Τετάρτη, 31 Οκτωβρίου 2018

Κυκλική αφήγηση, λογοτεχνικό υπερκείμενο

Για το μυθιστόρημα του Γιάννη Καισαρίδη «Αποτομή» (εκδ. Νησίδες).

ία διευρυμένη θεατρική σκηνή με φόντο την Ελλάδα του εικοστού αιώνα. Ο χωρίς τέλος μόχθος των αγροτών της ελληνικής επαρχίας πριν η τεχνολογία διευκολύνει τις δραστη-ριότητές τους. Η μεταφυσική δύναμη που συνδέει τα μέλη μίας οικογένειας, ζώντες και κεκοιμημένους, πρόσφυγες στον χώρο και στον χρόνο. Το ποτάμι που κυλά ασταμάτητα, όπως ο χρόνος, άλλοτε ως μέρος του σκηνικού και άλλοτε ως βουβό πρόσωπο της ιστορίας. Τα περιστέρια με τις ελεύθερες πτήσεις τους και την επιστροφή τους στο σημείο από το οποίο ξεκίνησαν. Πρόσωπα που αθόρυβα εισέρχονται και αθόρυβα αποχωρούν. Μικρές ιστορίες που συνθέτουν μια υπερ-ιστορία ή ένα υπερκείμενο. Ρευστά, κινούμενα όρια και έλλειψη γραμμικότητας. Ένα πλήθος αφηγηματικών κύκλων που αρχίζουν από το τέλος τους και τελειώνουν στην αρχή τους. Τηρουμένων των αναλογιών, ένα λογοτεχνικό περιβάλλον γερμανικού και σολωμικού ρομαντισμού του πρώτου μισού του 19ου αιώνα, με την περιγραφή σκηνών συχνά ζοφερών και με επιρροές από νεοπλατωνικές και άλλες φιλοσοφικές απόψεις. Μία καταγραφή της νεότερης ιστορίας ιδωμένης μέσα από τον πυρήνα της, από την πλευρά των θυμάτων της.


Η παράμετρος χρόνος είναι αδύναμη στο μυθιστόρημα, επειδή διαρκώς προβάλλονται έννοιες και καταστάσεις που καταργούν ή μηδενίζουν τον χρόνο: ο πόνος, τα τραύματα, ο ανθρώπινος παράγοντας. Δεν υπάρχουν πρωταγωνιστές και όλοι παρουσιάζονται ευάλωτοι στο σχέδιο της μοίρας. Η πορεία προς το μέλλον δεν διαφέρει από την επιστροφή στο παρελθόν, στις πηγές των πρώτων αναμνήσεων και των πρώτων τραυμάτων. Η αδυναμία θεωρητικής απάντησης στο μεγάλο ερώτημα που αφορά τον άνθρωπο και την πηγή της φθοράς, οδηγεί στην εστίαση σε συγκεκριμένα κομβικά γεγονότα, που ίσως απαντούν εν μέρει σε αυτό. Η κατάρρευση της Μεγάλης Ιδέας ταυτόχρονα με τη μικρασιατική καταστροφή λειτουργεί ως ένας ασκός του Αιόλου, με επιπτώσεις τραγικές, που θα διαρκέσουν πολλές δεκαετίες.

Το ψηφιδωτό των ανθρώπινων πράξεων και συμβάντων που δημιουργεί ο συγγραφέας περιλαμβάνει έναν γάμο που θυμίζει «εξόδιο τελετή», δολοφονίες κατά τη διάρκεια του εμφυλίου, παιχνίδια παιδιών, θρησκευτικές και εορταστικές εκδηλώσεις, παγανιστικής προέλευσης έθιμα των ορθοδόξων χριστιανών, οικογενειακές συναθροίσεις, θρύλους που επαληθεύονται. Η οικογενειακή ιστορία, που αναδεικνύεται εδώ πιο περιεκτική και πιο τραγική από την εθνική και την παγκόσμια, έχει τις ήττες και τους θριάμβους της, τις επικές μάχες, τις επετείους και τις μαύρες σελίδες της, τους ήρωες και τα θύματά της. Ο αφηγητής γνωρίζει τα πάντα και κατά περίπτωση αποκαλύπτει, κρύβει ή δίνει μη επαρκείς πληροφορίες, σαν να μάχονται μέσα του αντίρροπες δυνάμεις στην προσπάθειά του να καταλήξει και ο ίδιος σε συμπεράσματα ή σαν να πρόκειται για έναν γρίφο, για ένα μυστήριο, που ο αναγνώστης θα δοκιμάσει να προσεγγίσει μόνο αν το επιθυμεί. Ίσως θα ταίριαζαν για τον αφηγητή τα λόγια του Ηράκλειτου: «ούτε λέγει ούτε κρύπτει αλλά σημαίνει».

Όπως και στη ζωή, πολλά κεφάλαια παραμένουν για πάντα ανοιχτά, ενώ σε άλλα που κλείνουν, από το τέλος τους ξεκινούν νέες ιστορίες. Το νήμα δεν κόβεται ποτέ, και αφού το μέλλον είναι ήδη παρελθόν, ο θάνατος κάποιων προσώπων δεν διαφοροποιεί την ύφανση και το σχέδιο της αφήγησης. Τα ίχνη τους παραμένουν νωπά σ’ εκείνους που κάποτε συνδέθηκαν μαζί τους. Οι νεκροί επιστρέφουν ξανά και ξανά στη σκέψη των ζώντων, των οποίων τη φαντασία καλύπτουν με την απουσία τους. Για τους ζώντες μοιάζει να μην υπάρχει ο έξω κόσμος. Αλληλεπιδρούν μόνο με τα πρόσωπα του άμεσου περιβάλλοντος και με τους νεκρούς τους. Η λήθη είναι λήθη μόνο φαινομενικά. Το παρόν κρύβει στα σπλάχνα του μία χαώδη σύνθεση εικόνων, εμπειριών και συνειρμών του παρελθόντος, που έχουν αυτονομηθεί από τον έλεγχο της λογικής σκέψης, περιμένοντας τη στιγμή της επιστροφής, τη στιγμή που θα πρωταγωνιστήσουν ξανά.

