Παρασκευή, 29 Απριλίου 2016

ΔΙΟΝΥΣΙΟΣ ΣΟΛΩΜΟΣ: 
ΕΛΕΥΘΕΡΟΣ ΠΟΛΙΟΡΚΗΜΕΝΟΣ

(αναδημοσίευση από την εφημερίδα "Boulevard", 
φύλλο Μαρτίου 2016, Αθήνα)

Από πολύ νωρίς ο Διονύσιος Σολωμός είχε την συναίσθηση ότι προσφέρει εθνικό έργο κι ένιωθε βαριά την ευθύνη της χρήσης της δημοτικής γλώσσας. Από πολύ νέος θα πρέπει να διαπίστωσε ότι η ελληνική γλώσσα, πέρα από απλό μέσο έκφρασης, είχε μια δύναμη και μια πλαστικότητα, μια ικανότητα να μεταδίδει ανεπαίσθητα ιδέες και αισθήματα. Γι’ αυτό και τόσο νωρίς την τοποθετεί δίπλα στην ιδέα της ελευθερίας, την τοποθετεί δηλαδή στο επίπεδο της Ιδέας. 

Η σχέση του με κάποιους ανθρώπους δεν τον εμπόδισε να κρίνει τους ίδιους ή το έργο τους με ειλικρίνεια. Δεν είναι λίγες οι περιπτώσεις που συγκρούστηκε με φίλους του αλλά και με ανώτατους αξιωματούχους, για θέματα φαινομενικά ασήμαντα, που όμως για τον ίδιο σήμαιναν πολλά. Η ευθύτητα, η αμεσότητα και το θάρρος της γνώμης, που τον χαρακτήριζαν στην προσωπική του ζωή, μετατρέπονται σε διαμάντια στους στίχους του. Ο πραγματικός ποιητής δεν είναι άλλος στη ζωή του και άλλος στο έργο του. Δεν διαχωρίζονται αυτά τα δύο.

Παρόλο που ενημερωνόταν διαρκώς για όσα συνέβαιναν στην Ελλάδα, φαίνεται ότι δεν εγκατέλειψε ποτέ τα Επτάνησα μετά την επιστροφή του από την Ιταλία. Όταν κάποιοι φίλοι του τον πίεζαν να επισκεφθεί την Ελλάδα, απαντούσε ότι φοβάται. Φοβόταν ίσως την απομυθοποίηση του Μεσολογγίου και όλων εκείνων των τόπων και των ανθρώπων, που είχαν λειτουργήσει ως σύμβολα στη σκέψη του και στην ποίησή του.

Στην Κέρκυρα όλοι αναγνώριζαν την αξία του έργου του, αλλά τον θεωρούσαν παράξενο. Γράφτηκε ότι είχε απαγορεύσει στους φίλους του να τον χαιρετούν πρώτοι, αν τύχαινε να τον συναντήσουν στη διάρκεια του περιπάτου του. Αν ήθελε να τους μιλήσει, θα τους πλησίαζε εκείνος.

Έπινε πολύ, αρχικά κρασί και στη συνέχεια άλλα δυνατά ποτά. Προς το τέλος της ζωής του πρέπει να είχε γίνει αλκοολικός. Η αγάπη του για το ποτό θυμίζει τον μεταγενέστερο Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη. Ο Παπαδιαμάντης δεν είχε ποτέ την οικονομική άνεση του Σολωμού. Η μεγάλη του φήμη δεν τον προστάτεψε από τη φτώχεια. Ωστόσο, η ζωή τους παρουσιάζει πολλές ομοιότητες. Ήταν και οι δυο νησιώτες. Με το έργο τους, με αφορμή ανθρώπους και γεγονότα του καιρού τους και του τόπου τους, οικοδόμησαν ένα ηθικό σύμπαν, δίνοντας άφθαρτη μορφή στις αξίες, στις οποίες πίστεψαν. Η πίστη στον Θεό διαπερνά το σύνολο του έργου τους. Έζησαν μόνοι ή σχεδόν μόνοι, δεν θέλησαν να δημιουργήσουν δική τους οικογένεια. Αγαπούσαν τα εκκλησιαστικά κείμενα και τα βιβλία της ιερής παράδοσης. Ένα μαύρο πανωφόρι χαρακτήριζε την ενδυμασία τους. Ήταν δύσκολοι στη συναναστροφή και απέφευγαν τις επιφανειακές κοινωνικές σχέσεις.

Αγαπούσε τους φίλους του και βοηθούσε οικονομικά τους ανθρώπους που είχαν ανάγκη, χωρίς να περιμένει κάποιο αντάλλαγμα από αυτούς. Αντιπαθούσε, όσο τίποτε άλλο, τους κόλακες και τους ψεύτες και φερόταν με τον χειρότερο τρόπο σε όσους του έλεγαν ωραία λόγια, με σκοπό να τον χρησιμοποιήσουν αργότερα. Έπαιρνε συχνά μαζί του στα καταστήματα τα παιδιά των φίλων του και τους αγόραζε παιχνίδια. Κάποιες φορές, όταν έβλεπε τα παιδιά να παίζουν, πλησίαζε και έμπαινε στο παιχνίδι τους. Κάτι ανάλογο συνήθιζαν να κάνουν χιλιάδες χρόνια πριν ο φιλόσοφος Ηράκλειτος και πολλά χρόνια αργότερα ο ζωγράφος Θεόφιλος. Ίσως με αυτόν τον τρόπο προσπαθούσε να καλύψει τα κενά της ταραγμένης παιδικής του ηλικίας. Ίσως στα παιδιά έβρισκε την ανεπιτήδευτη αθωότητα, που οι ενήλικες απώλεσαν στην πορεία και δεν ήταν σε θέση να κατανοήσουν.

