Σάββατο, 31 Δεκεμβρίου 2016

ΕΙΚΟΝΕΣ ΜΕΣΑ ΣΤΗ ΝΥΧΤΑ


Όπως άλλοι μιλούν σε αγίους και βλέπουν οράματα
όπως άλλοι μιλούν για περασμένους έρωτες κι αναπολούν το παρελθόν
σ' έφερα απόψε στη μνήμη μου κόμη Διονύσιε Σολωμέ.
Είδα το βλέμμα σου να αναζητά το φως στην αντικρινή στεριά
είδα τη σκέψη σου να χάνεται στον στρόβιλο της νύχτας
άκουσα κάτω από το παράθυρό σου τη θάλασσα που ποτέ δεν ησυχάζει.
Σε είδα να περπατάς ανάμεσα στα αιωνόβια δέντρα της Κέρκυρας
κι ήσουν το ψηλότερο δέντρο
με κατάπράσινα φυλλώματα γεμάτα λέξεις.
Σε είδα να μπαίνεις στα παιχνίδια των παιδιών και να παίζεις μαζί τους
να τραγουδάς τους στίχους σου στα βρέφη των μελλοντικών γενεών
να αφουγκράζεσαι τους ψίθυρους του Ομήρου
και να τους μεταφέρεις στα τετράδιά σου.
Σε είδα να βγαίνεις από τις εκκλησίες δακρυσμένος και να κρύβεσαι
για να μη δει κανείς τα δάκρυά σου
σε είδα να περπατάς μόνος και σκεφτικός στην παραλία της Θεσσαλονίκης
να αναζητάς βιβλία του Ιωσήφ Βρυέννιου σε βιβλιοπωλεία της Νέας Υόρκης
να τριγυρνάς με τη σκέψη σου σε δρόμους του Παρισιού
να ζεις στο ίδιο δωμάτιο με τον Novalis να βλέπετε τις ίδιες οπτασίες
να ακούτε την ίδια μουσική να μοιράζεστε το ίδιο φαγητό.
Σε είδα να σβήνεις στα όνειρά σου και να ξαναγεννιέσαι κάθε πρωί
σε είδα να ταξιδεύεις με πλοία εξερευνητών
προσπαθώντας να ξεχάσεις τη μορφή της μητέρας σου.
Σε είδα να παρατηρείς εκστασιασμένος
κορίτσια πάνω στα ποδήλατά τους
νέες γυναίκες ντυμένες στα λευκά που κρατούσαν διάφανες ομπρέλες
σε είδα να μαγεύεσαι από ένα ανθάκι μωβ
που φύτρωσε σε μια ρωγμή του τοίχου του σπιτιού σου.
Σε είδα να ξεφεύγεις από το δίχτυ του χρόνου
να περνάς από τα μικροσκοπικά του κρυφά περάσματα
να επιτίθεσαι σ' εκείνους που κόβουν τα κλαδιά των δέντρων
για να τα κάνουν στεφάνια της δόξας τους
σε είδα μόνο κι έρημο να αποφεύγεις σώματα και να ζητάς ψυχές.
Είδα το αυστηρό βλέμμα σου να γίνεται χαμόγελο και μετά είδα πάλι
εκείνη τη σκιά να σε ακολουθεί.
Όμως τώρα πρέπει να αποχωρήσω από το ποίημα
γιατί είναι αργά, είναι πολύ αργά για όλους
είναι αργά για τα σπίτια αργά για τα δάση αργά για τους ανθρώπους
ο καιρός είναι άστατος κανείς δεν ξέρει κανείς δεν μπορεί να φανταστεί
τι θα φέρει αυτό το ξημέρωμα τι χρώματα τι απρόβλεπτες φωνές.

[πρώτη δημοσίευση: περιοδικό Θευθ, τεύχος 4, Δεκέμβριος 2016, σ.62-63]

Τετάρτη, 30 Νοεμβρίου 2016

ΚΙΝΟΥΝΤΑΝ ΜΕ ΑΝΕΣΗ

Οι συνωμότες κινούνταν στους διαδρόμους του ανακτόρου με άνεση και φυσικότητα. Σαν να είχαν ήδη καταλάβει την εξουσία. Τους έβλεπε να αυξάνονται σε αριθμό και να δημιουργούν γύρω του έναν κλοιό. Εκείνοι όμως δεν έβλεπαν ότι ο κλοιός τους στηριζόταν πάνω στον ιστό που ο ίδιος είχε υφάνει. ΔΣ


Κυριακή, 23 Οκτωβρίου 2016

Θεσσαλονίκη: "Κατοχή & Μνήμες"


Επετειακό αφιέρωμα της εκπομπής του Στέλιου Λουκά "Στη Γη της Μακεδονίας"

Την Παρασκευή 28 Οκτωβρίου στη 1 μ.μ. στη Δημοτική Τηλεόραση Θεσσαλονίκης.

Η εκπομπή ανασκαλεύει μνήμες της κατοχής, έτσι όπως αυτές αποτυπώνονται στο έργο Θεσσαλονικιών λογοτεχνών.

Μιλούν:
Περικλής Σφυρίδης – Συγγραφέας,
Δαβίδ Σαλτιέλ – Πρόεδρος Ισραηλιτικής Kοινότητας Θεσσαλονίκης,
Γιώργος Σκαμπαρδώνης – Συγγραφέας,
Σωτηρία Σταυρακοπούλου – Αναπληρώτρια Καθηγήτρια ΑΠΘ,
Διονύσης Στεργιούλας – Συγγραφέας,
Ιωάννης Μότσιανος – Αρχαιολόγος




Τρίτη, 11 Οκτωβρίου 2016

ΤΑ ΛΟΓΙΑ ΚΑΠΟΤΕ


Τα λόγια κάποτε πετούσαν σαν πουλιά.
Και κάποιοι τότε σκέφτηκαν
να στήσουν ξόβεργες επάνω στο χαρτί
και να τα φυλακίσουν
στο σώμα των γραμμάτων και των λέξεων
στα τείχη των γραπτών κειμένων
για να μη φύγουν πια ποτέ ξανά.
Μα επειδή συνήθιζαν να γράφουνε
τις λέξεις με γραφίδα από φτερό
πέρασαν απ' τον ουρανό στη γη
κι απ' τον αέρα στη γραφή
η απόλαυση της πτήσης
ένας διάχυτος φόβος της πτώσης
και μια κρυμμένη μες στα γράμματα 
πνοή ελευθερίας.


