Παρασκευή, 31 Μαρτίου 2017

Γιάννης Κουνέλλης: η έκθεση στο πλοίο «Ιόνιον»*


Η πρώτη επαφή με το έργο του Κουνέλλη, όπως εκτίθεται στο πλοίο «Ιόνιον», κάνει τον επισκέπτη να αφήσει στην άκρη τη σταθερή αντίληψή του για τα πράγματα και τη φύση. Η λειτουργία της σκέψης σταματά και έρχεται αντιμέτωπος με τα μεγάλα διαχρονικά ερωτήματα. Στο έργο του Κουνέλλη δεν υπάρχει διέξοδος. Ο καλλιτέχνης ζει και εργάζεται, συνειδητά και με τη θέλησή του, σε έναν λαβύρινθο, χωρίς κανέναν μίτο στο χέρι, χωρίς ελπίδα για διαφυγή, μόνο με την ικανοποίηση που προσφέρει η αίσθηση της ευφυίας.

Τα έργα της έκθεσης δεν παραπέμπουν άμεσα σε καμιά περίοδο της ιστορίας της τέχνης. Το αντικείμενο στο οποίο συνεχώς ο καλλιτέχνης αναφέρεται, δεν είναι ούτε η ιστορία ούτε ο πολιτισμός αλλά ο άνθρωπος και το τραγικό του αδιέξοδο, που είναι ακριβώς αυτό που ενώνει πρόσωπα διαφορετικών εποχών, τόπων και κοινωνικών τάξεων.

Είναι αδύνατο να καταλάβει κανείς για το τι ψάχνει ο Κουνέλλης, για το τι πασχίζει τόσα χρόνια στη Ρώμη, για το τι ζητά από τον εαυτό του και από τον κόσμο. Το κάθε του έργο αυτοανατρέπεται. Μάταια ο επισκέπτης προσπαθεί να «δικαιολογήσει» τον καλλιτέχνη, επιδιώκοντας να μαντέψει τις προθέσεις του. Δεν υπάρχουν προθέσεις. Δεν έχουμε να κάνουμε με ένα παιχνίδι στημένο εκ των προτέρων, με ένα παιχνίδι «σικέ». Ο Κουνέλλης είναι απόλυτα αντιδογματικός, γοητεύεται από την περιπλάνηση, είναι η ενσάρκωση του ομηρικού Οδυσσέα, με τη διαφορά ότι ποτέ δε θα φτάσει στη δική του Ιθάκη, αφού δεν υπάρχει σήμερα τέτοιο νησί. Και ας γίνεται η έκθεση στο πλοίο «Ιόνιον».

Με τα υλικά που χρησιμοποιεί θα έπρεπε να νιώθουμε ιδιαίτερα εξοικειωμένοι, μας φαίνονται όμως τόσο ξένα: σίδερο, ξύλο, μολύβι, μαλλί, βαμβάκι, κάρβουνο, πέτρες, ένα μεταλλικό κρεβάτι, ένα αυγό. Μερικές από τις μεταλλικές κατασκευές δένουν τόσο με τον χώρο, ώστε μοιάζουν να αποτελούν τοιχώματα του πλοίου. Δεν είδα κανένα συνθετικό υλικό, από αυτά που δημιούργησε η τεχνολογία τις τελευταίες δεκαετίες.

Το έργο του Κουνέλλη δρα ψυχαναλυτικά. Βλέπουμε σ' αυτό, «ως εν κατόπτρω», ό,τι υπάρχει μέσα μας. Ο ίδιος εξηγεί: «Θέλω την επιστροφή της ποίησης με όλα τα μέσα, με την άσκηση, την παρατήρηση, τη μοναξιά, τον λόγο, την εικόνα, την εξέγερση».

Εγκαταλείποντας την έκθεση αντίκρισα έναν διαφορετικό Πειραιά και θυμήθηκα τα λόγια ενός άλλου Έλληνα της ξενιτιάς, του Κώστα Αξελού: «Όλος ο κόσμος ξέρει πως δεν υπάρχει κριτήριο της αλήθειας ως αλήθειας. Μέσα στη διαδρομή της περιπλάνησης σφυρηλατούνται και κομματιάζονται οι αλήθειες και οι επαληθεύσεις» (Κώστας Αξελός, «Προς την πλανητική σκέψη», εκδ. Βιβλιοπωλείον της «Εστίας», Αθήνα 1989, σελ.41).


*Η έκθεση οργανώθηκε από το ίδρυμα Ιωάννου Φ. Κωστοπούλου κατά την περίοδο Οκτωβρίου-Νοεμβρίου 1994.

Πρώτη δημοσίευση: 
Διονύσης Στεργιούλας,  
Οι μαθητευόμενοι της οδύνης
εκδ. Οδός Πανός, Αθήνα 1995, σσ.55-56.

