Πέμπτη, 9 Φεβρουαρίου 2017

ΚΑΦΚΑ ΚΑΙ ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗΣ

[Προδημοσίευση από το βιβλίο του Διονύση Στεργιούλα Ο Φραντς Κάφκα και η Μοσχούλα. Δοκίμιο για τη λογοτεχνία, που θα κυκλοφορήσει τον Φεβρουάριο του 2017 από τις εκδόσεις Νησίδες / Αναδημοσίευση από το περιοδικό BOOKPRESS, 26-1-2017]


Όταν διαβάζω έργα του Κάφκα, μου δημιουργείται η αίσθηση ότι ο συγγραφέας ενδιαφέρεται πρωτίστως για τον τρόπο που δομούνται οι σχέσεις των ανθρώπων και για τους μηχανισμούς που ενεργοποιούν τις ανθρώπινες πράξεις και πολύ λιγότερο για τις λεπτομέρειες που αφορούν τα πρόσωπα. Συχνά στον Κάφκα τα πρόσωπα μοιάζουν αδύναμα, σαν χάρτινοι ήρωες που λειτουργούν ως μαριονέτες άγνωστων δυνάμεων που κρύβονται στο βάθος. Αντιθέτως, ο Παπαδιαμάντης δίνει την εντύπωση ότι ενδιαφέρεται κυρίως για τις λεπτομέρειες, την περιγραφή της φύσης, τα χαρακτηριστικά συγκεκριμένων ανθρώπων, την πληροφορία και το πολιτισμικό φορτίο που μεταφέρουν οι λέξεις και λιγότερο για τις δομές που κυριαρχούν κάτω από την επιφάνεια. Οι ήρωές του είναι πρωταγωνιστές ή συμπρωταγωνιστές στη μικροκοινωνία όπου ζουν. Δρουν συνήθως συνειδητά, άλλοτε σε σύμπνοια με το κοινωνικό πλαίσιο που τους περιέχει και άλλοτε όχι.

Ωστόσο, παρά τις πιθανολογούμενες προθέσεις των συγγραφέων, τα πράγματα πολλές φορές εξελίσσονται διαφορετικά ως προς τον τρόπο πρόσληψης από τους αναγνώστες. Έτσι, συχνά στον Παπαδιαμάντη αναδεικνύονται πιο έντονα οι εσωτερικές δομές και το αρχετυπικό βάθος, ενώ στον Κάφκα οι διεκπεραιωτικές λεπτομέρειες. Ίσως αυτός είναι ένας κοινός τόπος στη λογοτεχνία: ο δημιουργός νομίζει ότι μπορεί να κατευθύνει ή να οδηγήσει το κοινό εκεί που ο ίδιος θέλει παραβλέποντας την περίπτωση το κοινό να έρχεται προς το μέρος του από άλλες κατευθύνσεις και να αντιλαμβάνεται το έργο του διαφορετικά. Οι αναγνώστες πολύ συχνά καλύπτουν με δικές τους, υποσυνείδητες προβολές, ό,τι αντιλαμβάνονται ως κενό ή ως έλλειψη ισορροπίας.

Πολλοί πεζογράφοι επιχειρούν να αποφύγουν τη μονόπλευρη «ανάγνωση» του έργου τους παρουσιάζοντας μέσα στα κείμενά τους ζεύγη αντίθετων ή αντίρροπων μεταξύ τους εννοιών, εξισορροπημένα λεκτικά και θεματικά: θάνατος και ζωή, αγάπη και μίσος, νεότητα και γήρας, τότε και τώρα, φόβος και απόλαυση, χαρά και λύπη, ελπίδα και απογοήτευση, φως και σκοτάδι, παραδοσιακός και σύγχρονος τρόπος ζωής, φύση και τεχνολογία, και άλλα. Τέτοια ζεύγη αντίθετων ή και συμπληρωματικών εννοιών υπάρχουν πολλά στο Όνειρο στο κύμα: παρελθόν και παρόν, νύχτα και φως, ζωή στη φύση και ζωή στην πόλη, εργασία στην ύπαιθρο και δουλειά στο γραφείο, πλούτος και φτώχεια, έρωτας και ερωτική στέρηση, ζωή και θάνατος, νεότητα και προχωρημένη ηλικία, ήχοι και ησυχία, ζώο και άνθρωπος, απόλαυση και κίνδυνος, ομορφιά και αμαρτία.

