Τετάρτη, 31 Ιουλίου 2013

Το αφιέρωμα του περιοδικού «O Κύκλος» 
στον Κ. Π. Καβάφη

Το αφιερωμένο στον Καβάφη τεύχος του περιοδικού «Ο Κύκλος»[1], που κυκλοφόρησε τον Νοέμβριο του 1932, θεωρείται «σημαντικός σταθμός στην καβαφική βιβλιογραφία και πρώτο ουσιαστικό αφιέρωμα στον Αλεξανδρινό»[2]. Είχαν προηγηθεί σχετικά κείμενα δημοσιευμένα σε πλήθος περιοδικών και εφημερίδων και δύο άλλα εκτενή αφιερώματα: στο γαλλόφωνο περιοδικό του Καΐρου «La Semaine Egyptienne» (1929)[3] και στη «Νέα Τέχνη» του Μάριου Βαϊάνου (1924)[4], που ήταν χρονολογικά το πρώτο μεγάλο αφιέρωμα στον ποιητή. Το αφιέρωμα της «Νέας Τέχνης», παρά τις δεκάδες συνεργασίες ηχηρών ονομάτων και τα πολλά ενδιαφέροντα στοιχεία, είχε έναν χαρακτήρα αποσπασματικότητας και επιφανειακής προσέγγισης του καβαφικού έργου. Θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ανθολόγιο γνωμών για τον Καβάφη, ενώ και στις προθέσεις του εκδότη δεν φαίνεται να ήταν η εμβάθυνση στο έργο του ποιητή, αλλά η προβολή και η καθιέρωση αυτού του έργου στη συνείδηση των αναγνωστών ως του σημαντικότερου πνευματικού επιτεύγματος που είχε να επιδείξει ο ελληνισμός, τουλάχιστο κατά το πρώτο τέταρτο του εικοστού αιώνα. 

Η σχεδόν χωρίς όρους αποδοχή διαπερνά και το αφιέρωμα του «Κύκλου», όμως εδώ τα πράγματα είναι αρκετά διαφορετικά. Δεν υπάρχει απλή παράθεση γνωμών αλλά μελέτες από κριτικούς και ποιητές, που οι περισσότεροι είχαν γνωρίσει προσωπικά τον Καβάφη και είχαν συνομιλήσει μαζί του για το έργο του. Μέσα στα λίγα χρόνια που μεσολάβησαν, το καβαφικό έργο δεν χαρακτηρίζεται πλέον «ιδιόρρυθμο» με την ευκολία που αυτό συνέβαινε στο παρελθόν και ο ποιητής αναγνωρίζεται αυθόρμητα από πολλούς ανθρώπους των γραμμάτων ως ο κορυφαίος έλληνας λογοτέχνης της εποχής του. Ταυτόχρονα, οι εχθροί του ποιητή κάνουν κάθε τόσο αισθητή την παρουσία τους με επιθετικά δημοσιεύματα, που αφορούν είτε τον ίδιο είτε το έργο του.

Το αφιέρωμα ετοιμάστηκε την περίοδο που ο Καβάφης είχε επισκεφτεί την Αθήνα για λόγους υγείας και τυπώθηκε λίγο μετά την αναχώρησή του για την Αλεξάνδρεια. Όλοι οι συνεργάτες του τεύχους είναι νέοι, κατά πολύ νεότεροι από τον Καβάφη, με ηλικίες από είκοσι πέντε έως τριάντα έξι ετών. Η μεγάλη επίδραση του έργου του στους νέους της Αθήνας είχε προκαλέσει εντύπωση και στον ίδιο τον ποιητή[5].