Η αφήγηση χαρακτηρίζεται από αέναη κυκλικότητα. Τα πρόσωπα, όπως και οι πράξεις τους, συνδέονται μεταξύ τους μέσω είτε λογικών και επαληθεύσιμων είτε απροσδιόριστων ή υπερφυσικών οδών επικοινωνίας. Ο αναγνώστης έχει την εντύπωση ότι διαβάζει μία αρχαία τραγωδία, που όλο πλησιάζει στο τέλος της και όλο παίρνει παράταση. Πολλοί θάνατοι, «αποτομές» μεταφορικά και κυριολεκτικά. Και ο λόγος, με τα πολλά στοιχεία προφορικότητας που περνούν στη γραφή, να δοκιμάζει και να δοκιμάζεται σε άγνωστα μονοπάτια, που άλλοτε οδηγούν σε κάποιον προορισμό και άλλοτε απλώς διερευνούν το περιβάλλον γλωσσικό τοπίο.

Κυριακή, 30 Σεπτεμβρίου 2018

Αδιέξοδα*


Ξυπνώ και βλέπω μπροστά μου ένα τείχος. Το τείχος αυτό με περιβάλλει κάθε στιγμή. Ίσως να μην είναι τίποτα περισσότερο από ένα δημιούργημα της φαντασίας μου. Κι όμως, να 'το πάλι μπροστά μου, να παίρνει τη μορφή μεσαιωνικού κάστρου και μέσα του να με φυλακίζει. Κόβει τα φτερά του έρωτα, κόβει τα φτερά των ονείρων και με προσγειώνει στην πεζή καθημερινότητα. Τότε αντιλαμβάνομαι πόσο μόνος είμαι σ’ αυτόν τον πλανήτη των έξι δισεκατομμυρίων ψυχών, σ’ αυτόν τον πλανήτη με τις ατέλειωτες μνήμες και τους απαισιόδοξους στίχους των ποιητών:
«Χωρίς περίσκεψι, χωρίς λύπη, χωρίς αιδώ
  μεγάλα κ’ υψηλά τριγύρω μου έκτισαν τείχη.»1
Ψάχνω τους τρόπους και τις λύσεις. Αναζητώ την προσωπογραφία μου:
«Ποιος αλήθεια είμαι εγώ και πού πάω
  με χίλιες δυο εικόνες στο μυαλό;»2
Αναζητώ την προσωπογραφία μου. Καθρέφτης είναι τα μάτια των άλλων. Κάθε ψηφίδα απαντά σε ένα ερωτηματικό. Όμως το ψηφιδωτό δεν τελειώνει, επειδή το σχέδιο δεν είναι προκαθορισμένο. Αλλάζει ανάλογα με τις διαθέσεις των άλλων. Εκείνοι είναι που με διαμορφώνουν. Έτσι η προσπάθεια γίνεται όλο και πιο δύσκολη. Απρόβλεπτα εμπόδια κλείνουν κάθε στιγμή τον δρόμο. Και φτάνω να βρίσκομαι απομονωμένος, όχι μόνο από τους άλλους, μα και από τον εαυτό μου:
«Μα ο εαυτός μου μια βραδιάν εμπρός μου θα υψωθεί
  και λόγο ως ένας δικαστής στυγνός θα μου ζητήσει»3
Κάθε προσπάθεια για κάτι καλύτερο οδηγείται στην αποτυχία. Και ακολουθούν μέρες πιο σκοτεινές. Ποτέ δεν θα πάψω να προσπαθώ. Όπως ο Δαίδαλος, αργά και μεθοδικά θα φτιάξω τα δικά μου φτερά, για να πετάξω πάνω από τα τείχη, πάνω από τον λαβύρινθο, στην ελευθερία:
«[…] και αν έπεσεν
  ο πτερωθείς κ’ επνίγη 
  θαλασσωμένος·  
  Αφ’ υψηλά όμως έπεσε,
  και απέθανεν ελεύθερος.»4

[*Πρώτη δημοσίευση: Διονύσης Στεργιούλας, Οι μαθητευόμενοι της οδύνης, εκδ. Οδός Πανός, Αθήνα 1995, σσ.87-88.]

1. Κ. Π. Καβάφης, «Τείχη».
2. Δ. Σαββόπουλος, «Ωδή στον Γεώργιο Καραϊσκάκη».
3. Νίκος Καββαδίας,  «Mal du départ».
4. Ανδρέας Κάλβος, «Εις Σάμον».

Παρασκευή, 31 Αυγούστου 2018

Στο άγνωστο νησί*


Με το επτάστιχο αυτό επίγραμμα
αποχαιρέτησε ο μαθητής τον δάσκαλό του
τον φημισμένο εκλιπόντα ποιητή.
Ένας κοινός τους φίλος τού το ζήτησε.
Το έγραψε μέσα σε λίγην ώρα
και το παρέδωσε με δισταγμό κι αμφιβολίες.
«Αλχημιστής δεινός και παθιασμένος
στη μέθη της ποιήσεως δοσμένος
άνοιγε τα χειρόγραφα και κολυμπούσε
και δεν λυπόταν, όταν ναυαγούσε.
Στο άγνωστο νησί που τώρα ζει
δεν νοσταλγεί του κόσμου τη βοή
γιατί έχει τις λέξεις του μαζί του.»

[*πρώτη δημοσίευση: περιοδικό Θευθ, τχ. 7 (Ιούνιος 2018), σελ. 68]


Τρίτη, 31 Ιουλίου 2018

Αφιέρωμα στον Κώστα Καρυωτάκη


Με αφιέρωμα στον Κώστα Καρυωτάκη κυκλοφορεί το τεύχος 179 του περιοδικού Οδός Πανός (επιμέλεια: Γιώργος Πετρόπουλος). 

