού του αντιμέτωπος με τα μεγάλα αδιέξοδα. Πιστεύω ότι αν ο Ελύτης δεν διέθετε φιλοσοφικό υπόβαθρο αλλά και ένα μεγάλο απόθεμα ποιητικού ταλέντου, θα είχε καταποντιστεί από πολύ νωρίς στα ιδεολογήματα που στοίχειωσαν τη γενιά του.
Ο Ελύτης, έχοντας ως σαφές πρότυπο τον Σολωμό, προσπάθησε από νωρίς να δημιουργήσει ποίηση που να στηρίζεται στην Ιδέα, χωρίς όμως να είναι ιδεαλιστής όπως ο Σολωμός. Ο Ελύτης, στην πραγματικότητα, αρχίζει να στρέφεται στον ιδεαλισμό μετά τη Μαρία Νεφέλη, δηλαδή όταν όλα δείχνουν ότι η ποίησή του οδηγείται σε μία πεζότητα. Ο έρωτας, στη Μαρία Νεφέλη, δεν αφορά μόνο το κορμί ή τα μάτια της αγαπημένης, αλλά είναι μια αναμέτρηση με τα άδυτα του εαυτού. Η πορεία που αρχίζει με το έργο αυτό, θα συνεχιστεί ως το τέλος. Ο Ελύτης θα απομακρυνθεί, φαινομενικά τουλάχιστον, από τον υπερρεαλισμό και σε κάποια από τα τελευταία πεζά του θα προσεγγίσει τον φιλοσοφικό λόγο. Στα ποιήματά του, αντίστοιχα, θα γίνουν σαφείς οι επιδράσεις του ρομαντισμού. Όλα δείχνουν ότι με τον καιρό ακολουθεί πλέον την εσωτερική του φωνή απαλλαγμένος από ιστορικούς περιορισμούς ή άλλες εμμονές των ποιητών της Γενιάς του τριάντα. Τα διδάγματα του Σολωμού παίρνουν πλέον, στα τελευταία του πεζά και ποιήματα, οριστική θέση και δεν θα ήταν υπερβολή αν έλεγε κανείς ότι μπροστά στον ώριμο Ελύτη έργα όπως το Άσμα ηρωικό και πένθιμο για τον χαμένο ανθυπολοχαγό της Αλβανίας μοιάζουν με απλές ασκήσεις ύφους.
Πριν όμως από τη Μαρία Νεφέλη ο Ελύτης είχε δημιουργήσει ένα άλλο ποίημα-σταθμό, το έργο που του χάρισε (με τη συμβολή και της μουσικής του Μίκη Θεοδωράκη) την παγκόσμια αναγνώριση και το Βραβείο Νόμπελ. Το Άξιον εστί είναι ένα έργο συνθετικό, με στοιχεία από την εκκλησιαστική υμνογραφία, με εκφράσεις υπερρεαλιστικές, με αναφορές στις διάφορες περιόδους της ιστορίας του ελληνισμού. Το Άξιον εστί γράφτηκε πάνω σε ένα σχέδιο που προϋπήρχε και φαίνεται ότι απασχόλησε τον ποιητή όσο κανένα άλλο έργο του. Υπάρχει η μαρτυρία ότι αφιέρωσε δώδεκα χρόνια στη σύνθεσή του (1948-1959) προσπαθώντας να μετουσιώσει τα βιώματα μιας ολόκληρης εποχής σε ποίηση. Ο δημιουργός υποτάσσει το ταλέντο του στη μορφή και μένει πιστός στο σχήμα, δίνοντας ένα έργο με απόλυτη δόμηση, ταυτόχρονα όμως με μεγάλες στιγμές ελευθερίας. Ό,τι τον είχε απασχολήσει από τη δεκαετία του 1930 και μετά, βρίσκεται εδώ σαν καταστάλαγμα της ποιητικής του εμπειρίας και την μελέτης τόσων δεκαετιών. Με το έργο αυτό ο Ελύτης κλείνει τους λογαριασμούς του με τη Γενιά του τριάντα και θα μπορούσε πλέον, αποδεσμευμένος από αυτήν τη σχέση, να αντιμετωπίσει τον κόσμο και την ποίηση διαφορετικά, ακούγοντας άλλες φωνές και ακολουθώντας άλλους δρόμους, που είχε απωθήσει στο παρελθόν. Θα περάσουν ωστόσο αρκετά χρόνια ακόμη για να συμβεί αυτό. Οι συλλογές που δημοσιεύτηκαν αμέσως μετά το Άξιον εστί, παρ' όλο που τους λείπει η συνθετική αρχιτεκτονική αυτού του έργου, κινούνται σε ένα παραπλήσιο κλίμα και μόνο με τη Μαρία Νεφέλη θα υπάρξει ουσιαστική στροφή στην ποίησή του.
