Σάββατο, 31 Ιουλίου 2010


Ο θάνατος στην ποίηση του Γιώργου Χρονά


Υπάρχει, στα ποιήματα του Γιώργου Χρονά, πέρα από τις τραγουδίστριες των κέντρων της επαρχίας, τους νέους των λαϊκών συνοικιών και τα ιν-δάλματα του κινηματογράφου, ένας άλλος, μόνιμος πρωτα-γωνιστής. Είναι ο θάνατος, σε όλες τις μορφές και τις εκδοχές του: κυριολεκτικά, μεταφορικά και αλληγορικά, ο θάνατος στο επίπεδο της σκέψης και των λέξεων, ο θάνατος στη ζωή. Ο θάνατος και η φθορά αφορούν όχι μόνο τους ανθρώπους και τα ζώα αλλά ακόμη τα πράγματα, τα αισθήματα, τις επιθυμίες: «Οι λόφοι και τα έλη αρχίζουν μέσα από το πρόσωπό μας/ οι επιθυμίες μας σαπίζουν μέσα σε βροχές και ανεπίδοτες επιστολές» («Parma»). Παρόλα αυτά, τα ποιήματά του δεν μπορούν να χαρακτηριστούν απαισιόδοξα, αφού ο θάνατος στο έργο του δεν είναι μία απειλή αλλά μία κατάσταση διάχυτη γύρω μας. Ο Χρονάς παρατηρεί με βλέμμα αποστασιοποιημένο τον κόσμο και καταγράφει τις εντυπώσεις του δίνοντας έμφαση στη φθορά, που συνήθως βρίσκει καταφύγιο ή προσκολλάται σαν μαγνήτης στην ομορφιά, στη δύναμη και στη νεότητα. Είναι ένας ποιητής που μαθαίνει από την παρατήρηση. Παρακολουθεί με φαινομενική απάθεια όσα συμβαίνουν στις ζωές ανθρώπων που ένας μέσος αστός θεωρεί περιθωριακούς. Μοιάζει να είναι πεποίθησή του ότι κάτι από το μυστήριο της ζωής, που έχει χαθεί στους υπόλοιπους, επιβιώνει ακόμη στις κοινωνικές ομάδες του περιθωρίου. Ίσως πρόκειται για το τραγικό στοιχείο που συχνά χαρακτηρίζει τη ζωή τους. «Ο άνθρωπος, όταν δεν είναι τραγικός, είναι γελοίος», θα έλεγε ο Καβάφης.

Η ζωή, σε κάποια ποιήματά του, μοιάζει με μία έκλαμψη, σύντομη και παροδική. Ο ποιητής εστιάζει σε πρόσωπα που ήδη ο θάνατος έχει επιλέξει. Η κινηματογραφική ματιά του αναζητά την τραγικότητα, τη λεπτομέρεια, τα κοινά στοιχεία διαφορετικών προσώπων και καταστάσεων και μόνο έμμεσα τις αιτίες που οδηγούν αυτό το ετερόκλητο πλήθος προς την εκμηδένιση. Μερικοί από τους τίτλους των ποιημάτων του είναι χαρακτηριστικοί της οπτικής του: «Θρήνος για μυημένους ταξιδιώτες», «Τραγουδίστρια ρίχθηκε στο κενό και σκοτώθηκε», «Σχέδιο για επιτύμβιο ναού νυχτερινού και μαύρου», «Θάνατος αλόγων», «Οι νεκροί γέμισαν τους δια-δρόμους», «Στον Άδη».

Εκεί που άλλοι βλέπουν την ομορφιά και τη χαρά της ζωής, ο Χρονάς βλέπει τη φθορά και την αποσύνθεση, σαν να θέλει επίμονα να στρέψει την προσοχή των αναγνωστών του στο μεγάλο μυστήριο του θανάτου. Τα πράγματα κουβαλούν μαζί τους ένα φορτίο αντίθετο προς αυτό που μεταφέρει το όνομά τους. Παράλληλα με την αυτονόητη ερμηνεία υπάρχει και μία δεύτερη, κρυμμένη ερμηνεία, που αναδεικνύεται με τα κατάλληλα επίθετα και προσδιορισμούς. Έτσι όμως ανατρέπονται οι νοηματικές βάσεις και βεβαιότητες και ο αναγνώστης αισθάνεται ξαφνικά ότι είναι χαμένος σε ένα άγνωστο δάσος. Μεταφέρω μερικά δείγματα αυτής της παράξενης γραφής και εικονοποιίας: Τα τσιγάρα είναι «σβησμένα τσιγάρα». Οι κλεψύδρες είναι «κλεψύδρες του θανάτου». Οι φωλιές είναι «φωλιές πεθαμένων πουλιών». Τα ζώα απέμειναν «σφαγμένα σώματα ζώων». Οι φαντάροι είναι «μεθυσμένοι, λεηλατημένοι φαντάροι». Τα τραί-να «έμειναν βουβά στους σταθμούς». Οι βάρκες «σαπίζαν στα νερά». Το μαχαίρι «μπαίνοντας βαθιά άνοιγε ζωή στο θάνατο». Οι ταυρομάχοι «έμειναν στην αρένα χωρίς κόκκινο σεντόνι». Κάποιοι άνθρωποι «γεννήθηκαν για ν’ ανήκουν στον Κάτω Κόσμο». Τα σεντόνια έχουν πάνω τους «τα πεθαμένα σχήματα των φυτών». Ακόμη και ο ήλιος είναι «ένας μαύρος ήλιος». Και μερικά ακόμη παραδείγματα, όπου το επίθετο υπονομεύει το ουσιαστικό, αποδομώντας το εννοιολογικά: «βαλσαμωμένο πουλί», «απολι-θωμένο ελάφι», «αντικείμενο καταστρεμμένο», «χαλασμένα τζουκ μποξ», «καμένα δέντρα», «πεθαμένες ειδήσεις», «Πρακτορείο ψευ-δών ειδήσεων», «κολώνιες φτηνές», «σβησμένες μουσικές», «άνθη και κρίνα μαραμένα από τον άνεμο».

