Κυριακή, 31 Μαρτίου 2013

Παύλος Μάτεσις: "Ο Παλαιός των Ημερών"

[Ένας πολύ σημαντικός Έλληνας συγγραφέας, ο Παύλος Μάτεσις, έφυγε από τη ζωή τον Ιανουάριο του 2013. Σαν μνημόσυνο, αναδημοσιεύω μία κριτική για το βιβλίο του Ο Παλαιός των Ημερών*, από το περιοδικό Οδός Πανός, τχ. 85, 1996]

Ο Παλαιός των Ημερών του Παύλου Μάτεσι είναι μία περιδιάβαση στην Ελλάδα που έφυγε, στην Ελλάδα με τις μνήμες του Βυζαντίου και των χρόνων της τουρκοκρατίας, στη λαϊκή Ελλάδα μιας εποχής σχετικά πρόσφατης, που μας φαίνεται όμως πάρα πολύ μακρινή. Ωστόσο, δεν μπόρεσα να δω το βιβλίο παρά σαν μαρτυρία και αλληγορία για τη σημερινή Ελλάδα του τέλους της δεύτερης χιλιετίας, την Ελλάδα που επιστρέφει στον μυστικισμό και τον ανορθολογισμό και επιζητεί κάθε στιγμή το θαύμα. «Αχόρταγοι για θαυματουργήματα», κατά την ειρωνική διατύπωση του συγγραφέα (σελ. 131).

Στον «Παλαιό των Ημερών» παρατηρούμε από τη μία πλευρά την ανάγκη του μέσου ανθρώπου για θαύματα, μαζί με την αφέλεια και την ευκολοπιστία του, και από την άλλη τον εσωτερικό λαβύρινθο και το αδιέξοδο στο οποίο περιέρχονται εκείνοι που οι συνθήκες και κάποια ιδιαιτερότητα τούς κατέστησαν «χαρισματικούς» και ημίθεους στη συνείδηση του λαού. Οι άνθρωποι αυτοί, αρχικά με τη θέλησή τους και στη συνέχεια σαν άβουλα πρόσωπα ενός δράματος, απομονώνονται στον μύθο που με τόσο κόπο και θυσίες είχαν προσπαθήσει να δημιουργήσουν. Όταν και αν διαισθανθούν την απάτη, με την οποία είχαν ξεγελάσει τους άλλους μα και τον ίδιο τους τον εαυτό, είναι πλέον αργά. Η «ύβρις» έχει συντελεστεί.

Αν προσπαθήσει κανείς να ανακαλύψει τις πηγές και τα «πηγάδια» απ’ όπου αντλεί το υλικό και τη θεματολογία του ο συγγραφέας, θα βρεθεί μπροστά σε ένα μωσαϊκό, που αποτελείται από τα πιο ετερόκλητα συστατικά στοιχεία. Υπάρχουν αναφορές στον Όμηρο, στον αρχαίο μύθο του Διονύσου Ζαγρέως, στις Βάκχες του Ευριπίδη, στα συναξάρια, στις λεγόμενες «λαϊκές φυλλάδες», στα επίσημα και στα απόκρυφα ευαγγέλια, στις βιογραφίες του αγίου Κοσμά του Αιτωλού, στο Άρωμα του Patrick Süskind και σε πλήθος άλλων κειμένων, που μόνο ο συγγραφέας θα μπορούσε ίσως να απαριθμήσει. Όσον αφορά στη λογοτεχνική παράδοση, το μυθιστόρημα θυμίζει τον «μαγικό ρεαλισμό» κάποιων πεζογράφων της Λατινικής Αμερικής.

Η οικονομία του έργου, με την πολλαπλή και διαρκή προσβολή κατά της θείας και της φυσικής δικαιοσύνης και με την κάθαρση που ακολουθεί, είναι εκείνη της αρχαίας τραγωδίας. Το κύριο εύρημα του συγγραφέα, η απάτη που συντελείται σε βάρος του Ελισσαίου από το πρόσωπο που εμπιστεύεται περισσότερο, αφορά στη δύναμη της υποβολής και στη μεταμόρφωση ενός αδύναμου, αδικημένου ανθρώπου που θέλει να εκδικηθεί.