Στο πρώτο κείμενο του αφιερώματος («Μερικές ακόμα εντυπώσεις από το έργο του Καβάφη», σ. 65-68) η κριτικός Άλκης Θρύλος (Ελένη Ουράνη, 1896-1971), δεύτερη σύζυγος του ποιητή Κώστα Ουράνη, εκφράζει με συνοπτικό τρόπο και σε όλους τους τόνους τον απεριόριστο θαυμασμό της στον ποιητή. Τον χαρακτηρίζει μεγαλοφυΐα και θεωρεί ότι το ποίημα Περιμένοντας τους Βαρβάρους είναι ένα από τα αριστουργήματα της παγκόσμιας ποίησης, που θα μπορούσε να σταθεί δίπλα στο Μεθυσμένο καράβι του Rimbaud και στο Κοράκι του Poe. Γράφει ακόμη ότι η μετάφραση του καβαφικού έργου σε ξένες γλώσσες, τουλάχιστο στα αγγλικά και γαλλικά, που γνώριζε και ο ποιητής, θα λειτουργούσε για το διεθνές κοινό σαν μία αποκάλυψη. Δεν είναι απίθανο κάποιες από τις απόψεις που διατυπώνονται στο κείμενο να απηχούν σκέψεις του ίδιου του Καβάφη, μια και η κριτικός αναφέρεται σε συνομιλίες που είχε μαζί του.

Ο αναγνώστης συνειδητοποιεί στη διάρκεια της ανάγνωσης ότι δεν διαβάζει ένα κριτικό κείμενο αλλά έναν ύμνο στον αλεξανδρινό ποιητή. Το υμνητικό ύφος του κειμένου είναι τέτοιας έκτασης και έντασης, που ακόμη και στην ίδια την κριτικό προκαλείται αμηχανία. Στο υστερόγραφο, που προσθέτει μετά την υπογραφή της, γράφει απολογητικά: «Οι λίγες αυτές γραμμές δεν έχουν την αξίωση κριτικής μελέτης. Θέλησα μόνον να ξαναεπαναλάβω τον άπειρό μου θαυμασμό για το έργο του Καβάφη και κάπως με απλές υποδείξεις να τον δικαιολογήσω». Την ίδια περίοδο κείμενα για τον ποιητή γράφει και ο Κώστας Ουράνης, ενώ κατά το διάστημα της διαμονής του Καβάφη στην Αθήνα το ζεύγος οργάνωσε δεξίωση προς τιμήν του[6]. Ο τρόπος προσέγγισης του καβαφικού έργου από την Ελένη Ουράνη, με την άνευ όρων αποδοχή και τον ανυπόκριτο θαυμασμό, αποτέλεσε τις επόμενες δεκαετίες κοινό τόπο στις καβαφικές μελέτες.

Ο Κ. Θ. Δημαράς (1904-1992) συμμετέχει στο αφιέρωμα με ένα εκτενές κείμενο για τον Καβάφη, που έχει τίτλο: «Μερικές πηγές της καβαφικής τέχνης» (σ. 69-86). Ασχολείται με την αισθητική διάσταση, την τεχνική και τις πηγές της έμπνευσης των ποιημάτων του Καβάφη και κάνει μία παρατήρηση που αργότερα θα υιοθετήσουν ο Γιώργος Σεφέρης (εν μέρει) και κυρίως ο Στρατής Τσίρκας και ο Γ. Π. Σαββίδης: «Πιστεύω ότι κάθε ποίημα του κ. Καβάφη έχει –συνειδητό, επαναλαμβάνω, και όχι ασυνείδητο– κίνητρο ένα προσωπικό περιστατικό του ποιητή, που κάποτε αποκαλύπτεται πιο εύκολα, κάποτε πιο δύσκολα, αλλά που η προσεκτική μελέτη θα μπορούσε πάντα να φέρει σε φως» (σ. 71). Στο πλαίσιο αυτής της άποψης, η ποίηση του Καβάφη χαρακτηρίζεται «ποίηση αναδρομών, αναπλάσεων περισσότερο παρά ποίηση αισθημάτων και συναισθημάτων» (σ. 80). Με βάση αυτές και άλλες παρατηρήσεις (όπως ότι «συνήθως στα ποιήματα του κ. Καβάφη συμβολίζεται η μονήρης επανάληψη της ερωτικής απολαύσεως») αναλύει κάποια από τα ερωτικά του ποιήματα παραθέτοντας αποσπάσματά τους, ενώ σε ορισμένες περιπτώσεις εστιάζει και στον τρόπο χρήσης συγκεκριμένων λέξεων, όπως της λέξης «επέστρεφε». Προς το τέλος της μελέτης κάνει μία ακόμη σημαντική παρατήρηση, σχετική με την καβαφική ειρωνεία. Αρνείται την ύπαρξη ειρωνείας και μιλά για «ηθοποιία», ενώ κλείνοντας το κείμενο υποστηρίζει ότι η χριστιανική πίστη του Καβάφη δεν μπορεί να αμφισβητηθεί. Στο αφιέρωμα του περιοδικού «Νέα Εστία» στον Καβάφη, που κυκλοφόρησε μετά τον θάνατο του ποιητή, ο Δημαράς δημοσιεύει μελέτη με τίτλο «Η “ηθοποιία” του Καβάφη», που αποτελεί συνέχεια της συνεργασίας του στο αφιέρωμα του «Κύκλου»[7].