Περιεχόμενα αφιερώματος:
 
Σωκράτης Μελισσαράτος 
"Η κοινωνική διάσταση της ποίησης του Κώστα Καρυωτάκη"
"Ο Κώστας Καρυωτάκης και η εποχή του"

Ιάκωβος Θήρας Καραμολέγκος
"Ο ερωτικός Καρυωτάκης"

Γιώργος Πετρόπουλος
"Η θάλασσα στην ποίηση του Κώστα Καρυωτάκη"

Ιωάννης Φατούρος
"Θάνατος και μελαγχολία στο έργο του Κώστα Καρυωτάκη"

Γιώργος Πετρόπουλος
"Το μεταφραστικό έργον του Κώστα Καρυωτάκη"

Παναγιώτης Γούτας
"Σαν τάφοι τ' αδειανά σας τα κρεβάτια"

Διονύσης Στεργιούλας
"Κώστας Καρυωτάκης: Ένας απρόσμενος διάλογος"

Γιώργος Μεταξάς
"Στον αυτόχειρα της Πρέβεζας"


Σάββατο, 30 Ιουνίου 2018

Άνθρωποι αντιδάνεια*









  



Φεύγουν μακριά κι όταν γυρίζουν
δεν είναι οι ίδιοι και κανείς
δεν τους αναγνωρίζει μες στα ξένα ρούχα,
τους ξένους τρόπους, την παράξενη φωνή. 
H μάνα τους έχει πεθάνει από καιρό 
τους έχουνε ξεχάσει οι συγγενείς
μα κάτι ανήσυχο μέσα στο βλέμμα τους
και κάτι ακίνητο στην κίνησή τους
δείχνουν πως το μεγάλο τους ταξίδι
κάποτε είχε ξεκινήσει από εδώ.

[*πρώτη δημοσίευση: περιοδικό Θευθ, τχ. 7 (Ιούνιος 2018), σελ. 68]

Πέμπτη, 31 Μαΐου 2018

"Συγγραφείς στον Παράδεισο της μνήμης"

Το Σάββατο 2.6.2018, ώρα 2μμ., η τηλεοπτική εκπομπή του Στέλιου Λουκά "Ένα βιβλίο Ένα ταξίδι" (TV100) παρουσιάζει ένα αφιέρωμα σε λησμονημένους συγγραφείς (πεζογράφους & ποιητές) με τίτλο "Συγγραφείς στον Παράδεισο της μνήμης". Η εκπομπή προβάλλεται τόσο μέσα από τη συχνότητα της Δημοτικής Τηλεόρασης Θεσσαλονίκης όσο και διαδικτυακά.
Στο πρώτο μέρος του αφιερώματος μιλούν:
-ο Γιάννης Ατζακάς για τον Δημήτρη Χατζή
Ζωή Σαμαρά για τη Ζωή Καρέλλη
-ο Σταύρος Ζαφειρίου για τον Αργύρη Χιόνη
Έλσα Κορνέτη για τον Νίκο-Αλέξη Ασλάνογλου
Αλεξάνδρα Μπακονίκα για τον Γιώργο Ιωάννου
-ο Βαγγέλης Τασιόπουλος για τον Κλείτο Κύρου
-ο Διονύσης Στεργιούλας για την Ανθούλα Σταθοπούλου-Βαφοπούλου
Χλόη Κουτσουμπέλη για τον Ε. Χ. Γονατά
-ο Μανόλης Ξεξάκης για τον Ηλία Πετρόπουλο
-ο Παναγιώτης Δόικος για τον Δημήτρη Καπετανάκη
-ο Τάσος Αρβανιτάκης για τον Γιώργο Θέμελη.


Δευτέρα, 30 Απριλίου 2018

15η Διεθνής Έκθεση Βιβλίου Θεσσαλονίκης - Πρόσκληση
























Πέμπτη 3 Μαΐου | 16.00 | Αίθουσα Ε.Ι.Π. | Περίπτερο 15

ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΠΕΡΙΟΔΙΚΟΥ 

«Θευθ. Οι δύο όψεις της γραφής»

Ομιλητές:  

Ζωή Βερβεροπούλου, θεατρολόγος, επίκ. καθηγήτρια Α.Π.Θ.,

Αρχοντούλα Διαβάτη, πεζογράφος, ποιήτρια,

Έλσα Κορνέτη, ποιήτρια,

Μαρία Λιτσαρδάκη, διευθύντρια «Θευθ», αν. καθηγήτρια Α.Π.Θ.,

Ευτυχία-Αλεξάνδρα Λουκίδου, ποιήτρια, δοκιμιογράφος,

Κωνσταντίνος Μπούραςποιητής, θεατρολόγος, κριτικός,

Αλεξάνδρα Μυλωνάσυγγραφέας, σκηνοθέτις,

Τούλα Παπαπάντου, μεταφράστρια, καθηγήτρια αγγλικής,

Μαρία Πολίτου, ποιήτρια, φιλόλογος,

Ζωή Σαμαρά, διευθύντρια «Θευθ», ομ. καθηγήτρια Α.Π.Θ., ποιήτρια,

Διονύσης Στεργιούλας, συγγραφέας.


*Χαιρετισμό θα απευθύνει και ο συγγραφέας Γιάννης Κιντάπογλου
 ιδιοκτήτης-διευθυντής των εκδόσεων Ρώμη.

ΟΡΓΑΝΩΣΗ: ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΡΩΜΗ



Κυριακή, 25 Μαρτίου 2018

Μόνο για τα βιβλία (851 μ.Χ.)


Ο ακέραιός του χαρακτήρας
η μεγάλη του πίστη
και η φήμη του ότι κατανοεί
ακόμη και τα πλέον δύσκολα
έκρυβαν τέλεια το μυστικό
που τόσα χρόνια κουβαλούσε μέσα του.

Στον χώρο της βιβλιοθήκης
που ήταν για εκείνον ένας δεύτερος ναός
(εκεί όπου συνήθιζε να μελετά
όταν οι άλλοι αναπαύονταν)
μονολογούσε κάθε τόσο χαμηλόφωνα:

“Μόνο για τα βιβλία
βρίσκομαι σήμερα εδώ
στην πάνσεπτη και περιώνυμη μονή
για τα βιβλία που έλειπαν
από το φτωχικό μου σπίτι
για τα βιβλία που ποτέ δεν θα έφταναν
στο αγαπημένο μου μικρό χωριό.”