Κυριακή, 25 Σεπτεμβρίου 2016


ΤΟ ΔΕΝΤΡΟ ΚΑΙ ΤΟ ΤΣΕΚΟΥΡΙ

Διάβαζα σε ένα βιβλίο βυζαντινής Ιστορίας το κεφάλαιο για την πολιορκία και την άλωση της Πόλης. Όλες οι προηγούμενες επιθέσεις, σημείωνε ο συγγραφέας, απέτυχαν. Τότε ανέλαβαν δράση οι γενίτσαροι, που έφεραν γρήγορα σε πέρας την αποστολή τους. Διαβάζοντας αυτή την πληροφορία θυμήθηκα την παροιμία για το δέντρο που όταν το κόβουν δεν πονά τόσο από τα χτυπήματα που του στερούν τη ζωή όσο επειδή η λαβή του τσεκουριού προέρχεται από το δικό του ξύλο. ΔΣ


Κυριακή, 14 Αυγούστου 2016

Κάθε της τρικυμία

Η θάλασσα αποτελεί
μέλος της οικογένειάς μου.
Το έχω δηλώσει και στο ληξιαρχείο.
Κάθε της τρικυμία
δημιουργεί νέα ναυάγια.
Ο σκοτεινός βυθός της έχει γεμίσει
από νεκρές σκέψεις μου.
Αναρωτιέμαι
αν έχει γνώση του εαυτού της
αν έχει αντίληψη της ύπαρξής της
ή αν πρόκειται για έναν καθρέφτη
που έστησε η νύχτα πάνω στη γη.


Κυριακή, 31 Ιουλίου 2016


Στο χάος του βυθού

Τι είν' αυτό που μου αρέσει στα κοχύλια;
Το χρώμα τους; Το σχήμα τους;
Το ότι ξέρουν να απομονώνονται
μέσα στο χάος του βυθού
κλείνοντας ανεπαίσθητα τα βλέφαρά τους;

Πέμπτη, 30 Ιουνίου 2016

Θεατρικά μονόπρακτα ενός ποιητή

ιώργος Χρονάς, Τρεις Γυναίκες και ο Ποιητής, Οδός Πανός, 2015]

Ένας βασικός τομέας των ενδιαφερόντων και της δημιουργικότητας του ποιητή Γιώργου Χρονά σχετίζεται με τον βίο διασήμων προσώπων και ιδιαίτερα με τις αντιφάσεις και την τραγικότητα που χαρακτηρίζουν τις ζωές τους. Έχει ίσως διαπιστώσει ότι πίσω από τη στιλβωμένη επιφάνεια κρύβεται συχνά ένα βαρύ φορτίο ψυχολογικής πίεσης, που οφείλεται είτε στο κοινό, που απαιτεί από τα είδωλά του να λάμπουν κάθε στιγμή, ακόμη και μετά τον θάνατό τους, είτε στους ίδιους, που δεν θα ήθελαν να διαψεύσουν την εικόνα που έχουν με κόπο και ταλέντο δημιουργήσει.

Στην εργογραφία του Χρονά θα συναντήσουμε κείμενα για τον Παζολίνι, τον James Dean, τον Marlon Brando, τη Marilyn Monroe, τον Michael Jackson, αλλά και για Ελληνίδες τραγουδίστριες, όπως η Καίτη Γκρέυ και η Τζένη Βάνου. Ο κόσμος του τραγουδιού τον αφορά και προσωπικά, αφού έχει γράψει τους στίχους σε περισσότερα από 120 τραγούδια, που ερμηνεύτηκαν από τον Νίκο Ξυλούρη, τον Παύλο Σιδηρόπουλο, τη Μελίνα Μερκούρη, τη Βίκυ Μοσχολιού, τη Χαρούλα Αλεξίου, τον Γιώργο Νταλάρα και δεκάδες άλλους ερμηνευτές, με μουσικές του Μάνου Χατζιδάκι, του Γιάννη Μαρκόπουλου, της Λένας Πλάτωνος και άλλων.

Δύο από τα πέντε θεατρικά κείμενα του βιβλίου (Τρεις Γυναίκες και ο Ποιητής, Αθήνα 2015), που έχουν παρουσιαστεί και στη σκηνή, αναφέρονται στις τραγουδίστριες Σεβάς Χανούμ και Ρίτα Σακελλαρίου. Άλλα δύο κείμενα έχουν ως κεντρικό πρόσωπο την Ιταλίδα δημοσιογράφο και συγγραφέα με παγκόσμια φήμη Οριάνα Φαλάτσι. Το βιβλίο κλείνει με το ολιγοσέλιδο σενάριο της παράστασης με τίτλο “Ο Κ. Π. Καβάφης στο Ξενοδοχείο Βαλκάνια”.

Τα δύο μονόπρακτα για την Οριάνα Φαλάτσι αποτελούν παραλλαγές του ίδιου κειμένου, με κύρια διαφορά ότι το πρώτο είναι γραμμένο ως πεζό, ενώ το δεύτερο με στίχους. Η Φαλάτσι, σε προχωρημένη ηλικία στη Νέα Υόρκη, θυμάται στιγμές της ζωής της και νιώθει δικαιωμένη που υπήρξε “πολιτικό ον” και σκεπτόμενη δημοσιογράφος. Αναπολεί τις επαγγελματικές της επιτυχίες και τη σχέση της με τον Αλέκο Παναγούλη και δηλώνει έτοιμη για τον αναμενόμενο, προαναγγελθέντα από τους γιατρούς θάνατό της.

Η Σεβαστή Παπαδοπούλου ή Σεβάς Χανούμ μιλά, στο τρίτο θεατρικό μονόπρακτο (που αποτελεί απομαγνητοφώνηση αφήγησής της στον συγγραφέα), για τη δύσκολη δεκαετία του 1950, για τα προβλήματα στη σχέση της με την οικογένειά της, για τη συμβίωσή της με τον Στέλιο Καζαντζίδη, για τις εκδηλώσεις λατρείας των θαυμαστών και θαυμαστριών της. Την χαρακτηρίζει, σε αντίθεση με τα άλλα πρόσωπα του βιβλίου, ένας έκδηλος ναρκισσισμός, που υπήρξε ίσως το αδύνατο σημείο της καριέρας της.

Στο τέταρτο θεατρικό έργο η Ρίτα Σακελλαρίου αναφέρεται στις ρίζες και την καταγωγή της, στις συνήθειές της, στους άντρες που αγάπησε και την αγάπησαν, στα τραγούδια που την έκαναν διάσημη, στον θαυμαστή της Ανδρέα Παπανδρέου, πρωθυπουργό της Ελλάδας. Ο συγγραφέας, παραθέτοντας πλήθος αληθινών και αληθοφανών πληροφοριών για τη ζωή της, αναπλάθει το κλίμα μιας ολόκληρης εποχής, επαναδημιουργεί μέσα από τους μονολόγους της το κοινωνικό πλαίσιο στο οποίο έζησε η τραγουδίστρια και αφήνει τον αναγνώστη του βιβλίου ή τον θεατή της παράστασης να καταλήξουν στα δικά τους συμπεράσματα.