Ο Τ. Κ. Παπατζώνης (Τάκης Παπατσώνης, 1895-1976) χαρακτηρίζει στο κείμενό του («Συμβολή σε κριτική του έργου του κ. Καβάφη», σ. 87-93) τον Καβάφη ως «τον μοναδικό ποιητή παγκόσμιας αξίας, που κατόρθωσε να γεννήσει ο ελληνισμός, ύστερ’ από τέτοιες προσμονές» (σ. 88). Στη συνέχεια, αφού καταγράφει τις δυσκολίες που προκύπτουν κατά την προσπάθεια προσέγγισης και κατανόησης του καβαφικού έργου, προτείνει, ως μόνη μέθοδο που μπορεί να έχει αποτελέσματα, την ψυχαναλυτική. Το χαρακτηρίζει «έργο άκρατου υποκειμενισμού, και τόσο πιο άκρατου, όσο προσπαθεί να παίρνει μορφή αντικειμενικότητας» (σ. 89). Δεν δέχεται τον διαχωρισμό των ποιημάτων του Καβάφη σε «ιστορικά, φιλοσοφικά και αισθησιακά» και φέρνει συγκεκριμένα παραδείγματα ποιημάτων, που θα μπορούσαν να ανήκουν σε περισσότερες από μία κατηγορίες. Το κείμενο του Παπατσώνη είναι γραμμένο από ποιητή για άλλο ποιητή, από ποιητή για ομότεχνό του, παρά την εν μέρει φιλολογική του διάσταση. Φαίνεται ακόμη πιθανό ότι ο Παπατσώνης, μιλώντας για τον Καβάφη, προβάλλει στοιχεία που θα αναπτύξει αργότερα στο δικό του έργο.

Ο Ι. Α. Σαρεγιάννης (1898-1962) συμμετέχει στο τεύχος με ένα σύντομο κείμενο που έχει τίτλο: «Σχόλια στο ποίημα του Καβάφη Μύρης· Αλεξάνδρεια του 340 μ.Χ.» (σ. 94-97). Στην εισαγωγή γράφει ότι τον Καβάφη πολλοί τον γνωρίζουν από τα ποιήματα της πρώτης περιόδου, όπως «Τα τείχη», «Η Πόλις» και «Τα κεριά», που είναι ποιήματα υποκειμενικά και κινούνται σε ένα μόνο επίπεδο. Τα ποιήματα αυτά, σχολιάζει, δεν μπορούν «να συγκριθούν με τα τελευταία του, τ’ αντικειμενικά του, που έχουν τρεις αν όχι και τέσσερις διαστάσεις» (σ. 94). Ακολουθεί μία τυπική και αναμενόμενη, αλλά και ιδιαίτερα προσεγμένη και αναλυτική, προσέγγιση του ποιήματος «Μύρης· Αλεξάνδρεια του 340 μ.Χ.», που το χαρακτηρίζει «δράμα απομονώσεως». Το κείμενο αυτό του Σαρεγιάννη εντάχθηκε, μαζί με άλλες μελέτες του, στο βιβλίο Σχόλια στον Καβάφη, που κυκλοφόρησε μετά τον θάνατό του (Ίκαρος, 1964) με πρόλογο του Γιώργου Σεφέρη και εισαγωγή του Ζήσιμου Λορεντζάτου.