Αυτές τις σκέψεις έκανε
κι ύστερα μελετούσε με ιερή προσήλωση
έργα του Πρόκλου και του Πλάτωνα
έργα του Εφραίμ του Σύρου και του Ωριγένη.














[Διαβάστηκε στην τηλεοπτική εκπομπή του Στέλιου Λουκά "Ένα βιβλίο ένα ταξίδι", που ήταν αφιερωμένη στην Παγκόσμια Ημέρα Ποίησης. Πρώτη προβολή στις 20.3.2018 και σε επανάληψη στις 21.3 και στις 24.3.2018 στο κανάλι TV100.]

Κυριακή, 18 Φεβρουαρίου 2018

Παρουσίαση συλλογής διηγημάτων


Την Τετάρτη 21 Φεβρουαρίου 2018, ώρα 7.30 μ.μ., θα παρουσιαστεί στην Κεντρική Δημοτική Βιβλιοθήκη Θεσσαλονίκης (Εθνικής Αμύνης 27) το βιβλίο της Κυριακής Καρούλια-Τέη «Ήμουνα γυναίκα», που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις «Οδός Πανός».

Ομιλητές: Διονύσης Στεργιούλας, Γιώργος Χρονάς και η συγγραφέας.




Τετάρτη, 31 Ιανουαρίου 2018

"Ένα βιβλίο ένα ταξίδι" - Επετειακή εκπομπή


Ολόκληρη η εκδήλωση που πραγματοποιήθηκε από το Ίδρυμα Ελληνικού Πολιτισμού, στο πλαίσιο της 14ης Διεθνούς Έκθεσης Βιβλίου Θεσσαλονίκης, την Κυριακή 14 Μαΐου 2017, για τη συμπλήρωση 25 χρόνων προβολής της εκπομπής του Στέλιου Λουκά "Ένα βιβλίο Ένα ταξίδι" από τη συχνότητα της Δημοτικής Τηλεόρασης Θεσ/νίκης (TV100), αναρτήθηκε στο διαδίκτυο σε δύο μέρη. 

Συμμετέχουν οι:

Γιώργος Παπαναστασίου, μέλος Δ.Σ. του Ιδρύματος Ελληνικού Πολιτισμού & διευθυντής του Ινστιτούτου Νεοελληνικών Σπουδών,
Γιάννης Ατζακάς, συγγραφέας,
Παναγιώτης Γούτας, συγγραφέας,
Χρίστος Ζαφείρης, δημοσιογράφος-συγγραφέας,
Νίκος Δαββέτας, συγγραφέας,
Ιωάννης Καζάζης, καθηγητής Α.Π.Θ. & πρόεδρος του Κέντρου Ελληνικής Γλώσσας,
Σταύρος Ζαφειρίου, ποιητής,
Δημήτρης Κόκορης, επίκουρος καθηγητής Α.Π.Θ., δοκιμιογράφος,
Έλσα Κορνέτη, ποιήτρια-δοκιμιογράφος,
Θωμάς Κοροβίνης, συγγραφέας-τραγουδοποιός,
Ηλίας Κουτσούκος, δημοσιογράφος-συγγραφέας & πρόεδρος της Εταιρίας Λογοτεχνών Θεσσαλονίκης,
Χλόη Κουτσουμπέλη, ποιήτρια-πεζογράφος,
Μαρία Λαμπαδαρίδου-Πόθου, ποιήτρια-πεζογράφος-δοκιμιογράφος,
Ευτυχία-Αλεξάνδρα Λουκίδου, ποιήτρια-δοκιμιογράφος,
Σαμουήλ Μπισσάρας, μεταφραστής-διερμηνέας στα αραβικά,
Ζωή Σαμαρά, ομότιμη καθηγήτρια Α.Π.Θ., ποιήτρια-δοκιμιογράφος,
Γιώργος Σκαμπαρδώνης, δημοσιογράφος-συγγραφέας,
Διονύσης Στεργιούλας, ποιητής-δοκιμιογράφος,
Γιάννης Τζιφόπουλος, καθηγητής Α.Π.Θ.,
Κώστας Χατζηαντωνίου, συγγραφέας.

*Επιστολή του συγγραφέα Αλέξη Σταμάτη διάβασε στην εκδήλωση ο Παναγιώτης Γούτας.

Κυριακή, 31 Δεκεμβρίου 2017

Δύο ποιήματα


ΘΕΟΔΟΣΙΟΣ, 390 Μ.Χ.

Όσο ζουν άνθρωποι σ' αυτή την πόλη
θα επανέρχεται στη σκέψη τους
το αίμα που ένα μεσημέρι
χύθηκε στις μαρμάρινες κερκίδες.
Χτες το πρωί ένα τυχαίο γεγονός
μ' έφερε στην Πλατεία Ιπποδρομίου.
Κοιτώντας τους περαστικούς
που βιαστικά πήγαιναν στις δουλειές τους
είδα το παρελθόν να επιστρέφει
κι ήθελα να τους πω: «Προσέξτε,
δεν είναι όπως τη φαντάζεστε η ζωή
μέσα στο φως ένα σκοτάδι ανθίζει
το χέρι που θα μας θερίσει έχει οπλιστεί.»