Στη Δίκη, όπως και στην Αντιγόνη του Σοφοκλή, το βασικό ζεύγος είναι ένα: ενοχή και αθωότητα. Όλα τα άλλα προκύπτουν από αυτές τις δύο έννοιες και από το περιεχόμενο ή την ερμηνεία που τους αποδίδεται. Η ενοχή ισοδυναμεί με κοινωνικό αποκλεισμό και εξευτελισμό, πλήθος προβλημάτων, καταδίκη, θάνατο. Η αθωότητα μεταφράζεται σε διατήρηση της κοινωνικής θέσης και της θέσης στην ιεραρχία του εργασιακού χώρου και κυρίως στο δικαίωμα στη ζωή, υπό την αυστηρή προϋπόθεση της άνευ όρων αποδοχής του υπάρχοντος πλαισίου και των δομών του. Θα μπορούσε ακόμη ο αναγνώστης να σκεφτεί ότι στο έργο συγκρούονται το καλό με το κακό, δύο έννοιες που είχαν απασχολήσει τον Κάφκα. Στην περίπτωση αυτή το κακό φαίνεται ότι συνδέεται με όσους υπηρετούν την απρόσωπη εξουσία και το καλό με τα αδύναμα θύματά της.

Το Όνειρο στο κύμα εκτυλίσσεται εξ ολοκλήρου στη φύση, αν και ο αφηγητής που καταγράφει την ιστορία εργάζεται σε ένα γραφείο. Η Δίκη εξελίσσεται σχεδόν εξ ολοκλήρου σε εσωτερικούς χώρους (γραφεία, δωμάτια, αλλόκοτα κτήρια, καθεδρικός ναός) ή στους δρόμους μιας μεγάλης πόλης με σημαντικότερη εξαίρεση την τελευταία σκηνή, όταν ο πρωταγωνιστής δολοφονείται σε ένα νταμάρι. Ο Κάφκα έλκεται από την περιγραφή των κτηρίων και τις αλληλεπιδράσεις μεταξύ αυτών που τα κατοικούν. Στα κείμενά του τα κτήρια, οι τοίχοι, οι εσωτερικοί διάδρομοι δεν αποτελούν απλώς μέρος ενός ουδέτερου σκηνικού. Είναι τόσο σημαντικά όσο και τα πρόσωπα. (Εδώ θυμάμαι την επιλογή των αρχαίων Αθηναίων να συνεδριάζουν τα συλλογικά όργανα της δημοκρατίας τους σε ανοιχτούς χώρους, ώστε να μην υπάρχουν στρεβλώσεις στη σκέψη και στην κρίση τους από δομές μη φυσικές.)

Ο ήρωας του Παπαδιαμάντη εργάζεται σε δικηγορικό γραφείο, τρέφει αρνητικά αισθήματα για εκείνον που του παρέχει εργασία και ζει με τη μνήμη, αν δεν ζει μέσα στη μνήμη. Ο ήρωας του Κάφκα εργάζεται ομοίως σε ένα γραφείο (είναι εκτιμητής σε τράπεζα), είναι αποξενωμένος από τους συναδέλφους του και ζει χωρίς μνήμη, χωρίς αναμνήσεις, σαν να μην έχει παρελθόν ή σαν να θέλει να το ξεχάσει. Ο πρώτος, για να αντιμετωπίσει τα αδιέξοδα του παρόντος, βρίσκει καταφύγιο στη μνήμη, ατομική και συλλογική, και ξαναζεί μέσω αυτής την εποχή που ήταν ακόμη «φυσικός άνθρωπος». Ο δεύτερος δεν ήταν ποτέ «φυσικός άνθρωπος», και οι τοίχοι, ανάμεσα στους οποίους ζει, γίνονται τείχη. Η αγάπη, η αλληλεγγύη, η τρυφερότητα, η κοινωνικότητα βρίσκονται σε ύπνωση, και αντιμετωπίζει τη δίκη ως άλλη μία εργασία ή υποχρέωση που πρέπει το συντομότερο να περαιωθεί.