Ο Κωνσταντίνος Καβάφης είναι ο πρωταγωνιστής στο τελευταίο μονόπρακτο του βιβλίου. Ο Αλεξανδρινός ποιητής επισκέπτεται το ξενοδοχείο “Βαλκάνια”, όπου ο ρεσεψιονίστ τυχαίνει να είναι θαυμαστής του. Ο ρεσεψιονίστ συνομιλεί με τον Καβάφη και απαγγέλλει ποιήματά του. Ταυτόχρονα κάνει κάποιες ευφυείς ή και προσποιητά αφελείς παρατηρήσεις για τα συγκεκριμένα ποιήματα. Η παράσταση αυτή παρουσιάστηκε στη Ρώμη, τις Βρυξέλλες και σε πολλές πόλεις της Ελλάδας.

Τα τέσσερα πρόσωπα που πρωταγωνιστούν στο βιβλίο (και έρχονται δύο από την προφορική και δύο από την εγγράμματη παράδοση), οι τρεις γυναίκες και ο ποιητής, διακρίθηκαν στους τομείς τους και απέκτησαν μεγάλη φήμη. Χαρακτηριστικό στοιχείο της ζωής τους υπήρξε η εσωτερική μοναξιά, η έντονη αίσθηση ότι πορεύονται μόνοι τους, η πεποίθηση ότι οι άλλοι δεν μπορούν να τους καταλάβουν, ακόμη και αν ζουν δίπλα τους. Το έργο τους, είτε στο τραγούδι είτε στη συγγραφή είτε στην ποίηση, μοιάζει με μία γέφυρα, με την οποία προσποιούνται ότι θέλουν να εγκαταλείψουν την αυτοαπομόνωση, τις εμμονές και τα πιθανά αδιέξοδα που τους συνοδεύουν. Το πεπρωμένο όμως είναι πάντα ένα ποτάμι ορμητικό, που δεν επιτρέπει το κολύμπι ενάντια στο ρεύμα.

Ο συγγραφέας αναζητά και διερευνά στις ζωές των τεσσάρων προσώπων ένα πλήθος ετερόκλητων στοιχείων, που έρχονται από διαφορετικές εποχές και ποικίλα πολιτισμικά πλαίσια. Δεν είναι τυχαίο το σχόλιο για το ποίημα του Καβάφη “Δέησις”, ότι μοιάζει με τραγούδι του Βασίλη Τσιτσάνη ή του Μάρκου Βαμβακάρη. Ο Γιώργος Χρονάς γράφοντας για τα τέσσερα αυτά πρόσωπα γράφει εν μέρει για τη δική του ζωή, για τα δικά του ενδιαφέροντα, για τις επιλογές του δικού του βίου, αφού και ο ίδιος ασχολήθηκε με την ποίηση, το τραγούδι, τη συγγραφή βιβλίων και τη δημοσιογραφία. Πιστεύω ότι το βιβλίο εντάσσεται οργανικά στο υπόλοιπο έργο του, ως μία ακόμη εκδοχή της ευαισθησίας ενός ποιητή. ΔΣ



* Πρώτη δημοσίευση: 
Διαδικτυακό περιοδικό BookPress, 
Πέμπτη 14 Απριλίου 2016 - 

 

Πέμπτη, 23 Ιουνίου 2016

Συνέντευξη
 
Ο ποιητής και εκδότης Γιώργος Χρονάς μιλάει στο ΒΗΜAgazino και τη Σόνια Ζαχαράτου για τα άλματα της ζωής του, θυμάται τον Χατζιδάκι, τον Τσαρούχη και τον Γκάτσο, και επιμένει ότι ο Ταχτσής και ο Κουμανταρέας είναι ανώτεροι του Φίλιπ Ροθ.

Τετάρτη, 18 Μαΐου 2016

Ένα νεανικό κριτικό κείμενο 
του Νίκου-Αλέξη Ασλάνογλου

Τα «Χρονικά του Πειραματικού Σχολείου του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης» ήταν μία τρίμηνη έκδοση, που κυκλοφόρησε πρώτη φορά το 1947. Στις σελίδες του περιοδικού δημοσιεύονταν μελέτες για θέματα σχολικά και παιδαγωγικά, μαθητικές συνεργασίες (σχέδια και κείμενα) και βιβλιοπαρουσιάσεις. Μεταξύ των συνεργατών ξεχωρίζει ο ποιητής Γιώργος Θέμελης, φιλόλογος στο Πειραματικό Σχολείο κατά τα έτη 1934-1949, βασικός συνεργάτης των λογοτεχνικών περιοδικών της Θεσσαλονίκης «Μακεδονικές ημέρες» και «Κοχλίας», και ένας από τους εξέχοντες Έλληνες ποιητές του 20ού αιώνα.

Ο ποιητής Νίκος-Αλέξης Ασλάνογλου (γεν. 1931) αποφοίτησε από το Πειραματικό Σχολείο το 1949. Φίλος και συμμαθητής του ήταν ο μετέπειτα πολιτικός Στέλιος Νέστωρ. Η «μαθητική συνεργασία» στο τεύχος Ζ’ του 1948 υπογράφεται με το πραγματικό του όνομα: «Νικ. Αν. Αρσλάνογλου». Είναι πολύ πιθανό, αν και δεν μπορεί να τεκμηριωθεί, ο Θέμελης να έπαιξε κάποιο ρόλο ή να ήταν αυτός που πρότεινε τη δημοσίευση του κειμένου, αφού αφορούσε το δικό του διδακτικό αντικείμενο. Ο Θέμελης θα πρέπει να διέγνωσε πρώτος το ταλέντο του μαθητή του. Ο Ασλάνογλου τον εκτιμούσε πολύ ως ποιητή και τον ενέταξε αργότερα στην πεντάδα των σημαντικότερων -κατά τον ίδιο- ποιητών της Θεσσαλονίκης, μαζί με τον Μανόλη Αναγνωστάκη, τον Γιώργο Βαφόπουλο, τη Ζωή Καρέλλη και τον Νίκο Γαβριήλ Πεντζίκη. Φαίνεται ότι ο καθηγητής του λειτούργησε ως πρότυπο για τον νέο ποιητή, που τότε διαμόρφωνε τις αισθητικές του απόψεις. Η πρώτη συνεργασία του στο περιοδικό «Διαγώνιος» (1959) θα είναι μία μελέτη για το ποιητικό έργο του Θέμελη («Θάνατος και γέννηση στην ποίηση του Θέμελη»). Στην αρχή της μελέτης αναγνωρίζει την οφειλή στον δάσκαλό του: «Μέσα στις αίθουσες του Πειραματικού Σχολείου, η φωνή του ποιητή ήταν από τις πρώτες που μίλησαν στην καρδιά μου».