ΤΟ ΔΙΚΟ ΤΟΥ ΣΑΒΑΝΟ

Τρία ολόκληρα χρόνια η Πηνελόπη
θέλοντας να εξαπατήσει τους μνηστήρες
ύφαινε καθημερινά το σάβανο του Λαέρτη
το ίδιο που ξήλωνε τη νύχτα.
Ποιον άλλον προσπαθεί να κοροϊδέψει
αν όχι τον εαυτό του ο ποιητής
γράφοντας και σβήνοντας μια ολόκληρη ζωή
λέξεις στο δικό του σάβανο, το λευκό χαρτί;

[Πρώτη δημοσίευση: περιοδικό Θευθ, τεύχος 6, Δεκέμβριος 2017, σελ.49]


Πέμπτη, 30 Νοεμβρίου 2017

Ο "Λόγος" του Ιουλίου Τυπάλδου για τον Διονύσιο Σολωμό


Συκοφαντία και φθόνος τον κόσμο κυβερνούν
μεγάλους ταπεινώνουν, μικρούς υμνολογούν.
Λοιπόν, τους έπαινούς μας ας ψάλλομεν εμείς,
γιατί να μας παινέσει δεν θα βρεθεί κανείς.
                     (Ιούλιος Τυπάλδος, «Οι γκιώνηδες»)

Ένας ενδιαφέρων, αν και όχι πρωτότυπος τρόπος για να γνωρίσουμε την προσωπικότητα ενός συγγραφέα, είναι να μελετήσουμε προσεκτικά όσα γράφει για άλλους. Στα κείμενά του για τους ομοτέχνους του είναι πολύ πιθανό να έχει προβάλει στοιχεία της δικής του προσωπικότητας, εάν ισχύει η ρήση του Φερνάντο Πεσόα ότι «αυτό που βλέπουμε δεν είναι αυτό που βλέπουμε, αλλά αυτό που είμαστε». Ο Λόγος του Ιουλίου Τυπάλδου για τον Διονύσιο Σολωμό περιλαμβάνει –εκτός από τα τυπικά στοιχεία ενός κειμένου που γράφεται για συγκεκριμένη περίσταση– κάποια βιογραφικά στοιχεία του ίδιου του Τυπάλδου (όπως η φιλία του με τον Σολωμό), τις προσωπικές αισθητικές προτιμήσεις του, αλλά και άλλες απόψεις και πεποιθήσεις του, όπως η πίστη στην αθανασία της ψυχής.

Ο Ιούλιος Τυπάλδος (Ληξούρι Κεφαλονιάς 1814 – Κέρκυρα 1883) υπήρξε εξέχουσα προσωπικότητα των Ιονίων Νήσων και ένας από τους λίγους που ο Σολωμός τίμησε με τη φιλία του. Σύμφωνα με παλαιότερες πηγές, την αγάπη του για τη λογοτεχνία τού την ενέπνευσε η Ιταλίδα μητέρα του, κόμισσα Τερέζα Ριγκέτι. Έγραψε ποιήματα στη δημοτική, επηρεασμένος από τον Σολωμό και τα δημοτικά τραγούδια και μετέφρασε μεγάλο μέρος της Ελευθερωμένης Ιερουσαλήμ του Torcuato Tasso. Ο Λόγος είναι ένα από τα ελάχιστα πεζά του που έχουν δημοσιευθεί. Τυπώθηκε το έτος της εκφώνησής του στο τυπογραφείο της Ζακύνθου Ο ΠΑΡΝΑΣΣΟΣ («Σεργίου Χ. Ραφτάνη, διευθυνόμενον υπό Νέστορος Ι. Ταρουσοπούλου») σε ένα δεκαεξασέλιδο όγδοου σχήματος. Από το ίδιο τυπογραφείο κυκλοφόρησαν το 1857, με αφορμή τον θάνατο του Σολωμού, τουλάχιστον τρία ακόμη βιβλία. Αντίτυπά τους μπορεί να δει κανείς σε προθήκες του μουσείου Σολωμού στην Κέρκυρα, μαζί με άλλες δυσεύρετες εκδόσεις που αφορούν τον ποιητή. Αντιγράφω τα στοιχεία των σελίδων τίτλου:

  • ΛΟΓΟΣ / ΕΠΙΚΗΔΕΙΟΣ / ΕΙΣ ΤΟΝ / ΠΟΙΗΤΗΝ ΤΗΣ ΝΕΑΣ ΕΛΛΑΔΟΣ / ΤΟΝ ΚΟΜΗΤΑ / ΔΙΟΝΥΣΙΟΝ ΣΟΛΩΜΟΝ, / Εκφωνηθείς εν τω ναώ της Μητροπόλεως κατά το τελεσθέν υπό / του Πανιερ. Μητροπολίτου και παντός του ιερού κλήρου μνημό- / συνον των οκτώ τω Σαββάτω της Τυρινής 16 Φεβρ. 1857. / ΥΠΟ ΤΟΥ ΙΕΡ. Κ. ΣΤΡΑΤΟΥΛΗ, / Διευθυντού του Δευτερεύοντος Σχολείου Ζακύνθου.
  • ΛΟΓΟΣ / ΠΕΡΙ ΤΟΥ ΑΠΟΘΑΝΟΝΤΟΣ / ΔΙΟΝΥΣΙΟΥ ΣΟΛΟΜΟΥ / ΖΑΚΥΝΘΙΟΥ ΠΟΙΗΤΟΥ / ΣΥΝΤΕΘΕΙΣ ΥΠΟ Π. ΧΙΩΤΟΥ / Και εκφωνηθείς κατά το μνημόσυνον του μακαρίτου / ΤΩ 1857 ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΥ 23.
  • ΣΧΕΔΙΑΣΜΑ ΕΠΙΤΥΜΒΙΟΝ / ΕΙΣ ΤΟΝ / ΚΛΕΙΝΟΝ ΤΗΣ ΝΕΩΤΕΡΑΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΠΟΙΗΤΗΝ / ΚΟΜΗΤΑ ΙΠΠΟΤΗΝ / ΔΙΟΝΥΣΙΟΝ ΣΟΛΩΜΟΝ, / Συντεθέν υπό του Ελλογιμωτάτου Δρος / ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ ΔΙΟΝΥΣΙΑΔΟΥ ΜΠΟΝΣΙΝΙΟΡ / Διδασκάλου της Παγκοσμίου Ιστορίας και Χρονολογίας / ΕΝ ΤΩ ΛΥΚΕΙΩ ΖΑΚΥΝΘΟΥ.