Σε ένα από τα τετράδιά του ο Κάφκα σημειώνει ότι η μεγαλύτερη αμαρτία είναι η ανυπομονησία: «Υπάρχουν δυο ανθρώπινες βασικές αμαρτίες, από τις οποίες πηγάζουν όλες οι άλλες: Ανυπομονησία και αμέλεια. Εξαιτίας της ανυπομονησίας διώχτηκαν οι άνθρωποι από τον παράδεισο, εξαιτίας της αμέλειας δεν επιστρέφουν. Ίσως υπάρχει όμως μια μόνο βασική αμαρτία: η ανυπομονησία. Εξαιτίας της ανυπομονησίας διώχτηκαν, εξαιτίας της ανυπομονησίας δεν επιστρέφουν.» Ο πρωταγωνιστής της Δίκης είναι σε αρκετά σημεία ανυπόμονος. Δείχνει να βιάζεται περισσότερο από τους κατηγόρους του. Μοιάζει με ένα έντομο που θέλοντας να ξεφύγει από τον ιστό της αράχνης κάνει γρήγορες και νευρικές κινήσεις, με αποτέλεσμα ο ιστός να το αποδυναμώνει και να το ακινητοποιεί.

Σάββατο, 31 Δεκεμβρίου 2016

ΕΙΚΟΝΕΣ ΜΕΣΑ ΣΤΗ ΝΥΧΤΑ


Όπως άλλοι μιλούν σε αγίους και βλέπουν οράματα
όπως άλλοι μιλούν για περασμένους έρωτες κι αναπολούν το παρελθόν
σ' έφερα απόψε στη μνήμη μου κόμη Διονύσιε Σολωμέ.
Είδα το βλέμμα σου να αναζητά το φως στην αντικρινή στεριά
είδα τη σκέψη σου να χάνεται στον στρόβιλο της νύχτας
άκουσα κάτω από το παράθυρό σου τη θάλασσα που ποτέ δεν ησυχάζει.
Σε είδα να περπατάς ανάμεσα στα αιωνόβια δέντρα της Κέρκυρας
κι ήσουν το ψηλότερο δέντρο
με κατάπράσινα φυλλώματα γεμάτα λέξεις.
Σε είδα να μπαίνεις στα παιχνίδια των παιδιών και να παίζεις μαζί τους
να τραγουδάς τους στίχους σου στα βρέφη των μελλοντικών γενεών
να αφουγκράζεσαι τους ψίθυρους του Ομήρου
και να τους μεταφέρεις στα τετράδιά σου.
Σε είδα να βγαίνεις από τις εκκλησίες δακρυσμένος και να κρύβεσαι
για να μη δει κανείς τα δάκρυά σου
σε είδα να περπατάς μόνος και σκεφτικός στην παραλία της Θεσσαλονίκης
να αναζητάς βιβλία του Ιωσήφ Βρυέννιου σε βιβλιοπωλεία της Νέας Υόρκης
να τριγυρνάς με τη σκέψη σου σε δρόμους του Παρισιού
να ζεις στο ίδιο δωμάτιο με τον Novalis να βλέπετε τις ίδιες οπτασίες
να ακούτε την ίδια μουσική να μοιράζεστε το ίδιο φαγητό.
Σε είδα να σβήνεις στα όνειρά σου και να ξαναγεννιέσαι κάθε πρωί
σε είδα να ταξιδεύεις με πλοία εξερευνητών
προσπαθώντας να ξεχάσεις τη μορφή της μητέρας σου.
Σε είδα να παρατηρείς εκστασιασμένος
κορίτσια πάνω στα ποδήλατά τους
νέες γυναίκες ντυμένες στα λευκά που κρατούσαν διάφανες ομπρέλες
σε είδα να μαγεύεσαι από ένα ανθάκι μωβ
που φύτρωσε σε μια ρωγμή του τοίχου του σπιτιού σου.
Σε είδα να ξεφεύγεις από το δίχτυ του χρόνου
να περνάς από τα μικροσκοπικά του κρυφά περάσματα
να επιτίθεσαι σ' εκείνους που κόβουν τα κλαδιά των δέντρων
για να τα κάνουν στεφάνια της δόξας τους
σε είδα μόνο κι έρημο να αποφεύγεις σώματα και να ζητάς ψυχές.
Είδα το αυστηρό βλέμμα σου να γίνεται χαμόγελο και μετά είδα πάλι
εκείνη τη σκιά να σε ακολουθεί.
Όμως τώρα πρέπει να αποχωρήσω από το ποίημα
γιατί είναι αργά, είναι πολύ αργά για όλους
είναι αργά για τα σπίτια αργά για τα δάση αργά για τους ανθρώπους
ο καιρός είναι άστατος κανείς δεν ξέρει κανείς δεν μπορεί να φανταστεί
τι θα φέρει αυτό το ξημέρωμα τι χρώματα τι απρόβλεπτες φωνές.