Τελειώνοντας το γράψιμο αυτού του σύντομου κειμένου έπιασα στα χέρια μου τη συλλογή Δυτικά της λύπης και ξαναδιάβασα βιαστικά τα λίγα ποιήματα που την αποτελούν, για να νιώσω για μία ακόμη φορά ότι ο Ελύτης, όσα δεν ήθελε ή δεν κατάφερε να πει μια ολόκληρη ζωή, τα είπε με τα λιγοστά ποιήματα και πεζά των τελευταίων χρόνων της ζωής του. Για να παρερμηνεύσω έναν στίχο από τη συλλογή αυτή, στο απόσταγμα βρίσκεται κάτι που δεν βρισκόταν στο άθροισμα.
* [Διονύσης Στεργιούλας / από το αφιέρωμα στον Οδυσσέα Ελύτη του περιοδικού Οδός Πανός, τχ. 137, Ιούλιος-Σεπτέμβριος 2007, σ. 16-18]
Στο μυθιστόρημα με τον παρά-ξενο τίτλο Αντάλια ο Φώτης Θαλασσινός ξεδιπλώνει, χωρίς εκφραστικές αναστολές, τα στοιχεία που χαρακτηρίζουν τον λογοτεχνικό του κόσμο: ατμόσφαιρα θρύλου και παρα-μυθιού, θρησκευτικός μυστικι-σμός, μαγικός ρεαλισμός αλλά και πλήθος υπερρεαλιστικών περιγραφών, εσωστρέφεια, εμ-μονή με θέματα που σχετίζονται με τον θάνατο, ποικιλομορφία πηγών, παράδοξοι συλλογισμοί, πρόσωπα που κινούνται στις παρυφές του κόσμου που γνωρίζουμε ή σε άγνωστες πτυχές του, υποσυνείδητες εικόνες που έρχονται κάθε στιγμή στην επιφάνεια, παιδικό βλέμμα, γλώσσα που μοιάζει κατασκευασμένη και όχι φυσική, μέρος κι αυτή της μαγικής ατμόσφαιρας.
Παρόλο που σε ό,τι αφορά τη νεότερη πεζογραφία της Θεσσαλονίκης, το τοπίο είναι ακόμη αρκετά θολό, σε ό,τι αφορά την ποίηση τα πράγματα δείχνουν να έχουν κάπως ξεκαθαρίσει, τουλάχιστο σε σχέση με τους δημιουργούς μέχρι και της δεύτερης μεταπολεμικής γενιάς. Ο Νίκος-Αλέξης Ασλάνογλου μού είχε πει ότι οι πέντε πιο σημαντικοί ποιητές της Θεσσαλονίκης είναι οι: Αναγνωστάκης, Βαφόπουλος, Θέμελης, Καρέλλη, Πεντζίκης. Είναι όμως σαφές ότι είχε εντάξει σε αυτή την πεντάδα μόνο τους παλαιότερους. Η αντίστοιχη λίστα του Ντίνου Χριστιανόπουλου αποτελείται από δώδεκα ποιητές: τρεις στοχαστικούς (Βαφόπουλος, Καρέλλη, Πεντζίκης), τρεις λυρικούς (Θέμελης, Βαρβιτσιώτης, Στογιαννίδης), τρεις κοινωνικούς (Αναγνωστάκης, Κύρου, Θασίτης) και τρεις ερωτικούς (Χριστιανόπουλος, Ασλάνογλου, Ιωάννου). Ο Αλέξανδρος Αργυρίου και άλλοι ιστορικοί της λογοτεχνίας, ανθολόγοι και φιλόλογοι έδωσαν τις δικές τους κατατάξεις. Τέτοιου είδους επιλογές και ταξινομήσεις παρουσιάζουν πολύπλευρο ενδιαφέρον, παρά το γεγονός ότι ο χρόνος είναι αμείλικτος και καθιστά ανεπαρκή όλα τα σχετικά σχήματα, με όση γνώση και ευφυΐα και αν είναι δομημένα. Ο Φερνάντο Πεσόα σε ένα δοκίμιό του αναφέρεται στον όλο και λιγότερο χώρο που καταλαμβάνουν κάποιοι διάσημοι ποιητές στις ανθολογίες όσο περνούν τα χρόνια.