Μια άλλη, ιδιαίτερα ευρηματική, σύλληψη του συγγραφέα είναι το σύνολο της ιστορίας του μετανάστη από την Αμερική, που επιστρέφει στο χωριό. Όλη η διήγηση μού φάνηκε αλληγορική. Αυτό που έδωσαν οι Έλληνες στον σύγχρονο δυτικό κόσμο, το πήραν πίσω σε κάποιες περιπτώσεις παραλλαγμένο, σάπιο και αρρωστημένο. Οι νεότεροι Έλληνες, που περίμεναν πολλά από τον αμερικάνικο πολιτισμό, επένδυσαν στον δυτικό τρόπο ζωής ό,τι πιο πολύτιμο είχαν και για χάρη του αρνήθηκαν μία συνεχή παράδοση χιλιετιών. Μα ο πολιτισμός αυτός, ή μάλλον το υποκατάστατό του που εισήχθη στη χώρα μας, «μόλυνε» όχι μόνο τις κοινωνικές και ερωτικές σχέσεις και τις οικονομικές διαδικασίες, αλλά -το κυριότερο- και την τρυφερή ψυχή των παιδιών. Οι γλυκές καραμέλες που ο «Αμερικάνος» μοίραζε στα παιδιά, έκρυβαν μέσα τους ένα ισχυρό δηλητήριο, που μετέδιδε τη θανατηφόρα αρρώστια, φορέας της οποίας ήταν ο ίδιος. Εξαιτίας της αναμονής του μεγάλου κέρδους όλοι γελάστηκαν και ως τον θάνατό του ήλπιζαν σε ονειρικό οικονομικό αντίκρισμα των θυσιών τους. Έπρεπε να πεθάνει, για να διαπιστώσουν ότι ήταν πιο φτωχός από εκείνους, ότι δεν είχε να τους προσφέρει τίποτα, ότι τους είχε εξαπατήσει. Αναμένοντας τον σύντομο θάνατό του, που όμως καθυστερούσε τραγικά, του χάρισαν ό,τι πιο πολύτιμο είχαν, από χρήματα και υλικά αγαθά μέχρι τις ανήλικες -δώδεκα και δεκατριών χρόνων- κόρες τους. Ανταγωνίζονταν μάλιστα με τίνος την κόρη θα κοιμηθεί ο «ξένος», ενώ παρίσταναν όλοι τους ανήξερους στις κοινές συναναστροφές. Μια ηλικιωμένη γυναίκα, φορέας και προσωποποίηση της αρχέγονης παράδοσης, που είχε μείνει ανεπηρέαστη από όλα τα παραμύθια και τις κοροϊδίες του «Αμερικάνου», παίρνει την απόφαση να τον σκοτώσει.

Ο Παύλος Μάτεσις δουλεύει την ελληνική γλώσσα με πρωτότυπο και επιτυχημένο τρόπο: την αποδεσμεύει συνειδητά από τους απόλυτους κανόνες των εγχειριδίων γραμματικής και συντακτικού και την επαναφέρει σε ένα επίπεδο που αγγίζει τη ζωντάνια του προφορικού λόγου. Δεν παραβλέπει την ιστορία αυτής της γλώσσας και χρησιμοποιεί με κάθε ευκαιρία, με φυσικό τρόπο, παλαιότερους τύπους και λέξεις που έχουν σχεδόν ξεχαστεί. Παρά το πλήθος των αναφορών σε κείμενα και συγγραφείς, δημιουργεί έναν κόσμο μαγικό και εντελώς ανεξάρτητο από τις πηγές, οι οποίες αποτέλεσαν την πρώτη ύλη του μυθιστορήματος.

Παραθέτω δύο τυχαία αποσπάσματα από το βιβλίο, που επιβεβαιώνουν το πόσο εμπνευσμένα και ποιητικά χρησιμοποιεί τις λέξεις ο Μάτεσις: «Ο ίδιος που εποίησε τον κόσμο, ο ίδιος ωσαύτως εποίησε και τον θάνατο. Τη ζωή δεν μπορείτε να την αποφύγετε, είναι μεταδοτική, σαν θανατηφόρο μόλεμα. Πηγαίνετε στα σπίτια σας οι ζωντανοί. Τον άλλο Μάρτη να γυρίσετε» (σελ. 143). «Κάτι ωραίο φτάνει, είπε το άλλο πρωί ο Ζάγρος ξυπνώντας. Τι είναι αυτό το ωραίο που μοσκοβολάει έτσι, η άνοιξη ξανάρχεται, παραμέρισε το καλοκαίρι και γυρίζει ξανά, η άνοιξη είναι που μοσκοβολάει; Ή εγώ;» (σελ. 173).

*Παύλος Μάτεσις, Ο Παλαιός των Ημερών, μυθιστόρημα, εκδόσεις Καστανιώτη, Αθήνα 1994