Το κείμενο του Ασλάνογλου στα «Χρονικά» έχει τίτλο: «Το ποιητικό έργο του Ρήγα». Δημοσιεύεται προς το τέλος του τεύχους, στη στήλη «Μαθητική συνεργασία», και καταλαμβάνει τρεις πυκνοτυπωμένες σελίδες. Η γραφή και το ύφος παρουσιάζουν στοιχεία που ταιριάζουν σε έναν 17χρονο μαθητή, όπως μια φρεσκάδα και μία ακαμψία στον λόγο, η χρήση κοινότοπων και εν μέρει απλοϊκών συλλογισμών, καθώς και η ιδιαίτερη εστίαση στις επαναστατικές όψεις της ζωής και του έργου του Ρήγα Βελεστινλή. Υπάρχουν όμως και αρκετές παρατηρήσεις που επιβεβαιώνουν την κατανόηση όχι μόνο των αδρών γραμμών αλλά και λεπτών αποχρώσεων του έργου αυτού.

Ο Ασλάνογλου κρίνει τους στίχους του Ρήγα με βάση γενικά αισθητικά κριτήρια για την αξία της ποίησης, αλλά ταυτόχρονα και σε σχέση με το πλαίσιο, πολιτισμικό και ιστορικό, μέσα στο οποίο δημιουργήθηκαν και με τη σκοπιμότητα για την οποία έχουν γραφτεί. Η κριτική άποψη του Παλαμά χρησιμοποιείται για να ενισχύσει τη θέση του συντάκτη του κειμένου. Ο Ρήγας, μέσα από αυτήν την οπτική, παρουσιάζεται ως μέτριος ποιητής, κάτι που έρχεται να ισορροπήσει η αναφορά στο μη ποιητικό έργο και στη γενικότερη δράση του, που χαρακτηρίζονται ποιήματα. Έτσι, η ποίηση της δράσης και των πράξεων προσθέτει στην αξία των στίχων, αφού και τα δύο αποτελούν εκφάνσεις και αποτελέσματα της ίδιας πηγής. Κάνει δηλαδή σαφές (ή τουλάχιστον υποβάλλει στον αναγνώστη την ιδέα) ότι οι λέξεις «ποιητικό έργο» του τίτλου αναφέρονται στο σύνολο των πράξεων και όχι μόνο στους στίχους του Ρήγα.

Επομένως, η ποίηση του Ρήγα αντιμετωπίζεται κριτικά από τον Ασλάνογλου με παραμέτρους την αξία και τη σημασία της. Η αξία της αποτιμάται ως μέτρια ή ελάχιστη (σημαντικότερη ωστόσο από μεταγενέστερους ποιητές της «Παλαιάς Αθηναϊκής Σχολής», που έγραφαν στην καθαρεύουσα), ενώ τονίζεται η σημασία της.

Στην εργασία του αυτή ο Ασλάνογλου μοιάζει να μη βρίσκεται στο ξεκίνημα, αλλά να έχει ήδη διανύσει ένα μέρος της λογοτεχνικής του διαδρομής. Αυτό σημαίνει ότι η φυσική κλίση του για τα γράμματα συνδυάστηκε από πολύ νωρίς, από «τρυφερή» ηλικία, με τη μελέτη της λογοτεχνίας. Στα τέσσερα αποσπάσματα που ακολουθούν, εξηγεί αναλυτικά τις θέσεις του με εμφανή βεβαιότητα για την ορθότητά τους. Ορισμένες παρατηρήσεις του δείχνουν κριτική ωριμότητα και οξεία για την ηλικία του αντίληψη, που θα επιβεβαιωθούν στη συνέχεια και από το δικό του ποιητικό έργο, που τον καθιέρωσε ως έναν από τους σημαντικότερους ποιητές της δεύτερης μεταπολεμικής γενιάς:

«Τι ποιήματα θα μπορούσε να γράψει ο Ρήγας; Μπορούσε να εκφράσει σ’ αυτά τίποτ’ άλλο απ’ αυτόν τον έρωτα, τον απέραντο, που έτρεφε για την πατρίδα του και τη λευτεριά της; Ποίημα ήταν και η Χάρτα του, ποίημα και η “Δημοκρατική προκήρυξις”, ποιήματα ήταν όλα όσα δημιούργησε, που καθρέφτιζαν αυτή τη φλόγα του. Μπορούμε λοιπόν ν’ αρνηθούμε πως δεν ήταν ποιήματα και οι στίχοι που έγραψε, να πούμε πως έμειναν πάντα στίχοι δίχως σημασία, όπως τόσοι και τόσοι που συναντάμε καθημερινά; Όχι βέβαια. Ωστόσο από την πρώτη ματιά γίνεται φανερό πως τα ποιήματα του Ρήγα δεν είναι παρά μια κραυγή. Ένα κήρυγμα σε στίχους».

«Μια απόλυτη συνέπεια συνδέει το ποιητικό έργο του Ρήγα με την πολιτική του προσωπικότητα. Είπαμε πως τα ποιήματά του αυτά καθεαυτά δεν έχουν και μεγάλη αισθητική αξία. Η τέλεια όμως ανταπόκρισή τους, μ’ ολάκερο τον Ελληνικό λαό τα δικαιώνουν. Κι ας αναλογιστούμε πως το θούριο έγινε σχεδόν δημοτικό τραγούδι, τόσο πολύ τραγουδήθηκε. Αλλά είναι πάντα άραγε πειστικό κριτήριο για ένα έργο τέχνης, η διάδοση που έχει ανάμεσα στο πλατύτερο κοινό; Όχι βέβαια, αν αναλογιστούμε ότι τα βιβλία που έχουν τη μεγαλύτερη κυκλοφορία δεν είναι συνήθως και τα πιο αξιοπρόσεκτα. Στο Ρήγα όμως το πράγμα είναι διαφορετικό. Στην περίπτωση που η λαϊκή επικύρωση είναι τόσο ομαδική, δεν μπορεί παρά ν’ άγγιξε τις ευαίσθητες χορδές, να ήρθε στο ίδιο ψυχικό κλίμα με τον ίδιο του το λαό». 

