Σάββατο, 31 Οκτωβρίου 2015

Κυνηγώντας την ουτοπία*


[Ιγνάτης Χουβαρδάς, Υπόκλιση στον πειρασμό, εκδ. Οδός Πανός, σ.128, Αθήνα 2014]
 
Οκτώ διηγήματα συγκροτούν τη συλλογή με τίτλο Υπόκλιση στον πειρασμό του ποιητή και πεζογράφου Ιγνάτη Χουβαρδά: “Με το βιολί στον ώμο”, “Σύντομη διαμονή σε θέρετρο”, “Η πόλη με τις σκιές”, Η περίπτωση της γειτονοπούλας”, “Ρίχνοντας μια μποτίλια στον ωκεανό”, “Ένα χέλι που γλιστρά και φεύγει”, “Επισκέψεις στην επαρχία, επιστροφή”, “Το αλλόκοτο ημερολόγιο του Κύριλλου και οι φίλοι του”. Τα περισσότερα διηγήματα εστιάζονται στο πρόσωπο μίας κεντρικής ηρωίδας, συνήθως ενός κοριτσιού που για ένα διάστημα πρωταγωνίστησε στη ζωή του αφηγητή. Η ηρωίδα είναι συχνά απούσα ως φυσικό πρόσωπο και τη γνωρίζουμε μέσα από τις σκέψεις και τις αναπολήσεις του. Η προσωπικότητά της όμως και κάποια από τα υλικά που τη συνθέτουν, είτε διαχέονται σε άλλα γυναικεία πρόσωπα, υπαρκτά στον ενεστώτα χρόνο του διηγήματος, είτε έχουν κατακτήσει ολοκληρωτικά τη συνείδηση του αφηγητή, ο οποίος ζει και κινείται μέσα σε ένα σύννεφο μνήμης και νοσταλγίας.

Οι εναλλαγές από τη γενική εικόνα στη λεπτομέρεια, από το παρελθόν στο παρόν, από το βλέμμα στη μνήμη, από τον εσωτερικό μονόλογο στην εξωτερική πραγματικότητα είναι διαρκείς και κρατούν σε εγρήγορση τον αναγνώστη.

Υπάρχει σχεδόν πάντα στη σκέψη του αφηγητή το μοτίβο ενός προ της πτώσεως παραδείσου, με τον ίδιο ως άντρα και με μία μυθοποιημένη γυναίκα που την ακολουθεί ή την παρακολουθεί στα μονοπάτια του δάσους των πολυκατοικιών. Τα άλλα πρόσωπα λειτουργούν συμπληρωματικά, ως σκιές στο φόντο των διηγημάτων. Με σχεδόν επαναλαμβανόμενο και προβλέψιμο τρόπο ο αφηγητής μιλά για τη διαμονή του σε διάφορα μέρη της Ελλάδας και για πραγματικά ταξίδια που συνδέονται με ταξίδια της μνήμης σε συγκεκριμένα πρόσωπα και στιγμές του παρελθόντος. Η μη ολοκλήρωση της αρχετυπικής σχέσης (που θα είχε ως συνέπεια την έξοδο ή την έξωση από τον παράδεισο) στοιχειώνει το περιεχόμενο των διηγημάτων, με το κέντρο βάρους να μετατοπίζεται διαρκώς από το παρελθόν στο παρόν και αντίστροφα και με τον ήρωα μοιρασμένο σε δύο κόσμους. Μόνη ελπίδα η εύρεση ενός άλλου προσώπου που με τη σειρά του θα μυθοποιηθεί, ώστε η ίδια διαδρομή να συνεχίζεται επ' αόριστον σε μία κυκλική πορεία επανάληψης.