[πρώτη δημοσίευση: περιοδικό Θευθ, τεύχος 4, Δεκέμβριος 2016, σ.62-63]

Τετάρτη, 30 Νοεμβρίου 2016

ΚΙΝΟΥΝΤΑΝ ΜΕ ΑΝΕΣΗ

Οι συνωμότες κινούνταν στους διαδρόμους του ανακτόρου με άνεση και φυσικότητα. Σαν να είχαν ήδη καταλάβει την εξουσία. Τους έβλεπε να αυξάνονται σε αριθμό και να δημιουργούν γύρω του έναν κλοιό. Εκείνοι όμως δεν έβλεπαν ότι ο κλοιός τους στηριζόταν πάνω στον ιστό που ο ίδιος είχε υφάνει. ΔΣ


Κυριακή, 23 Οκτωβρίου 2016

Θεσσαλονίκη: "Κατοχή & Μνήμες"


Επετειακό αφιέρωμα της εκπομπής του Στέλιου Λουκά "Στη Γη της Μακεδονίας"

Την Παρασκευή 28 Οκτωβρίου στη 1 μ.μ. στη Δημοτική Τηλεόραση Θεσσαλονίκης.

Η εκπομπή ανασκαλεύει μνήμες της κατοχής, έτσι όπως αυτές αποτυπώνονται στο έργο Θεσσαλονικιών λογοτεχνών.

Μιλούν:
Περικλής Σφυρίδης – Συγγραφέας,
Δαβίδ Σαλτιέλ – Πρόεδρος Ισραηλιτικής Kοινότητας Θεσσαλονίκης,
Γιώργος Σκαμπαρδώνης – Συγγραφέας,
Σωτηρία Σταυρακοπούλου – Αναπληρώτρια Καθηγήτρια ΑΠΘ,
Διονύσης Στεργιούλας – Συγγραφέας,
Ιωάννης Μότσιανος – Αρχαιολόγος




Τρίτη, 11 Οκτωβρίου 2016

ΤΑ ΛΟΓΙΑ ΚΑΠΟΤΕ


Τα λόγια κάποτε πετούσαν σαν πουλιά.
Και κάποιοι τότε σκέφτηκαν
να στήσουν ξόβεργες επάνω στο χαρτί
και να τα φυλακίσουν
στο σώμα των γραμμάτων και των λέξεων
στα τείχη των γραπτών κειμένων
για να μη φύγουν πια ποτέ ξανά.
Μα επειδή συνήθιζαν να γράφουνε
τις λέξεις με γραφίδα από φτερό
πέρασαν απ' τον ουρανό στη γη
κι απ' τον αέρα στη γραφή
η απόλαυση της πτήσης
ένας διάχυτος φόβος της πτώσης
και μια κρυμμένη μες στα γράμματα 
πνοή ελευθερίας.


Κυριακή, 25 Σεπτεμβρίου 2016


ΤΟ ΔΕΝΤΡΟ ΚΑΙ ΤΟ ΤΣΕΚΟΥΡΙ

Διάβαζα σε ένα βιβλίο βυζαντινής Ιστορίας το κεφάλαιο για την πολιορκία και την άλωση της Πόλης. Όλες οι προηγούμενες επιθέσεις, σημείωνε ο συγγραφέας, απέτυχαν. Τότε ανέλαβαν δράση οι γενίτσαροι, που έφεραν γρήγορα σε πέρας την αποστολή τους. Διαβάζοντας αυτή την πληροφορία θυμήθηκα την παροιμία για το δέντρο που όταν το κόβουν δεν πονά τόσο από τα χτυπήματα που του στερούν τη ζωή όσο επειδή η λαβή του τσεκουριού προέρχεται από το δικό του ξύλο. ΔΣ


Κυριακή, 14 Αυγούστου 2016

Κάθε της τρικυμία

Η θάλασσα αποτελεί
μέλος της οικογένειάς μου.
Το έχω δηλώσει και στο ληξιαρχείο.
Κάθε της τρικυμία
δημιουργεί νέα ναυάγια.
Ο σκοτεινός βυθός της έχει γεμίσει
από νεκρές σκέψεις μου.
Αναρωτιέμαι
αν έχει γνώση του εαυτού της
αν έχει αντίληψη της ύπαρξής της
ή αν πρόκειται για έναν καθρέφτη
που έστησε η νύχτα πάνω στη γη.