Η ποίηση του Γιώργου Θεοχάρη ασφαλώς και δεν αναφέρεται πρωτίστως σε βιώματα, όπως θα μπορούσε κανείς να συμπεράνει διαβάζοντας βιαστικά το έργο του, αλλά σε εσωτερικές συ-γκρούσεις και ανασφάλειες. Ο ποιητής μάχεται με τον εαυτό του, το παιδί που κρύβεται μέσα του παλεύει με τον ενήλικο που έχει βολευτεί στο αντιποιητικό παρόν. Οι μυθικές αφηγήσεις και η προεπιστημονική αντίληψη της ιστορίας, που κάποτε τον μάγευαν, έχουν αντικατασταθεί από τις ειδήσεις της τηλεόρασης και τα πολιτικά παιχνίδια στα οποία γίναμε άθελά μας βουβοί παρατηρητές. Ξαναφέρνει στη ζωή του τον μύθο σαν ένα λουλούδι μαραμένο από καιρό, που με τη φαντασία του το βλέπει ζωντανό. Τραγικότητα και καθήλωση σε εικόνες του παρελθόντος που ο χρόνος έχει εξιδανικεύσει ή έχει κάνει ακόμη πιο σκοτεινές (ποτέ όμως δεν τις έχει σβήσει), ενδιαφέρουσα τεχνική και ταυτόχρονα απώθηση και αποσιώπηση σημερινών καταστάσεων που πληγώνουν, αφού το παρελθόν είναι ένα «ασφαλές» καταφύγιο, όπου δεν μπορούμε να παρέμβουμε, αλλά μόνο να το μνημονεύουμε ή να το αναλύουμε. Πρόκειται για ένα γνώριμο τοπίο, στο οποίο κινούνται και άλλοι ποιητές της γενιάς του ’70.
Είδα τον Μιχάλη Κατσαρό να στέκεται όρθιος ανάμεσα στα ερείπια του σύγχρονου ελληνικού πολιτισμού. Η φωνή του ήταν γεμάτη εκρήξεις και οι στίχοι του καθόριζαν το περιεχόμενο του όρου ποίηση. Κρατούσε στο αριστερό χέρι του ένα βιβλίο με τίτλο Κατά Σαδδουκαίων· μία ποιητική συλλογή που θα άφηνε έκθετη στο δάσος ανάμεσα σε χιλιάδες δέντρα. Ψιθύρισε λίγα λόγια που κανείς δεν μπόρεσε να καταλάβει. Κανείς δεν ήξερε πώς μεταφράζεται η γλώσσα των παιδιών ή των πουλιών. Κανείς δεν ήθελε ν΄ ακούσει τη γλώσσα ενός ερημίτη της λογοτεχνίας. Έτσι εκείνος συνέχισε τον δρόμο του και η κοινωνία τον δικό της δρόμο. Έτσι τα λόγια πέσανε στο χώμα, που όμως ήταν υγρό χώμα του φθινοπώρου. Την άνοιξη, στο ίδιο σημείο, είχαν φυτρώσει αγριολούλουδα διαφόρων χρωμάτων.