Η γλώσσα του

Λίγους μήνες πριν ο Σολωμός γράψει τον «Ύμνο εις την Ελευθερία», είχε πει στον Σπυρίδωνα Τρικούπη, που τον παρότρυνε να γράψει στην ελληνική γλώσσα: «Δεν ξέρω ελληνικά». Ο Σεφέρης, σε μία φράση που μοιάζει αδόκιμη αν την αντιμετωπίσουμε αποσπασματικά, έγραψε, αναφερόμενος στους Κάλβο, Σολωμό και Καβάφη: «Οι τρεις μεγάλοι πεθαμένοι ποιητές μας που δεν ήξεραν ελληνικά». Ήξερε να εκφράζεται σε αυτή προφορικά και να γράφει, με γραφή εν μέρει φωνητική, ό,τι σκεφτόταν. Απ’ ό,τι φαίνεται, δεν ενδιαφέρθηκε ποτέ ιδιαίτερα για την ιστορική ορθογραφία της. Η ορθογραφία του είναι ανάλογη με εκείνη των ανθρώπων που δεν είχαν φοιτήσει σε σχολείο και για κάποιους λόγους θέλησαν μεγάλοι να καταγράψουν τις σκέψεις τους. Τέτοια παραδείγματα αποτελούν τα χειρόγραφα του Μακρυγιάννη και άλλων αγωνιστών της τουρκοκρατίας.

Άδολη φιλία

Ο ποιητής ένιωθε έντονη την ανάγκη να τον αγαπούν. Ίσως ο ψυχισμός του επηρεάστηκε από κάποια γεγονότα που σχετίζονταν με την οικογενειακή του ζωή, τα οποία δεν μπορούσαν να τον αφήσουν ανεπηρέαστο. Όταν, μετά το τέλος των σπουδών του, γύρισε από την Ιταλία, βρήκε την μητέρα του, που είχε χρόνια να την αντικρίσει, να μεγαλώνει τα παιδιά που είχε αποκτήσει με τον άντρα που παντρεύτηκε αμέσως μετά τον θάνατο του δικού του πατέρα. Δεν του συμπαραστάθηκαν στα πρώτα βήματα της νέας του ζωής ούτε η μητέρα του, που είχε την δική της οικογένεια, ούτε τα αδέλφια του ούτε οι συγγενείς του. Αντιθέτως, αυτός τους βοηθούσε με όποιον τρόπο μπορούσε. Μόνο λίγοι νέοι με κοινά ενδιαφέροντα ήρθαν κοντά του και η μοναξιά έγινε υποφερτή. Δεν είναι τυχαία η προσκόλληση που δείχνει σε κάποιους φίλους του δεκαετίες αργότερα και η σημασία που αποδίδει στην ιδεατή, άδολη φιλία. Όπως πολλοί άνθρωποι του πνεύματος, θεωρεί τις συγγενικές σχέσεις ασήμαντες μπροστά στις πνευματικές και τις φιλικές. Δεν διστάζει όμως να συγκρουστεί, να έρθει ακόμη και σε οριστική ρήξη με όσους στην πορεία αποδεικνύονται μικρόψυχοι και ανάξιοι της εμπιστοσύνης του.

Η μοναχικότητά του

Ο Σολωμός από πολύ νωρίς επιδιώκει τη μοναξιά. Όταν του δίνεται ευκαιρία, μένει μακριά από την πόλη και κάνει περιπάτους στην εξοχή. Στην ηλικία που άλλοι έπαιρναν οριστικές αποφάσεις για τον έγγαμο βίο τους, αποφασίζει να ζήσει μόνος. Τον Νοέμβρη του 1837 (σε ηλικία 39 ετών) γράφει στον αδελφό του Δημήτρη: «Εγώ τη μοναξιά, όπου ζω τώρα και κάμποσα χρόνια, δε θα την αφήσω παρά μονάχα όταν αφήσω και τη ζωή. Ίσια ίσια που θα θαφτώ ολοένα και πιο πολύ μέσα της, κι αυτό μου δίνει κάποια παρηγοριά, καθώς και την απόλυτη συναίσθηση για το καθήκον μου».

Ένιωθε την ανάγκη της αγάπης των άλλων και γνώριζε πολύ καλά πως για να πάρεις αγάπη πρέπει να δώσεις αγάπη. Πίστευε με πάθος στη μεταθανάτια ζωή και αυτό μπορεί να το διακρίνει κανείς σε όλη την έκταση του έργου του. Πίστευε ότι στην άλλη ζωή θα συναντήσει τα πρόσωπα που αγάπησε αλλά στερήθηκε, έχοντας την ελπίδα ότι η θεϊκή κρίση θα τον τοποθετούσε στην πλευρά των «δικαίων». ΔΣ 

[Απόσπασμα από εκτενές δοκίμιο που δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Οδός Πανός, τεύχος 105-106, 1999]