«Κι έτσι ο Ρήγας έφτασε σ’ ένα θαυμαστό σημείο. Έγινε το κίνητρο της Ελληνικής ψυχής. Την εξυπηρέτησε και δούλεψε για την ελευθερία της ως το τέλος. Είπαμε πως ο Ρήγας δεν έκανε ποίηση, πολεμούσε με όπλο την πέννα. Μα όχι για στείρες κι άγονες μικροκομματικές επιδιώξεις, όπως δυστυχώς γίνεται σήμερα σε μεγάλη κλίμακα, αλλά για την ανάσταση του Ελληνισμού».

«Δεύτερο χαρακτηριστικό σημείο της ποιητικής εξέλιξής του είναι τα ποιήματά του στην καθαρεύουσα. Φλέγονται από φιλοπατρία κι ενθουσιασμό, αλλά υστερούν πολύ στη μορφή. Η γλώσσα τους είναι άκαμπτη καθαρεύουσα, δίχως κυματισμούς, δίχως ευλυγισία, δίχως πλαστικότητα. Όμοια μ’ αυτή είναι γραμμένοι και οι στίχοι των ποιητών της Παλαιάς Αθηναϊκής σχολής, που άλλο δεν κάμνανε, παρά να στιχοπλοκούνε μέσα στη στείρα καθαρεύουσά τους».
Διονύσης Στεργιούλας
[πρώτη δημοσίευση: 
περιοδικό Εμβόλιμον, τεύχος 77-78 (Φθινόπωρο 2015 - Χειμώνας 2016), σ.152-153]

Πέμπτη, 12 Μαΐου 2016


Γιώργος Βαφόπουλος - 20 χρόνια από τον θάνατό του

13η Διεθνής Έκθεση Βιβλίου Θεσσαλονίκης
Κυριακή 15 Μαΐου 2016, ώρα 11:00 π.μ. 

Μιλούν για τον Γιώργο Βαφόπουλο και διαβάζουν ποιήματά του οι:

1. Έλλη Χρυσίδου, Αντιδήμαρχος Πολιτισμού, Παιδείας & Αθλητισμού του Δήμου Θεσσαλονίκης. 
2. Πέτρος Δημητρακόπουλος, Πρόεδρος Εφορευτικής Επιτροπής Βαφοπουλείου Πνευματικού Κέντρου.
3. Περικλής Σφυρίδης, συγγραφέας.
4. Τόλης Νικηφόρου, ποιητής, πεζογράφος.
5. Ζωή Σαμαρά, ποιήτρια, Ομότιμη καθηγήτρια Α.Π.Θ., Πρόεδρος Εταιρίας Λογοτεχνών Θεσσαλονίκης.
6. Πρόδρομος Μάρκογλου, ποιητής, πεζογράφος.
7. Ρούλα Αλαβέρα, ποιήτρια.
8. Γιάννης Καρατζόγλου, ποιητής.
9. Αλεξάνδρα Μπακονίκα, ποιήτρια.
10. Ευτυχία-Αλεξάνδρα Λουκίδου, ποιήτρια, δοκιμιογράφος.
11. Μανώλης Ξεξάκης, ποιητής. 
12. Έλσα Κορνέτη, ποιήτρια.
13. Ηλίας Κουτσούκος, ποιητής, πεζογράφος.
14. Διονύσης Στεργιούλας, ποιητής, δοκιμιογράφος.
15. Μαρία Αρχιμανδρίτου, ποιήτρια. 
16. Ζαφείρης Νικήτας, σκηνοθέτης, ποιητής.

Η εκδήλωση θα πραγματοποιηθεί την Κυριακή 15 Μαΐου 2016 και ώρα 11:00 π.μ. στην αίθουσα Πρόσφυγες, στο Περίπτερο 13, στον χώρο της ΔΕΘ. Παράλληλα, στο περίπτερο των εκδόσεων του Δήμου Θεσσαλονίκης (Περίπτερο 15, stand 92) θα λειτουργεί έκθεση με βιβλία και φωτογραφικό υλικό, αφιερωμένη στον ποιητή.

Επιμέλεια – Συντονισμός – Παρουσίαση: Στέλιος Λουκάς 

ΟΡΓΑΝΩΣΗ: Κεντρική Δημοτική Βιβλιοθήκη Θεσσαλονίκης, Βαφοπούλειο Πνευματικό Κέντρο, Δημοτική Τηλεόραση Θεσσαλονίκης, εκπομπή « Ένα βιβλίο ένα ταξίδι».




Παρασκευή, 29 Απριλίου 2016

ΔΙΟΝΥΣΙΟΣ ΣΟΛΩΜΟΣ: 
ΕΛΕΥΘΕΡΟΣ ΠΟΛΙΟΡΚΗΜΕΝΟΣ

(αναδημοσίευση από την εφημερίδα "Boulevard", 
φύλλο Μαρτίου 2016, Αθήνα)

Από πολύ νωρίς ο Διονύσιος Σολωμός είχε την συναίσθηση ότι προσφέρει εθνικό έργο κι ένιωθε βαριά την ευθύνη της χρήσης της δημοτικής γλώσσας. Από πολύ νέος θα πρέπει να διαπίστωσε ότι η ελληνική γλώσσα, πέρα από απλό μέσο έκφρασης, είχε μια δύναμη και μια πλαστικότητα, μια ικανότητα να μεταδίδει ανεπαίσθητα ιδέες και αισθήματα. Γι’ αυτό και τόσο νωρίς την τοποθετεί δίπλα στην ιδέα της ελευθερίας, την τοποθετεί δηλαδή στο επίπεδο της Ιδέας. 

Η σχέση του με κάποιους ανθρώπους δεν τον εμπόδισε να κρίνει τους ίδιους ή το έργο τους με ειλικρίνεια. Δεν είναι λίγες οι περιπτώσεις που συγκρούστηκε με φίλους του αλλά και με ανώτατους αξιωματούχους, για θέματα φαινομενικά ασήμαντα, που όμως για τον ίδιο σήμαιναν πολλά. Η ευθύτητα, η αμεσότητα και το θάρρος της γνώμης, που τον χαρακτήριζαν στην προσωπική του ζωή, μετατρέπονται σε διαμάντια στους στίχους του. Ο πραγματικός ποιητής δεν είναι άλλος στη ζωή του και άλλος στο έργο του. Δεν διαχωρίζονται αυτά τα δύο.

Παρόλο που ενημερωνόταν διαρκώς για όσα συνέβαιναν στην Ελλάδα, φαίνεται ότι δεν εγκατέλειψε ποτέ τα Επτάνησα μετά την επιστροφή του από την Ιταλία. Όταν κάποιοι φίλοι του τον πίεζαν να επισκεφθεί την Ελλάδα, απαντούσε ότι φοβάται. Φοβόταν ίσως την απομυθοποίηση του Μεσολογγίου και όλων εκείνων των τόπων και των ανθρώπων, που είχαν λειτουργήσει ως σύμβολα στη σκέψη του και στην ποίησή του.