Ο Μ. Σπιέρος (άλλα ψευδώνυμα Νικόλας Κάλας και Νικήτας Ράντος, πραγματικό όνομα Νικόλαος Καλαμάρης, 1907-1988) συμμετέχει στο αφιέρωμα με την πιο εκτενή συνεργασία («Παρατηρήσεις επάνω στο καβαφικό έργο», σ. 98-126). Από την αρχή του κειμένου αναφέρεται στην ποίηση ως φαινόμενο κοινωνικό, που συνδέεται πολλαπλώς με την ιστορία, την πολιτική και τις ταξικές ισορροπίες. Μιλά για «αστική διανόηση» και προσπαθεί έμμεσα ή άμεσα να εντάξει σε αυτό τον όρο κάποιες από τις διαστάσεις ή κάποια από τα θέματα της ποίησης του Καβάφη, όπως το «αίσθημα της αποτυχίας». Γράφει: «Εάν η ελληνική αστική τάξη δεν βρήκε υμνητή στην άνοδό της – (επειδή δεν υπήρχε υλικό για ύμνο) βρήκε όμως άνθρωπον να εκφράσει την παρακμή της» (σ. 103). Χαρακτηρίζει τον Καβάφη, εκτός από «ποιητή της αποτυχίας», «ποιητή του Ελληνισμού» και σημειώνει: «Και το θέμα του Ελληνισμού είναι από εκείνα που μπορούν να εμπνεύσουν έναν μεγάλο ποιητή. Ο Ελληνισμός όπως μας είναι γνωστός από την Ομηρική παράδοση ως την Άλωση της Κωνσταντινουπόλεως, ως σήμερα, παρ’ όλες τις τεράστιες αλλοιώσεις που τα γεγονότα τόσων αιώνων του επιφέρανε παρουσιάζει αναντίρρητα στοιχεία συνοχής» (σ. 101). Δικαιολογεί τη γλώσσα του Καβάφη και μιλά για «στενοκεφαλιά του Ψυχάρη», που τον έκρινε αρνητικά εξαιτίας των γλωσσικών του επιλογών. Ο Καβάφης, για τον Μ. Σπιέρο, συντελεί «πιο πολύ από κάθε άλλον καλλιτέχνη […] στη λύση του γλωσσικού προβλήματος κατά τρόπον “πραγματικό” (pragmatique)» (σ. 104). Χρησιμοποιεί όρους της ψυχανάλυσης για να εξηγήσει τη θέση της γυναίκας και του άντρα, αλλά και τον ρόλο των στολιδιών και της ενδυμασίας στο καβαφικό έργο. Θεωρεί τον Καβάφη χριστιανό προβάλλοντας ως κύριο επιχείρημα τον τρόπο που αντιμετωπίζει τον αυτοκράτορα Ιουλιανό: «Πρέπει κανείς να είναι πολύ φανατικός χριστιανός για να μπορεί στην εποχή μας όταν γράφει για τον Αυτοκράτορα Ιουλιανό να δείχνεται τόσο μεροληπτικός» (σ. 124). Ο Μ. Σπιέρος, παρόλο που είναι ο μικρότερος σε ηλικία συνεργάτης του αφιερώματος, μόλις είκοσι πέντε ετών, γράφει μία μελέτη με πολλές ουσιώδεις και πρωτότυπες παρατηρήσεις και με ελάχιστες δικές του προβολές, παραπέμποντας διαρκώς σε στίχους και ποιήματα του Καβάφη[8].