Η δομή του Λόγου του Τυπάλδου είναι σε γενικές γραμμές η εξής:

  • Μία εικόνα από το παρελθόν: ένας νέος (ο Σολωμός), εκφωνεί τον επικήδειο του Ούγου Φώσκολου στη Ζάκυνθο (1827).
  • Ο θάνατος του Σολωμού και η απήχηση που είχε στον λαό η είδηση.
  • Η αξία του Σολωμού, για την οποία ο συγγραφέας μπορεί να μιλήσει και βιωματικά, μια και τους συνέδεε βαθιά φιλία.
  • Γενικές ιδέες και σκέψεις για την ποίηση και τους ποιητές, που εφαρμόζονται στην περίπτωση του Σολωμού. Αναφορές στους αρχαίους Έλληνες και στη δημοτική γλώσσα. Η γλώσσα του ελληνικού λαού που χρησιμοποίησε ο Σολωμός, είναι η γλώσσα που διασώζει το πνεύμα των αρχαίων προγόνων. Πολλές από τις ιδέες αυτές μοιάζουν να προέρχονται από κατ’ ιδίαν συζητήσεις του Τυπάλδου με τον Σολωμό, αν και κάτι τέτοιο δεν αναφέρεται στο κείμενο.
  • Εστίαση σε τρία συγκεκριμένα έργα του Σολωμού: Ύμνος εις την Ελευθερίαν, Ωδή στον θάνατο του Μπάιρον, Λάμπρος. Για όσα ακολούθησαν, γράφει: «Όλα τα άλλα ποιήματα οπού συνέθεσε, αφού υψώθη εις την ανωτέραν σφαίρα της τέχνης, είναι ανέκδοτα. Δεν αμφιβάλλω ότι γλήγορα θέλει δημοσιευθούν, και βέβαια θέλει υψώσουν πολύ περισσότερον το όνομα του ποιητή μας».
  • Διαχωρισμός μεταξύ ανθρώπων του πλούτου και της εξουσίας και ανθρώπων του πνεύματος. «Δάκρυα και αίμα τρέφουν τα στεφάνια, με τα οποία οι δυνάστες των εθνών στολίζουν την κεφαλή τους». Η φήμη των πρώτων είναι προσωρινή, ενώ η δόξα των δεύτερων αιώνια.
  • Απευθύνεται στους νέους της Ζακύνθου: «[…] αν ζητάτε το πνεύμα του σηκώσετε τα βλέμματα ψηλά, επειδή ο ουρανός είναι η πατρίδα των μεγάλων ανδρών».
  • Απευθύνεται στην ψυχή του Σολωμού.

Ο Τυπάλδος, χωρίς να ξεφεύγει από τα στερεότυπα που απαιτεί η περίσταση και από τους περιορισμούς που θέτει το είδος του λόγου, χωρίς ακόμη να ξεφεύγει από ιδεολογήματα της εποχής του (π.χ. η δημοτική γλώσσα που διασώζει το πνεύμα των αρχαίων προγόνων), καταφέρνει να δημιουργήσει ένα σημαντικό κείμενο, με παρατηρήσεις για το έργο του Σολωμού που έχουν διαχρονική αξία. Το σχόλιό του για τα έργα της τελευταίας περιόδου, που ο ποιητής συνέθεσε «αφού υψώθη εις την ανωτέραν σφαίρα της τέχνης», δείχνει ότι ο κύκλος του Σολωμού ήδη γνώριζε την αξία αυτών των έργων, που άρχισαν να γίνονται ευρύτερα αποδεκτά αρκετές δεκαετίες αργότερα. Ας μην ξεχνάμε ότι έργα του ποιητή, όπως ο Πόρφυρας και τα σχεδιάσματα των Ελεύθερων ΠολιορκημένωνΠολιορκισμένων, όπως το ήθελε ο Σολωμός), που δημοσιεύτηκαν πρώτη φορά το 1859 στην έκδοση που επιμελήθηκε ο Ιάκωβος Πολυλάς, προκάλεσαν την απογοήτευση του κοινού, που ίσως περίμενε ποιήματα όπως η Ξανθούλα, ή ποιήματα πατριωτικά, όπως εκείνα της πρώτης περιόδου και όχι αποσπάσματα ημιτελών έργων, που ξεχείλιζαν από ιδεαλισμό. Είναι χαρακτηριστικά κάποια σχόλια αναγνωστών της εποχής, μεταξύ των οποίων και του Αριστοτέλη Βαλαωρίτη (σε επιστολή του), που δείχνουν πόσο απογοήτευσε ο Σολωμός το κοινό της πρώτης έκδοσης των Απάντων των Ευρισκομένων. Μάλιστα, επειδή ελάχιστοι είχαν την ικανότητα να αντιληφθούν την αξία των αποσπασμάτων, άρχισαν να διαδίδονται φήμες σχετικές με χαμένα, κρυμμένα ή κατεστραμμένα χειρόγραφα ολοκληρωμένων έργων της τελευταίας περιόδου. Είναι όμως αμφίβολο εάν ο Σολωμός ή οποιοσδήποτε άλλος θα είχε ποτέ τη δυνατότητα να ολοκληρώσει έργα που να αγγίζουν την τελειότητα των Ιδεών. Γιατί αυτό ήταν που επιθυμούσε. 
Διονύσης Στεργιούλας

[Πρώτη δημοσίευση: περιοδικό Οδός Πανός, τχ. 138, Αθήνα 2007]

Τρίτη, 31 Οκτωβρίου 2017

Στον κύκλο της Διαγωνίου
















Για το βιβλίο της Σωτηρίας Σταυρακοπούλου «Τέσσερις συνεντεύξεις του Περικλή Σφυρίδη» (εκδ. Μαλλιάρης) και το βιβλίο του Ηλία Σ. Σπυρόπουλου «Από τα χρόνια και τα χαρτιά του Ντίνου Χριστιανόπουλου» (εκδ. Οδός Πανός).