Στην Κέρκυρα όλοι αναγνώριζαν την αξία του έργου του, αλλά τον θεωρούσαν παράξενο. Γράφτηκε ότι είχε απαγορεύσει στους φίλους του να τον χαιρετούν πρώτοι, αν τύχαινε να τον συναντήσουν στη διάρκεια του περιπάτου του. Αν ήθελε να τους μιλήσει, θα τους πλησίαζε εκείνος.

Έπινε πολύ, αρχικά κρασί και στη συνέχεια άλλα δυνατά ποτά. Προς το τέλος της ζωής του πρέπει να είχε γίνει αλκοολικός. Η αγάπη του για το ποτό θυμίζει τον μεταγενέστερο Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη. Ο Παπαδιαμάντης δεν είχε ποτέ την οικονομική άνεση του Σολωμού. Η μεγάλη του φήμη δεν τον προστάτεψε από τη φτώχεια. Ωστόσο, η ζωή τους παρουσιάζει πολλές ομοιότητες. Ήταν και οι δυο νησιώτες. Με το έργο τους, με αφορμή ανθρώπους και γεγονότα του καιρού τους και του τόπου τους, οικοδόμησαν ένα ηθικό σύμπαν, δίνοντας άφθαρτη μορφή στις αξίες, στις οποίες πίστεψαν. Η πίστη στον Θεό διαπερνά το σύνολο του έργου τους. Έζησαν μόνοι ή σχεδόν μόνοι, δεν θέλησαν να δημιουργήσουν δική τους οικογένεια. Αγαπούσαν τα εκκλησιαστικά κείμενα και τα βιβλία της ιερής παράδοσης. Ένα μαύρο πανωφόρι χαρακτήριζε την ενδυμασία τους. Ήταν δύσκολοι στη συναναστροφή και απέφευγαν τις επιφανειακές κοινωνικές σχέσεις.

Αγαπούσε τους φίλους του και βοηθούσε οικονομικά τους ανθρώπους που είχαν ανάγκη, χωρίς να περιμένει κάποιο αντάλλαγμα από αυτούς. Αντιπαθούσε, όσο τίποτε άλλο, τους κόλακες και τους ψεύτες και φερόταν με τον χειρότερο τρόπο σε όσους του έλεγαν ωραία λόγια, με σκοπό να τον χρησιμοποιήσουν αργότερα. Έπαιρνε συχνά μαζί του στα καταστήματα τα παιδιά των φίλων του και τους αγόραζε παιχνίδια. Κάποιες φορές, όταν έβλεπε τα παιδιά να παίζουν, πλησίαζε και έμπαινε στο παιχνίδι τους. Κάτι ανάλογο συνήθιζαν να κάνουν χιλιάδες χρόνια πριν ο φιλόσοφος Ηράκλειτος και πολλά χρόνια αργότερα ο ζωγράφος Θεόφιλος. Ίσως με αυτόν τον τρόπο προσπαθούσε να καλύψει τα κενά της ταραγμένης παιδικής του ηλικίας. Ίσως στα παιδιά έβρισκε την ανεπιτήδευτη αθωότητα, που οι ενήλικες απώλεσαν στην πορεία και δεν ήταν σε θέση να κατανοήσουν.

Η γλώσσα του

Λίγους μήνες πριν ο Σολωμός γράψει τον «Ύμνο εις την Ελευθερία», είχε πει στον Σπυρίδωνα Τρικούπη, που τον παρότρυνε να γράψει στην ελληνική γλώσσα: «Δεν ξέρω ελληνικά». Ο Σεφέρης, σε μία φράση που μοιάζει αδόκιμη αν την αντιμετωπίσουμε αποσπασματικά, έγραψε, αναφερόμενος στους Κάλβο, Σολωμό και Καβάφη: «Οι τρεις μεγάλοι πεθαμένοι ποιητές μας που δεν ήξεραν ελληνικά». Ήξερε να εκφράζεται σε αυτή προφορικά και να γράφει, με γραφή εν μέρει φωνητική, ό,τι σκεφτόταν. Απ’ ό,τι φαίνεται, δεν ενδιαφέρθηκε ποτέ ιδιαίτερα για την ιστορική ορθογραφία της. Η ορθογραφία του είναι ανάλογη με εκείνη των ανθρώπων που δεν είχαν φοιτήσει σε σχολείο και για κάποιους λόγους θέλησαν μεγάλοι να καταγράψουν τις σκέψεις τους. Τέτοια παραδείγματα αποτελούν τα χειρόγραφα του Μακρυγιάννη και άλλων αγωνιστών της τουρκοκρατίας.

Άδολη φιλία

Ο ποιητής ένιωθε έντονη την ανάγκη να τον αγαπούν. Ίσως ο ψυχισμός του επηρεάστηκε από κάποια γεγονότα που σχετίζονταν με την οικογενειακή του ζωή, τα οποία δεν μπορούσαν να τον αφήσουν ανεπηρέαστο. Όταν, μετά το τέλος των σπουδών του, γύρισε από την Ιταλία, βρήκε την μητέρα του, που είχε χρόνια να την αντικρίσει, να μεγαλώνει τα παιδιά που είχε αποκτήσει με τον άντρα που παντρεύτηκε αμέσως μετά τον θάνατο του δικού του πατέρα. Δεν του συμπαραστάθηκαν στα πρώτα βήματα της νέας του ζωής ούτε η μητέρα του, που είχε την δική της οικογένεια, ούτε τα αδέλφια του ούτε οι συγγενείς του. Αντιθέτως, αυτός τους βοηθούσε με όποιον τρόπο μπορούσε. Μόνο λίγοι νέοι με κοινά ενδιαφέροντα ήρθαν κοντά του και η μοναξιά έγινε υποφερτή. Δεν είναι τυχαία η προσκόλληση που δείχνει σε κάποιους φίλους του δεκαετίες αργότερα και η σημασία που αποδίδει στην ιδεατή, άδολη φιλία. Όπως πολλοί άνθρωποι του πνεύματος, θεωρεί τις συγγενικές σχέσεις ασήμαντες μπροστά στις πνευματικές και τις φιλικές. Δεν διστάζει όμως να συγκρουστεί, να έρθει ακόμη και σε οριστική ρήξη με όσους στην πορεία αποδεικνύονται μικρόψυχοι και ανάξιοι της εμπιστοσύνης του.