Ο Τέλλος Άγρας (1899-1944) θυμάται στο κείμενό του («Καλοί κι αγαπητοί….», σ. 127-133) ότι ήταν από τους πρώτους που μίλησε για τον Καβάφη και στη συνέχεια αναλύει την προσωπική του σχέση με το έργο του ποιητή: πώς το έβλεπε το 1922 και ποια είναι μετά από δέκα χρόνια η στάση του προς αυτό. Δεν υπάρχουν παρά ελάχιστες αναφορές σε συγκεκριμένα ποιήματα ή στίχους. Δεν εστιάζει σε λεπτομέρειες και σε μερικότητες, αλλά αντιμετωπίζει το θέμα του μάλλον «διαισθητικά» και συνολικά. Προσπαθεί να αναζητήσει και να οριοθετήσει τη θέση που κατέχει η ποίηση του Καβάφη ανάμεσα στις διαχρονικές τάσεις της παγκόσμιας ποίησης συμπεραίνοντας ότι «ο Καβάφης είναι ρεαλιστής». Οι παρατηρήσεις του Τέλλου Άγρα έχουν μεγάλο βάθος (παρόλο που το κείμενο μοιάζει να μην έχει δομή και να είναι γραμμένο βιαστικά) και, χωρίς ίσως να το αντιλαμβάνεται και ο ίδιος, αναλύοντας την ποίηση του Καβάφη είναι σαν να καταγράφει τις συντεταγμένες μιας νέας, άγνωστης έως τότε στους κριτικούς και στο κοινό της ποίησης, αισθητικής θεωρίας. 

Ο Γ. Κ. Κατσίμπαλης (1899-1978) είναι ο συντάκτης της τελευταίας συνεργασίας του τεύχους («Σχεδίασμα καβαφικής βιβλιογραφίας», σ. 134-139). Ο Γιώργος Κατσίμπαλης, ως αντικαβαφικός και λάτρης του Παλαμά, αποτελεί παραφωνία μεταξύ των συνεργατών του αφιερώματος. Σε επιστολή του προς τον Σεφέρη, μετά από πολύ αρνητικούς χαρακτηρισμούς για τον Καβάφη, γράφει μεταξύ άλλων: «Η παρέα ωστόσο του “Πυρσού” έχει πάθει παράκρουση μαζί του. Ο Δημαράς, ο Καλαμάρης, ο Παπατσώνης κι άλλοι, κοιλοπονάνε εδώ και τρεις μήνες άρθρα και μελέτες για τον Καβάφη, μαζέψανε και τα σχετικά λεφτά, και βγάζουμε ένα πανηγυρικό τεύχος προς τιμήν του. Στο τεύχος αυτό –μην ξαφνιαστείς– συνεργάζομαι κι εγώ με μία Καβαφική Βιβλιογραφία, που έχω έτοιμη από καιρό, συμπλήρωσα τελευταία, και τη δίνω εκεί γιατί δεν έχω καμιά όρεξη (ούτε και λεφτά) να την τυπώσω ξεχωριστά»[9]. Η βιβλιογραφία αναφέρεται ως «Σχεδίασμα», επειδή ο ίδιος ο Καβάφης είχε πει στον συντάκτη ότι πρέπει να χρησιμοποιήσει έναν ανάλογο τίτλο, μια και εκτός από τα ευρέως γνωστά, υπήρχαν πολλά ακόμη δημοσιεύματα για το έργο του. Το μεγαλύτερο ίσως ενδιαφέρον της βιβλιογραφίας βρίσκεται στις χρονολογίες των δημοσιευμάτων. Το συμπέρασμα που προκύπτει είναι ότι πριν το 1924 ο Καβάφης είναι «βιβλιογραφικά» σχεδόν άγνωστος, ενώ παρουσιάζεται μία έκρηξη στο ενδιαφέρον του κοινού και της κριτικής για το έργο του μετά την κυκλοφορία του αφιερώματος της «Νέας Τέχνης».