Πέμπτη, 9 Φεβρουαρίου 2017

ΚΑΦΚΑ ΚΑΙ ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗΣ

[Προδημοσίευση από το βιβλίο του Διονύση Στεργιούλα Ο Φραντς Κάφκα και η Μοσχούλα. Δοκίμιο για τη λογοτεχνία, που θα κυκλοφορήσει τον Φεβρουάριο του 2017 από τις εκδόσεις Νησίδες / Αναδημοσίευση από το περιοδικό BOOKPRESS, 26-1-2017]


Όταν διαβάζω έργα του Κάφκα, μου δημιουργείται η αίσθηση ότι ο συγγραφέας ενδιαφέρεται πρωτίστως για τον τρόπο που δομούνται οι σχέσεις των ανθρώπων και για τους μηχανισμούς που ενεργοποιούν τις ανθρώπινες πράξεις και πολύ λιγότερο για τις λεπτομέρειες που αφορούν τα πρόσωπα. Συχνά στον Κάφκα τα πρόσωπα μοιάζουν αδύναμα, σαν χάρτινοι ήρωες που λειτουργούν ως μαριονέτες άγνωστων δυνάμεων που κρύβονται στο βάθος. Αντιθέτως, ο Παπαδιαμάντης δίνει την εντύπωση ότι ενδιαφέρεται κυρίως για τις λεπτομέρειες, την περιγραφή της φύσης, τα χαρακτηριστικά συγκεκριμένων ανθρώπων, την πληροφορία και το πολιτισμικό φορτίο που μεταφέρουν οι λέξεις και λιγότερο για τις δομές που κυριαρχούν κάτω από την επιφάνεια. Οι ήρωές του είναι πρωταγωνιστές ή συμπρωταγωνιστές στη μικροκοινωνία όπου ζουν. Δρουν συνήθως συνειδητά, άλλοτε σε σύμπνοια με το κοινωνικό πλαίσιο που τους περιέχει και άλλοτε όχι.

Ωστόσο, παρά τις πιθανολογούμενες προθέσεις των συγγραφέων, τα πράγματα πολλές φορές εξελίσσονται διαφορετικά ως προς τον τρόπο πρόσληψης από τους αναγνώστες. Έτσι, συχνά στον Παπαδιαμάντη αναδεικνύονται πιο έντονα οι εσωτερικές δομές και το αρχετυπικό βάθος, ενώ στον Κάφκα οι διεκπεραιωτικές λεπτομέρειες. Ίσως αυτός είναι ένας κοινός τόπος στη λογοτεχνία: ο δημιουργός νομίζει ότι μπορεί να κατευθύνει ή να οδηγήσει το κοινό εκεί που ο ίδιος θέλει παραβλέποντας την περίπτωση το κοινό να έρχεται προς το μέρος του από άλλες κατευθύνσεις και να αντιλαμβάνεται το έργο του διαφορετικά. Οι αναγνώστες πολύ συχνά καλύπτουν με δικές τους, υποσυνείδητες προβολές, ό,τι αντιλαμβάνονται ως κενό ή ως έλλειψη ισορροπίας.

Πολλοί πεζογράφοι επιχειρούν να αποφύγουν τη μονόπλευρη «ανάγνωση» του έργου τους παρουσιάζοντας μέσα στα κείμενά τους ζεύγη αντίθετων ή αντίρροπων μεταξύ τους εννοιών, εξισορροπημένα λεκτικά και θεματικά: θάνατος και ζωή, αγάπη και μίσος, νεότητα και γήρας, τότε και τώρα, φόβος και απόλαυση, χαρά και λύπη, ελπίδα και απογοήτευση, φως και σκοτάδι, παραδοσιακός και σύγχρονος τρόπος ζωής, φύση και τεχνολογία, και άλλα. Τέτοια ζεύγη αντίθετων ή και συμπληρωματικών εννοιών υπάρχουν πολλά στο Όνειρο στο κύμα: παρελθόν και παρόν, νύχτα και φως, ζωή στη φύση και ζωή στην πόλη, εργασία στην ύπαιθρο και δουλειά στο γραφείο, πλούτος και φτώχεια, έρωτας και ερωτική στέρηση, ζωή και θάνατος, νεότητα και προχωρημένη ηλικία, ήχοι και ησυχία, ζώο και άνθρωπος, απόλαυση και κίνδυνος, ομορφιά και αμαρτία.