Η μοναχικότητά του

Ο Σολωμός από πολύ νωρίς επιδιώκει τη μοναξιά. Όταν του δίνεται ευκαιρία, μένει μακριά από την πόλη και κάνει περιπάτους στην εξοχή. Στην ηλικία που άλλοι έπαιρναν οριστικές αποφάσεις για τον έγγαμο βίο τους, αποφασίζει να ζήσει μόνος. Τον Νοέμβρη του 1837 (σε ηλικία 39 ετών) γράφει στον αδελφό του Δημήτρη: «Εγώ τη μοναξιά, όπου ζω τώρα και κάμποσα χρόνια, δε θα την αφήσω παρά μονάχα όταν αφήσω και τη ζωή. Ίσια ίσια που θα θαφτώ ολοένα και πιο πολύ μέσα της, κι αυτό μου δίνει κάποια παρηγοριά, καθώς και την απόλυτη συναίσθηση για το καθήκον μου».

Ένιωθε την ανάγκη της αγάπης των άλλων και γνώριζε πολύ καλά πως για να πάρεις αγάπη πρέπει να δώσεις αγάπη. Πίστευε με πάθος στη μεταθανάτια ζωή και αυτό μπορεί να το διακρίνει κανείς σε όλη την έκταση του έργου του. Πίστευε ότι στην άλλη ζωή θα συναντήσει τα πρόσωπα που αγάπησε αλλά στερήθηκε, έχοντας την ελπίδα ότι η θεϊκή κρίση θα τον τοποθετούσε στην πλευρά των «δικαίων». ΔΣ 

[Απόσπασμα από εκτενές δοκίμιο που δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Οδός Πανός, τεύχος 105-106, 1999]



Πέμπτη, 31 Μαρτίου 2016

Ένα νησί
Και να μη γνωρίζει κανείς την αρχαία ελληνική μυθολογία, εύκολα θα μπορούσε να φανταστεί μετά από μια επίσκεψη στη Δήλο, ότι υπάρχει κάποιος Θεός πίσω από αυτό το φως που κάνει όλα τα πράγματα “δήλα”-φανερά, αφού, είτε απευθείας από τον ήλιο είτε ως αντανάκλαση, δημιουργεί τέτοια χρώματα και αποχρώσεις, ώστε να αμφιβάλλεις αν ποτέ εδώ νυχτώνει.

Όταν επισκέπτεσαι τη Δήλο, νιώθεις την προηγούμενη ζωή σου να γλιστρά κάτω από τα πόδια σου και να φεύγει, νιώθεις μια μυστηριακή κένωση. Μια διαδικασία απαραίτητη, ώστε λίγο μετά να έχεις το δικαίωμα να γευτείς το αληθινό φως, να περπατήσεις στα ζωντανά συντρίμμια ενός μυθικού και ιερού τόπου, σε ένα από τα πιο λιτά τοπία του Αιγαίου.

Εκείνο που περισσότερο ίσως από όλα εντυπωσιάζει τον επισκέπτη -πέρα από την εκτυφλωτική, σχεδόν βασανιστική λάμψη του ήλιου- είναι τα υπέροχα ψηφιδωτά: ο Διόνυσος πάνω σ' έναν πάνθηρα, ο Διόνυσος ανάμεσα στην Αθηνά και τον Ερμή, δελφίνια, άγκυρες, θεατρικά προσωπεία. Το φως επιβάλλει τη δική του αισθητική και σπάει την προκατάληψη ότι η τέχνη στους ιερούς χώρους πρέπει να ακολουθεί ρυθμούς αυστηρούς και απόλυτους.

Σ' αυτό το νησί γεννήθηκαν η Άρτεμη και ο Απόλλωνας. Μόνο εδώ η μητέρα τους Λητώ βρήκε καταφύγιο από το αδιάκοπο κυνηγητό της Ήρας. Έτσι, το νησί Αστερία, που ως τότε έπλεε στα νερά του Αιγαίου, με αποτέλεσμα να είναι “άδηλο”, σταθεροποιήθηκε με διαμαντένιες αλυσίδες και πήρε το όνομα Δήλος. Στη συνέχεια, το παριανό μάρμαρο έδεσε εδώ με την ώχρα και τον γρανίτη του εδάφους. Και ο Απόλλων αποδείχτηκε φιλόξενος θεός. Δέχτηκε να εγκατασταθούν στο νησί του και άλλοι θεοί, από την Ανατολή και από την Αίγυπτο.

Αργότερα, που η Δήλος εξαφανίστηκε από τον πολιτικό χάρτη, ονομάζεται και πάλι “Άδηλος” και στα χρόνια της Τουρκοκρατίας γίνεται ένα από τα ορμητήρια των πειρατών του Αιγαίου.

Ο Δ-ήλιος Απόλλων και ο Ήλιος Απόλλων είναι η προσωποποίηση της πρωταρχικής και πιο πνευματώδους δημιουργικής δύναμης της φύσης: του φωτός. Εδώ ο ήλιος σε βασανίζει, σε κυνηγά, δεν έχεις πού να κρυφτείς. Όπου και να πας θα σε ανακαλύψει και θα αποκαλύψει όλα σου τα μυστικά. Θα σε αναζητήσει και όταν έρθει η στιγμή, κάτω από τα βέλη του θα υποκύψεις στην αλήθεια. ΔΣ

Πρώτη δημοσίευση: Οι μαθητευόμενοι της οδύνης, εκδ. Οδός Πανός, Αθήνα, 1995, σ.76-77.

Κυριακή, 27 Μαρτίου 2016


Αφιέρωμα στον Νίκο-Αλέξη Ασλάνογλου

Με αφιέρωμα στον ποιητή Νίκο-Αλέξη Ασλάνογλου κυκλοφόρησε το τεύχος 77-78 του περιοδικού Εμβόλιμον (εκδότης ο ποιητής Γιώργος Χ. Θεοχάρης). 

Στο αφιέρωμα συνεργάζονται με δοκίμια, μαρτυρίες, φιλολογικά κείμενα και ποιήματα αρκετοί ποιητές, πεζογράφοι και κριτικοί λογοτεχνίας: Άννα Αφεντουλίδου, Βασίλης Βασιλικός, Χρύσα Βλάχου, Παναγιώτης Γούτας, Άννα Γρίβα, Γιώργος Χ. Θεοχάρης, Βασίλης Ιωαννίδης, Θωμάς Ιωάννου, Έφη Καλογεροπούλου, Βαλεντίνη Χ. Καμπατζά, Βικτωρία Καπλάνη, Χριστίνα Καραντώνη, Δημήτρης Κονιδάρης, Έλσα Κορνέτη, Κατερίνα Κούσουλα, Κώστας Κρεμμύδας, Στέλιος Λουκάς, Κατερίνα Μαλακατέ, Ειρήνη Μανδηλαρά, Θανάσης Μαρκόπουλος, Δήμητρα Μήττα, Τζίνα Ξυνογιαννακοπούλου, Βάσω Οικονομοπούλου, Χρίστος Παπαγεωργίου, Σωτήρης Παστάκας, Μαρία Πολίτου, Τάσος Πορφύρης, Κώστας Θ. Ριζάκης, Διονύσης Στεργιούλας, Βαγγέλης Τασιόπουλος, Γρηγόρης Τεχλεμετζής.