Το αφιέρωμα ολοκληρώνεται με την αναδημοσίευση, αμέσως μετά από το «Σχεδίασμα καβαφικής βιβλιογραφίας», οκτώ ποιημάτων του Καβάφη: «Περιμένοντας τους Βαρβάρους», «Che feceil gran rifiuto», «Επέστρεφε», «Θυμήσου, Σώμα…», «Μύρης· Αλεξάνδρεια του 340 μ.Χ.», «Ο καθρέπτης στην είσοδο», «Μέσα στα καπηλειά», «Ο Δημάρατος».

Το «Αφιερωμένο στον ποιητή Κ. Π. Καβάφη» τεύχος του περιοδικού «Ο Κύκλος» ανατυπώθηκε πρώτη φορά το 1983 από το Ελληνικό Λογοτεχνικό και Ιστορικό Αρχείο (ΕΛΙΑ) και δεύτερη φορά τον Απρίλιο του 2013, από άλλο αντίτυπο, από τις εκδόσεις Οδός Πανός, με την ευκαιρία της συμπλήρωσης εκατόν πενήντα χρόνων από τη γέννηση του ποιητή και ογδόντα από τον θάνατό του.
Διονύσης Στεργιούλας


[Η μελέτη γράφτηκε με αφορμή την ανατύπωση του περιοδικού «Ο Κύκλος» τον Απρίλιο του 2013 από τις εκδόσεις ΟΔΟΣ ΠΑΝΟΣ και κυκλοφόρησε σε ένθετο δίπτυχο μαζί με το ανατυπωμένο τεύχος.]


[1] «Ο ΚΥΚΛΟΣ – ΦΥΛΛΑ ΤΟΥ ΛΟΓΟΥ ΚΑΙ ΤΗΣ ΤΕΧΝΗΣ», «Αφιερωμένο στον ποιητή Κ. Π. Καβάφη», Α’ χρόνος, τόμος Β΄, αρ. 3-4. Διευθυντής: Α. Μελαχρινός. Η αρίθμηση αρχίζει από τη σελίδα 65 και τελειώνει στη σελίδα 144.
[2] Δ. Δασκαλόπουλος, Μ. Στασινοπούλου, Ο βίος και το έργο του Κ. Π. Καβάφη, Μεταίχμιο, Αθήνα 2002, σ. 164.
[3] Ανατυπώθηκε το 1983 από το Ελληνικό Λογοτεχνικό και Ιστορικό Αρχείο (ΕΛΙΑ).
[4] «ΜΗΝΙΑΙΑ ΠΕΡΙΟΔΙΚΗ ΕΚΔΟΣΙΣ - ΝΕΑ ΤΕΧΝΗ», τχ. 7-10, Αθήνα, Ιούλιος-Οκτώβριος 1924. Ανατυπώθηκε το 1983 από το Ελληνικό Λογοτεχνικό και Ιστορικό Αρχείο (ΕΛΙΑ).
[5] Δ. Δασκαλόπουλος, Μ. Στασινοπούλου, στο ίδιο, σ. 164.
[6] Δ. Δασκαλόπουλος, Μ. Στασινοπούλου, στο ίδιο, σ. 162.
[7] Έχω την άποψη ότι ολόκληρο το αφιέρωμα της «Νέας Εστίας» (τχ. 158, Αθήνα, 15 Ιουλίου 1933), παρότι μεταθανάτιο, θα μπορούσε να θεωρηθεί, σε κάποιο βαθμό, συνέχεια του αφιερώματος του «Κύκλου».
[8] Το κείμενό του Μ. Σπιέρου είναι πιθανό να υποβαθμίστηκε ή και να αγνοήθηκε από τους μεταγενέστερους μελετητές του καβαφικού έργου, σύμφωνα με τον Νίκο Χατζηνικολάου: «Απορίες για την υποδοχή του Nicolas Calas», εφημ. ΤΟ ΒΗΜΑ, 26-4-1998.
[9] Δ. Δασκαλόπουλος, Μ. Στασινοπούλου, στο ίδιο, σ. 161.