Στις συνεντεύξεις που ανθολογούνται στο βιβλίο της Σωτηρίας Σταυρακοπούλου με τίτλο Τέσσερις συνεντεύξεις του Περικλή Σφυρίδη (δόθηκαν στους: Γιώργο Γαλάντη, Μάνο Κοντολέων, Χλόη Κουτσουμπέλη και στην ανθολόγο), ο Σφυρίδης μιλά για το έργο του σαν να μιλά για τη ζωή του. Από το ευθύ και εξομολογητικό ύφος των συνεντεύξεων γίνεται σαφές ότι ο πεζογράφος εισήλθε στη λογοτεχνία από τη ζωή και την εμπειρία και όχι από τη φιλολογική ενασχόληση. Συνδέει την ιατρική του ιδιότητα με τα διηγήματά του και εξηγεί με ποιον τρόπο οδηγήθηκε από την ποίηση στην πεζογραφία και από τα βιώματα, τα δικά του και των φίλων του, στη λογοτεχνική καταγραφή τους. Λέει, μεταξύ άλλων, για τη γραφή του, που θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ρεαλιστική-βιωματική: «Για μένα προηγείται η ζωή κι ακολουθεί η λογοτεχνία, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι στα διηγήματά μου δεν υπάρχει η απαραίτητη μυθοπλασία, γιατί αλλιώς δεν θα συζητούσαμε για λογοτεχνία, αλλά για φτηνή δημοσιογραφία».

Και οι τέσσερις συνεντεύξεις παρουσιάζουν μεγάλο αναγνωστικό ενδιαφέρον και επιβεβαιώνουν τη δύναμη του Σφυρίδη στην αφήγηση, ενώ προσφέρουν πολύτιμες πληροφορίες για το πρόσφατο λογοτεχνικό τοπίο της Θεσσαλονίκης και ιδιαίτερα για τον «κύκλο της Διαγωνίου», τη μικρή, χωρίς πάντοτε διακριτά όρια, παρέα λογοτεχνών και καλλιτεχνών, που είχε ως κέντρο τον εκδότη του περιοδικού «Διαγώνιος» ποιητή Ντίνο Χριστιανόπουλο. Ο Σφυρίδης, που προστέθηκε στον κύκλο του περιοδικού αρκετά αργά, όταν πολλοί από τους παλαιότερους συνεργάτες είχαν απομακρυνθεί, επηρεάστηκε από τον Χριστιανόπουλο, αλλά και τον επηρέασε. Η «Διαγώνιος», ενώ ξεκίνησε ως πολυσυλλεκτικό περιοδικό, με τον καιρό περιορίζει τις συνεργασίες όσων δεν ενστερνίζονταν τις αισθητικές απόψεις του εκδότη. Τα ποιοτικά κριτήρια για δημοσίευση γίνονταν όλο και πιο αυστηρά, οι πιθανότητες όμως για λογοτεχνικά θαύματα μειώνονταν.

Ο Σφυρίδης, παρά τη μεγάλη άνεση με την οποία συζητά για το έργο του και για τη ζωή του, παρουσιάζεται μάλλον αμήχανος όταν έρχεται αντιμέτωπος με την παρακάτω αντίφαση: να προσπαθεί, παρόλο που κινείται –ως συγγραφέας και κριτικός– σε ένα πλαίσιο κυρίως εμπειρίας και ελάχιστα θεωρίας, να μιλήσει θεωρητικά για την προτίμησή του στο βιωματικό περιεχόμενο. Με αποτέλεσμα να κάνει μία βιαστική σύγκριση εκφραζόμενος, σε κάποιες περιπτώσεις, απαξιωτικά για τον μοντερνισμό, την παράδοση του εσωτερικού μονολόγου και γενικά τη λογοτεχνία του «πνευματικού εργαστηρίου», σύμφωνα με την έκφρασή του. Ένα παράδειγμα: «Η λογοτεχνία δεν πρέπει να έχει σχέση με τα σταυρόλεξα. Λένε ορισμένοι ότι η ερμητική γραφή προϋποθέτει την ενεργητική συμμετοχή του αναγνώστη. Αυτά εγώ τα ακούω βερεσέ. Δηλαδή, αν κάποιο βιβλίο με τη σαφήνεια και την ενάργειά του διαβάζεται μονορούφι, τότε δεν συμμετέχει ο αναγνώστης; Και συμμετέχει όταν σπάει το κεφάλι του για να μαντέψει τι θέλει να πει ο συγγραφέας;». Οι σχετικές διατυπώσεις, αν και μοιάζουν αποτέλεσμα αυθόρμητων συλλογισμών, έχουν μεγάλο γραμματολογικό παρελθόν. Φτάνουν στον Γιώργο Σεφέρη, που χαρακτήρισε τον υπερρεαλισμό «εύκολη ποίηση», και ακόμη πιο πίσω.

Η απέραντη χώρα της λογοτεχνίας είναι φιλόξενη για δημιουργούς που έχουν επιλέξει διαφορετικούς δρόμους και ποικίλους προορισμούς. Συνήθως η μακροπρόθεσμη αντοχή και αποδοχή ενός έργου εξαρτάται από την ποιότητα της γραφής και όχι από από τις προγραμματικές επιλογές του συγγραφέα (συμπέρασμα στο οποίο καταλήγει αβίαστα, σε δύο τουλάχιστον σημεία, και ο Σφυρίδης). Η λογοτεχνική παράδοση έχει τόσο βαθιές ρίζες στον χρόνο και στον πολιτισμό, ώστε συχνά ακριβώς οι αναφορές σε αυτή την παράδοση, οι λεγόμενες ενδολογοτεχνικές και διακειμενικές αναφορές, και όχι η ρεαλιστική απόδοση πρόσφατων βιωμάτων, είναι ο κύριος λόγος που ένα σύγχρονο έργο αποκτά ποιότητα και υπόσταση.