Επίσης δημοσιεύονται συνεντεύξεις του ποιητή στον Στέλιο Λουκά και στους Θανάση Λάλα και Λάμπη Ταγματάρχη. 

Το πορτρέτο του ποιητή στο εξώφυλλο και τη σελίδα 4 φιλοτέχνησε ο Γιάννης Παπανελόπουλος. 

Ο Νίκος-Αλέξης Ασλάνογλου γεννήθηκε το 1931 στη Θεσσαλονίκη, όπου και έζησε το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του. Tο 1979 μετακόμισε στην Αθήνα, όπου έζησε ως τον θάνατό του (1996).


Δευτέρα, 29 Φεβρουαρίου 2016

Όταν έκλεινε τα μάτια (Αλέξανδρος)*
 
Όταν έκλεινε τα μάτια, έβλεπε τον θάνατο να πλησιάζει. Μόλις ξυπνούσε, όλοι τον καθησύχαζαν. Οι σοφοί που τον περιτριγύριζαν έλεγαν ότι το πέταγμα των πουλιών δεν δείχνει θάνατο, ούτε καν θλίψη ή στενοχώρια. Μόνο νίκες, συνεχείς νίκες. Μα ένας ιερέας του Δία είπε τη γνώμη του ελεύθερα αδιαφορώντας για τις επιπτώσεις: «Οι ψυχές που με τη βία απομάκρυνες από σώματα ανθρώπων, σε θέλουν γρήγορα κοντά τους. Είναι πλέον αργά για κάθε άλλη σκέψη. Το μόνο που σου μένει να κάνεις είναι να τις εξευμενίσεις όσο είσαι ακόμη ζωντανός».


[*Πρώτη δημοσίευση του ποιήματος: Περιοδικό Οδός Πανός, τχ. 169, Ιανουάριος-Μάρτιος 2016, σελ. 101]

Πέμπτη, 11 Φεβρουαρίου 2016

Πρόσκληση


Οι Εκδόσεις Οδός Πανός σάς προσκαλούν στην εκδήλωση παρουσίασης των βιβλίων του Γιώργου Χρονά και του Φώτη Θαλασσινού, που θα πραγματοποιηθεί την Παρασκευή 12 Φεβρουαρίου 2016, στις 8 μ.μ., στο cafe-bar Γαζία (Καρόλου Ντηλ 22 & Γ. Σταύρου). Για τα βιβλία θα μιλήσουν οι συγγραφείς Διονύσης Στεργιούλας και Παναγιώτης Γούτας.

Κυριακή, 31 Ιανουαρίου 2016

Η γερμανική κατοχή στη Θεσσαλονίκη

Στη μελέτη της Σωτηρίας Σταυρακοπούλου με τίτλο Η γερμανική κατοχή στους πεζογράφους της Θεσσαλονίκης εξετάζεται η σχέση μεταξύ Ιστορίας και Λογοτεχνίας, όχι όμως θεωρητικά, αλλά μέσα από την παράθεση αποσπασμάτων από το έργο πέντε δημιουργών. Τεσσάρων του “κύκλου της Διαγωνίου” (Ντίνος Χριστιανόπουλος, Γιώργος Ιωάννου, Περικλής Σφυρίδης, Τόλης Καζαντζής) και ενός της παράδοσης του “εσωτερικού μονολόγου” (Νίκος Μπακόλας).

Οι αφηγήσεις των συγγραφέων αφορούν γνωστά και άγνωστα κεφάλαια της νεότερης Ιστορίας, όπως οι διωγμοί των Εβραίων, ο από λάθος βομβαρδισμός των δυτικών συνοικιών της Θεσσαλονίκης από Άγγλους, η σφαγή στον Χορτιάτη, η συνέχιση της δράσης της φασιστικής οργάνωσης Τρία Έψιλον (“Εθνική Ένωσις Ελλάς”) κατά τη διάρκεια της Κατοχής, η αποχώρηση των γερμανικών στρατευμάτων και η απελευθέρωση.

Οι σκληρές συνθήκες διαβίωσης που επέβαλαν οι κατακτητές, η αρνητική ιστορική συγκυρία, η ακραία φτώχεια, η πείνα, τα συσσίτια και μερικές άλλες καταστάσεις που περιγράφονται λεπτομερώς από τους συγγραφείς, που έζησαν στη Θεσσαλονίκη κατά την περίοδο της γερμανικής κατοχής, προκαλούν στον αναγνώστη, άθελά του, συνειρμούς που συνδέουν, μέσω ενός παράξενου νήματος λέξεων και εικόνων, τη σχετικά μακρινή εκείνη περίοδο με τη σημερινή Ελλάδα που ζει μία βαθιά οικονομική κρίση.

Και ένα απόσπασμα από την εισαγωγή του βιβλίου:

"Γεννιέται, ασφαλώς, το ερώτημα τι μπορεί να προσφέρει η διά της μνήμης αναβίωση των ιστορικών/κοινωνικών γεγονότων της Κατοχής, που οι παραπάνω συγγραφείς πέρασαν στη λογοτεχνία, πέρα από την αισθητική απόλαυση που προσφέρει πάντα ένα καλό λογοτεχνικό βιβλίο. Πιστεύω πως συμπληρώνει την "επίσημη" ιστορία, που γράφεται ακολουθώντας επιστημονική μέθοδο και αφορά συνήθως τους πρωταγωνιστές και δημιουργούς των γεγονότων. Είναι, θα έλεγα, επιστημονικά ψυχρή καταγραφή, ενώ η λογοτεχνική αναβίωση των γεγονότων είναι πάντα συναισθηματικά φορτισμένη. Αναφέρεται σε προσωπικές ή ατομικές περιπτώσεις απλών ανθρώπων που γράφουν τη "μικροϊστορία" της εποχής. Κι εδώ βρίσκεται η αξία της: συμπληρώνει την "επίσημη" ιστορία και καταφέρνει, μέσα από τη συγκίνηση που προκαλεί στον αναγνώστη, να κάνει το παρελθόν ολοζώντανο παρόν."

Σωτηρία Σταυρακοπούλου, Η γερμανική κατοχή στους πεζογράφους της Θεσσαλονίκης, Μαλλιάρης παιδεία, Θεσσαλονίκη 2015.