Στη Δίκη, όπως και στην Αντιγόνη του Σοφοκλή, το βασικό ζεύγος είναι ένα: ενοχή και αθωότητα. Όλα τα άλλα προκύπτουν από αυτές τις δύο έννοιες και από το περιεχόμενο ή την ερμηνεία που τους αποδίδεται. Η ενοχή ισοδυναμεί με κοινωνικό αποκλεισμό και εξευτελισμό, πλήθος προβλημάτων, καταδίκη, θάνατο. Η αθωότητα μεταφράζεται σε διατήρηση της κοινωνικής θέσης και της θέσης στην ιεραρχία του εργασιακού χώρου και κυρίως στο δικαίωμα στη ζωή, υπό την αυστηρή προϋπόθεση της άνευ όρων αποδοχής του υπάρχοντος πλαισίου και των δομών του. Θα μπορούσε ακόμη ο αναγνώστης να σκεφτεί ότι στο έργο συγκρούονται το καλό με το κακό, δύο έννοιες που είχαν απασχολήσει τον Κάφκα. Στην περίπτωση αυτή το κακό φαίνεται ότι συνδέεται με όσους υπηρετούν την απρόσωπη εξουσία και το καλό με τα αδύναμα θύματά της.

Το Όνειρο στο κύμα εκτυλίσσεται εξ ολοκλήρου στη φύση, αν και ο αφηγητής που καταγράφει την ιστορία εργάζεται σε ένα γραφείο. Η Δίκη εξελίσσεται σχεδόν εξ ολοκλήρου σε εσωτερικούς χώρους (γραφεία, δωμάτια, αλλόκοτα κτήρια, καθεδρικός ναός) ή στους δρόμους μιας μεγάλης πόλης με σημαντικότερη εξαίρεση την τελευταία σκηνή, όταν ο πρωταγωνιστής δολοφονείται σε ένα νταμάρι. Ο Κάφκα έλκεται από την περιγραφή των κτηρίων και τις αλληλεπιδράσεις μεταξύ αυτών που τα κατοικούν. Στα κείμενά του τα κτήρια, οι τοίχοι, οι εσωτερικοί διάδρομοι δεν αποτελούν απλώς μέρος ενός ουδέτερου σκηνικού. Είναι τόσο σημαντικά όσο και τα πρόσωπα. (Εδώ θυμάμαι την επιλογή των αρχαίων Αθηναίων να συνεδριάζουν τα συλλογικά όργανα της δημοκρατίας τους σε ανοιχτούς χώρους, ώστε να μην υπάρχουν στρεβλώσεις στη σκέψη και στην κρίση τους από δομές μη φυσικές.)

Ο ήρωας του Παπαδιαμάντη εργάζεται σε δικηγορικό γραφείο, τρέφει αρνητικά αισθήματα για εκείνον που του παρέχει εργασία και ζει με τη μνήμη, αν δεν ζει μέσα στη μνήμη. Ο ήρωας του Κάφκα εργάζεται ομοίως σε ένα γραφείο (είναι εκτιμητής σε τράπεζα), είναι αποξενωμένος από τους συναδέλφους του και ζει χωρίς μνήμη, χωρίς αναμνήσεις, σαν να μην έχει παρελθόν ή σαν να θέλει να το ξεχάσει. Ο πρώτος, για να αντιμετωπίσει τα αδιέξοδα του παρόντος, βρίσκει καταφύγιο στη μνήμη, ατομική και συλλογική, και ξαναζεί μέσω αυτής την εποχή που ήταν ακόμη «φυσικός άνθρωπος». Ο δεύτερος δεν ήταν ποτέ «φυσικός άνθρωπος», και οι τοίχοι, ανάμεσα στους οποίους ζει, γίνονται τείχη. Η αγάπη, η αλληλεγγύη, η τρυφερότητα, η κοινωνικότητα βρίσκονται σε ύπνωση, και αντιμετωπίζει τη δίκη ως άλλη μία εργασία ή υποχρέωση που πρέπει το συντομότερο να περαιωθεί.

Σε ένα από τα τετράδιά του ο Κάφκα σημειώνει ότι η μεγαλύτερη αμαρτία είναι η ανυπομονησία: «Υπάρχουν δυο ανθρώπινες βασικές αμαρτίες, από τις οποίες πηγάζουν όλες οι άλλες: Ανυπομονησία και αμέλεια. Εξαιτίας της ανυπομονησίας διώχτηκαν οι άνθρωποι από τον παράδεισο, εξαιτίας της αμέλειας δεν επιστρέφουν. Ίσως υπάρχει όμως μια μόνο βασική αμαρτία: η ανυπομονησία. Εξαιτίας της ανυπομονησίας διώχτηκαν, εξαιτίας της ανυπομονησίας δεν επιστρέφουν.» Ο πρωταγωνιστής της Δίκης είναι σε αρκετά σημεία ανυπόμονος. Δείχνει να βιάζεται περισσότερο από τους κατηγόρους του. Μοιάζει με ένα έντομο που θέλοντας να ξεφύγει από τον ιστό της αράχνης κάνει γρήγορες και νευρικές κινήσεις, με αποτέλεσμα ο ιστός να το αποδυναμώνει και να το ακινητοποιεί.