Σε ένα από τα διηγήματα (“Η περίπτωση της γειτονοπούλας”) ο πρωταγωνιστής παρακολουθεί κρυφά από τη μισάνοιχτη πόρτα ένα κορίτσι που κάνει ντους στο μπάνιο του σπιτιού της και με απόλυτο θαυμασμό διατυπώνει έναν ύμνο στο γυναικείο σώμα. Λίγο αργότερα, ενώ του δίνεται η ευκαιρία να προχωρήσει περισσότερο μαζί της, δεν θα το κάνει. Της λέει μόνο, πριν φύγει από το σπίτι της: “Ήταν υπέροχα, Όλγα, είσαι ένα όνειρο”. Το κορίτσι συνεχίζει τη ζωή του κάνοντας άλλη σχέση, ενώ ο ήρωας παραμένει μόνος αναπολώντας την ομορφιά της. Το διήγημα (για την ακρίβεια το τελευταίο μέρος του) μοιάζει να είναι δομημένο με εμφανές πρότυπο το “Όνειρο στο κύμα” του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη. Πρόκειται δηλαδή πιθανότατα για ενδολογοτεχνική αναφορά, παρόλο που το περιεχόμενο στην πρώτη ανάγνωση θυμίζει βιωματική καταγραφή.

Σε άλλα διηγήματα θυμόμαστε τον Καβάφη και τους στίχους του για τις επιθυμίες που “μαυροφορούν”: “Και ήμουνα τόσες φορές τόσο κοντά. / Και πώς παρέλυσα, και πώς δειλίασα· / γιατί να μείνω με κλειστά τα χείλη· / και μέσα μου να κλαίει η άδεια μου ζωή, / και να μαυροφορούν οι επιθυμίες μου” (“Ο Σεπτέμβρης του 1903”). Μεταφέρω ένα απόσπασμα από το βιβλίο: “Φοβήθηκα και σταμάτησα. Κι έμεινα μόνος να περιπλανιέμαι στα σκοτεινά δρομάκια και να αναλογίζομαι πως έχασα ένα όνειρο, γιατί είχα δειλιάσει την τελευταία στιγμή” (“Ένα χέλι που γλιστρά και φεύγει”).

Ο συγγραφέας φαίνεται να έχει δεχτεί επιρροές και από τον ποιητή Νίκο-Αλέξη Ασλάνογλου και ιδιαίτερα από το βιβλίο του με τίτλο Τρία ποιήματα. Και γενικότερα όμως τα διηγήματα του Ιγνάτη Χουβαρδά έχουν εσωτερική σχέση με την ποίηση του Ασλάνογλου ως προς την εξής παράμετρο: Ο εξωτερικός τρισδιάστατος χώρος, οι πόλεις, τα σπίτια, η θάλασσα, οι δρόμοι, λειτουργούν σχεδόν πάντα ως προέκταση των αισθημάτων και των σκέψεων του αφηγητή.

Στο τελευταίο διήγημα του βιβλίου ο ήρωας τριγυρίζει στους δρόμους της Θεσσαλονίκης αναζητώντας την ιδεατή θηλυκότητα στα πρόσωπα και τα σώματα άγνωστων φοιτητριών, με τον ίδιο τρόπο που ο πρωταγωνιστής της “Πείνας” του Κνουτ Χάμσουν ψάχνει στους δρόμους τη στοιχειώδη τροφή για να επιβιώσει. Το βλέμμα όμως δεν αρκεί για να προσφέρει ολοκληρωμένη ικανοποίηση, ενώ ταυτόχρονα η προοπτική της ερωτικής συνεύρεσης απομυθοποιεί τις γυναίκες που τον γοητεύουν. Έτσι τα αδιέξοδα μεγεθύνονται και ο αφηγητής, ως άλλος Τάνταλος, αντιλαμβάνεται τον ψυχαναγκαστικό εγκλωβισμό του στο κυνήγι μιας ουτοπίας. ΔΣ

*Πρώτη δημοσίευση: Διαδικτυακό περιοδικό BookPress, Σάββατο 10 Οκτωβρίου 2015 -