Πέμπτη, 30 Ιουνίου 2016

Θεατρικά μονόπρακτα ενός ποιητή

ιώργος Χρονάς, Τρεις Γυναίκες και ο Ποιητής, Οδός Πανός, 2015]

Ένας βασικός τομέας των ενδιαφερόντων και της δημιουργικότητας του ποιητή Γιώργου Χρονά σχετίζεται με τον βίο διασήμων προσώπων και ιδιαίτερα με τις αντιφάσεις και την τραγικότητα που χαρακτηρίζουν τις ζωές τους. Έχει ίσως διαπιστώσει ότι πίσω από τη στιλβωμένη επιφάνεια κρύβεται συχνά ένα βαρύ φορτίο ψυχολογικής πίεσης, που οφείλεται είτε στο κοινό, που απαιτεί από τα είδωλά του να λάμπουν κάθε στιγμή, ακόμη και μετά τον θάνατό τους, είτε στους ίδιους, που δεν θα ήθελαν να διαψεύσουν την εικόνα που έχουν με κόπο και ταλέντο δημιουργήσει.

Στην εργογραφία του Χρονά θα συναντήσουμε κείμενα για τον Παζολίνι, τον James Dean, τον Marlon Brando, τη Marilyn Monroe, τον Michael Jackson, αλλά και για Ελληνίδες τραγουδίστριες, όπως η Καίτη Γκρέυ και η Τζένη Βάνου. Ο κόσμος του τραγουδιού τον αφορά και προσωπικά, αφού έχει γράψει τους στίχους σε περισσότερα από 120 τραγούδια, που ερμηνεύτηκαν από τον Νίκο Ξυλούρη, τον Παύλο Σιδηρόπουλο, τη Μελίνα Μερκούρη, τη Βίκυ Μοσχολιού, τη Χαρούλα Αλεξίου, τον Γιώργο Νταλάρα και δεκάδες άλλους ερμηνευτές, με μουσικές του Μάνου Χατζιδάκι, του Γιάννη Μαρκόπουλου, της Λένας Πλάτωνος και άλλων.

Δύο από τα πέντε θεατρικά κείμενα του βιβλίου (Τρεις Γυναίκες και ο Ποιητής, Αθήνα 2015), που έχουν παρουσιαστεί και στη σκηνή, αναφέρονται στις τραγουδίστριες Σεβάς Χανούμ και Ρίτα Σακελλαρίου. Άλλα δύο κείμενα έχουν ως κεντρικό πρόσωπο την Ιταλίδα δημοσιογράφο και συγγραφέα με παγκόσμια φήμη Οριάνα Φαλάτσι. Το βιβλίο κλείνει με το ολιγοσέλιδο σενάριο της παράστασης με τίτλο “Ο Κ. Π. Καβάφης στο Ξενοδοχείο Βαλκάνια”.

Τα δύο μονόπρακτα για την Οριάνα Φαλάτσι αποτελούν παραλλαγές του ίδιου κειμένου, με κύρια διαφορά ότι το πρώτο είναι γραμμένο ως πεζό, ενώ το δεύτερο με στίχους. Η Φαλάτσι, σε προχωρημένη ηλικία στη Νέα Υόρκη, θυμάται στιγμές της ζωής της και νιώθει δικαιωμένη που υπήρξε “πολιτικό ον” και σκεπτόμενη δημοσιογράφος. Αναπολεί τις επαγγελματικές της επιτυχίες και τη σχέση της με τον Αλέκο Παναγούλη και δηλώνει έτοιμη για τον αναμενόμενο, προαναγγελθέντα από τους γιατρούς θάνατό της.

Η Σεβαστή Παπαδοπούλου ή Σεβάς Χανούμ μιλά, στο τρίτο θεατρικό μονόπρακτο (που αποτελεί απομαγνητοφώνηση αφήγησής της στον συγγραφέα), για τη δύσκολη δεκαετία του 1950, για τα προβλήματα στη σχέση της με την οικογένειά της, για τη συμβίωσή της με τον Στέλιο Καζαντζίδη, για τις εκδηλώσεις λατρείας των θαυμαστών και θαυμαστριών της. Την χαρακτηρίζει, σε αντίθεση με τα άλλα πρόσωπα του βιβλίου, ένας έκδηλος ναρκισσισμός, που υπήρξε ίσως το αδύνατο σημείο της καριέρας της.