Στην εκτενή εισαγωγή της η Σωτηρία Σταυρακοπούλου μιλά για την ενασχόλησή της με το έργο του Σφυρίδη και για τη δομή και το περιεχόμενο του βιβλίου, ενώ εξηγεί γιατί ανθολόγησε μόνο τις συγκεκριμένες συνεντεύξεις και όχι άλλες, όπως για παράδειγμα τις δύο ενδιαφέρουσες συνεντεύξεις προς τον Ηλία Γκρη και τον Παναγιώτη Γούτα. Ειδικά για τις δύο τελευταίες γράφει ότι ο λόγος που δεν συμπεριλαμβάνονται στην έκδοση είναι ότι είχαν ήδη κυκλοφορήσει σε βιβλίο αυτοτελώς. Πρόκειται ουσιαστικά για μία μεσαίας έκτασης φιλολογική μελέτη, που εστιάζεται στην προσωπικότητα και στο έργο του συγγραφέα και καταγράφει εποπτικώς και συνοπτικώς μερικά συμπεράσματα που προκύπτουν από το υλικό των συνεντεύξεων.

*

Ο Ηλίας Σπυρόπουλος, κλασικός φιλόλογος και μεταφραστής αρχαίων συγγραφέων, με αφορμή τη δημοσίευση της αλληλογραφίας του με τον Ντίνο Χριστιανόπουλο (των περιόδων 1953-1958 και 1983-2006) ανασύρει από το αρχείο του και από τη μνήμη του εικόνες, λέξεις, συναισθήματα, και κυρίως το κλίμα περασμένων εποχών. Δεν ασχολείται παρά ελάχιστα με το ποιητικό έργο του Χριστιανόπουλου και με τη βιβλιογραφία που έχει σχηματιστεί για τον ποιητή. Επιχειρεί να συνθέσει ένα ψυχογράφημα και ένα ζωντανό πορτρέτο του, με κύριο υλικό τις αναμνήσεις από τις κοινές σπουδές τους στη Φιλοσοφική Σχολή του Αριστοτέλειου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, την αλληλογραφία τους και την εστίαση σε ενδιαφέρουσες στιγμές της αλληλεπίδρασής τους.

Βιογραφώντας τον ποιητή, βιογραφείται και ο συγγραφέας της μελέτης. Έτσι μαθαίνουμε ότι αμέσως μετά την απόλυσή του από τη χούντα, οι μόνοι που τον στήριξαν οικονομικά ήταν ο Λίνος Πολίτης και ο Ντίνος Χριστιανόπουλος. Μιλά για έναν φίλο από το παρελθόν, δίνοντας πλήθος πληροφοριών για την καθημερινή του ζωή, τις απόψεις του, τις επαγγελματικές του ενασχολήσεις, τον ευρύτερο κύκλο γνωριμιών του. Τα περισσότερα από αυτά τα έχει ήδη πει ο Χριστιανόπουλος στα αυτοβιογραφικά του κείμενα, σε ομιλίες και στις εκατοντάδες συνεντεύξεις του. Ωστόσο, το συγκεκριμένο υλικό (σε συνδυασμό και με άλλες παρόμοιες εργασίες που κυκλοφορούν ή πρόκειται να κυκλοφορήσουν), είναι πολύ πιθανό να δώσει, έστω και έμμεσα, πολλές απαντήσεις στους συστηματικότερους τωρινούς και μελλοντικούς μελετητές του λογοτεχνικού έργου του. Ιδιαίτερα ορισμένα σημεία των επιστολών της πρώτης περιόδου (δεκαετία 1950) θα βοηθήσουν πολλαπλώς με το φως που ρίχνουν στις υπό διαμόρφωση τότε αισθητικές απόψεις του. Αντιθέτως, οι νεότερες επιστολές μοιάζουν να έχουν τυπικό χαρακτήρα.

Όσοι γνώρισαν από κοντά τον Χριστιανόπουλο, γνωρίζουν και τη συνήθειά του, ως ένα χρονικό σημείο (αρκετά μετά το 2000), να απαντά γραπτώς σε ό,τι ελάμβανε: βιβλία, ανάτυπα, δημοσιεύματα, αδημοσίευτα λογοτεχνικά κείμενα. Είχε γράψει και αποστείλει χιλιάδες επιστολές και θεωρώ από τώρα δεδομένο ότι ένα σημαντικό μέρος τους θα δημοσιευτεί στο μέλλον. Ο Ηλίας Σπυρόπουλος, με τα αναλυτικά του σχόλια και την άρτια παρουσίαση του πρωτογενούς υλικού, κάνει μία εν πολλοίς επιτυχημένη προσπάθεια να αναδείξει, μέσα από την καταγραφή στιγμών και γεγονότων της καθημερινής του ζωής, τον άλλοτε απλό στους τρόπους και τη συμπεριφορά και άλλοτε δύστροπο ή εμμονικό λαϊκό άνθρωπο, πίσω από τη λαμπερή εικόνα του διάσημου ποιητή. Έκπληξη πάντως προκαλεί η σχεδόν παντελής απουσία αναφορών σε ανθρώπους που υπήρξαν για δεκαετίες οι πιο στενοί φίλοι και συνεργάτες του Χριστιανόπουλου, όπως ο γραφίστας Κάρολος Τσίζεκ (από τη δεκαετία του 1950), ο πεζογράφος Περικλής Σφυρίδης, ο μουσικός Νίκος Στρουθόπουλος (ενώ δημοσιεύεται φωτογραφία όπου τραγουδά με τον πολιτικό Παναγιώτη Ψωμιάδη) και άλλοι, αλλά και ο Νίκος-Αλέξης Ασλάνογλου, ο πιο κοντινός φίλος του ποιητή (σύμφωνα με δική του δήλωση), πριν την οριστική ρήξη στις σχέσεις τους.

*

Το λογοτεχνικό τοπίο της Θεσσαλονίκης αλλάζει, όταν αλλάζει και η θέση του παρατηρητή, όπως θα συνέβαινε και σε κάθε φυσικό τοπίο. Όποια όμως και αν είναι η οπτική γωνία του παρατηρητή, παραμένει ένα τοπίο ενδιαφέρον, που αξίζει να το αναπαραστήσει κανείς με τη ζωγραφική των λέξεων.
Διονύσης Στεργιούλας

Πρώτη δημοσίευση: Περιοδικό Book Press, 18/10/2017