Στο τέταρτο θεατρικό έργο η Ρίτα Σακελλαρίου αναφέρεται στις ρίζες και την καταγωγή της, στις συνήθειές της, στους άντρες που αγάπησε και την αγάπησαν, στα τραγούδια που την έκαναν διάσημη, στον θαυμαστή της Ανδρέα Παπανδρέου, πρωθυπουργό της Ελλάδας. Ο συγγραφέας, παραθέτοντας πλήθος αληθινών και αληθοφανών πληροφοριών για τη ζωή της, αναπλάθει το κλίμα μιας ολόκληρης εποχής, επαναδημιουργεί μέσα από τους μονολόγους της το κοινωνικό πλαίσιο στο οποίο έζησε η τραγουδίστρια και αφήνει τον αναγνώστη του βιβλίου ή τον θεατή της παράστασης να καταλήξουν στα δικά τους συμπεράσματα.

Ο Κωνσταντίνος Καβάφης είναι ο πρωταγωνιστής στο τελευταίο μονόπρακτο του βιβλίου. Ο Αλεξανδρινός ποιητής επισκέπτεται το ξενοδοχείο “Βαλκάνια”, όπου ο ρεσεψιονίστ τυχαίνει να είναι θαυμαστής του. Ο ρεσεψιονίστ συνομιλεί με τον Καβάφη και απαγγέλλει ποιήματά του. Ταυτόχρονα κάνει κάποιες ευφυείς ή και προσποιητά αφελείς παρατηρήσεις για τα συγκεκριμένα ποιήματα. Η παράσταση αυτή παρουσιάστηκε στη Ρώμη, τις Βρυξέλλες και σε πολλές πόλεις της Ελλάδας.

Τα τέσσερα πρόσωπα που πρωταγωνιστούν στο βιβλίο (και έρχονται δύο από την προφορική και δύο από την εγγράμματη παράδοση), οι τρεις γυναίκες και ο ποιητής, διακρίθηκαν στους τομείς τους και απέκτησαν μεγάλη φήμη. Χαρακτηριστικό στοιχείο της ζωής τους υπήρξε η εσωτερική μοναξιά, η έντονη αίσθηση ότι πορεύονται μόνοι τους, η πεποίθηση ότι οι άλλοι δεν μπορούν να τους καταλάβουν, ακόμη και αν ζουν δίπλα τους. Το έργο τους, είτε στο τραγούδι είτε στη συγγραφή είτε στην ποίηση, μοιάζει με μία γέφυρα, με την οποία προσποιούνται ότι θέλουν να εγκαταλείψουν την αυτοαπομόνωση, τις εμμονές και τα πιθανά αδιέξοδα που τους συνοδεύουν. Το πεπρωμένο όμως είναι πάντα ένα ποτάμι ορμητικό, που δεν επιτρέπει το κολύμπι ενάντια στο ρεύμα.

Ο συγγραφέας αναζητά και διερευνά στις ζωές των τεσσάρων προσώπων ένα πλήθος ετερόκλητων στοιχείων, που έρχονται από διαφορετικές εποχές και ποικίλα πολιτισμικά πλαίσια. Δεν είναι τυχαίο το σχόλιο για το ποίημα του Καβάφη “Δέησις”, ότι μοιάζει με τραγούδι του Βασίλη Τσιτσάνη ή του Μάρκου Βαμβακάρη. Ο Γιώργος Χρονάς γράφοντας για τα τέσσερα αυτά πρόσωπα γράφει εν μέρει για τη δική του ζωή, για τα δικά του ενδιαφέροντα, για τις επιλογές του δικού του βίου, αφού και ο ίδιος ασχολήθηκε με την ποίηση, το τραγούδι, τη συγγραφή βιβλίων και τη δημοσιογραφία. Πιστεύω ότι το βιβλίο εντάσσεται οργανικά στο υπόλοιπο έργο του, ως μία ακόμη εκδοχή της ευαισθησίας ενός ποιητή. ΔΣ



* Πρώτη δημοσίευση: 
Διαδικτυακό περιοδικό BookPress, 
Πέμπτη 14 Απριλίου 2016 - 

 

Πέμπτη, 23 Ιουνίου 2016

Συνέντευξη
 
Ο ποιητής και εκδότης Γιώργος Χρονάς μιλάει στο ΒΗΜAgazino και τη Σόνια Ζαχαράτου για τα άλματα της ζωής του, θυμάται τον Χατζιδάκι, τον Τσαρούχη και τον Γκάτσο, και επιμένει ότι ο Ταχτσής και ο Κουμανταρέας είναι ανώτεροι του Φίλιπ Ροθ.