Η εστίαση στον θάνατο αποτελεί μία ουσιώδη διαφορά του Χρονά από τους περισσότερους ποιητές της γενιάς του, που ψάχνουν την κίνηση, τη δράση, την ανατροπή, την ευφυΐα ή καταγράφουν την εσωτερική, υπαρξιακή τους αναζήτηση. Στον Χρονά η αναζήτηση δεν έχει τη μορφή του εσωτερικού ταξιδιού ή του εσωτερικού μονολόγου. Υπάρχουν μόνο ερωτηματικά που προκύπτουν από την καταγραφή εικόνων φθοράς, εικόνων που δεν αξιοποιεί ικανοποιητικά η ποίηση του εικοστού αιώνα, σε αντίθεση με την ποίηση του 19ου αιώνα, όπου ο θάνατος έχει περίοπτη θέση, λόγω και της παράδοσης του ρομαντισμού. Αν δούμε το έργο του από αυτή την πλευρά, τις αισθητικές οφειλές και τις διακειμενικότητες του Χρονά θα πρέπει να τις αναζητήσουμε όχι τόσο στην ποιητική παράδοση της εποχής του, αλλά στις πλέον απρόσμενες πηγές, όπως: αρχαίοι τραγικοί ποιητές, αφηγήσεις των ευαγγελιστών, ταινίες του Παζολίνι, του Φασμπίντερ και του Αλέξη Δαμιανού, δημοτικά τραγούδια, έργα του Γιάννη Τσαρούχη και του Διαμαντή Διαμαντόπουλου, ακόμη και βιογραφίες διασημοτήτων, όπως η Μέριλυν Μονρόε και η Μαρία Κάλλας. Υπάρχουν φυσικά και οι επιρροές από ομοτέχνους του: τον Καβάφη, τον Νίκο Αλέξη Ασλάνογλου, τον Μιχάλη Κατσαρό.

Ο Γιώργος Χρονάς δεν επιλέγει κάποια από τις γνωστές «μυθο-λογίες» του θανάτου ούτε τις υποκαθιστά με μία νέα, δικής του έμπνευσης. Αντί να αναλύσει το φαινόμενο του θανάτου θεωρητικά, περιγράφει με συνοπτικό τρόπο τη ζωή των ηρώων του και παρακολουθεί τις τελευταίες στιγμές τους. Άλλοτε βάζει τους ζωντανούς να μιλούν για τους νεκρούς τους. Αρκετά συχνά μιλά με τη φωνή εκείνων που έφυγαν, αφού οι νεκροί διατηρούν μία μυστηριώδη αυτονομία, παραμένουν «πρόσωπα», ανεξάρτητα από το εάν επιζούν στη μνήμη μας ή όχι. Στις περισσότερες όμως περιπτώσεις ο θάνατος στην ποίησή του δεν είναι ένα μεταφυσικό φαινόμενο αλλά ένα κομμάτι της ζωής. Όχι μόνο επειδή επέρχεται όταν ζούμε, αλλά κυρίως επειδή η ζωή είναι κάτι ευρύτερο από αυτό που έχουμε συνηθίσει να πιστεύουμε, και έτσι μπορεί να συμπεριλαμβάνει στον ορισμό της και καταστάσεις που γενικά θεωρούνται αντίθετες ή και ενάντιές της.

Είναι όμως το έργο του Χρονά ενιαίο μέσα στον χρόνο; Διέπεται από τους ίδιους άξονες από την περίοδο που δημοσιεύτηκαν Οι λάμπες και το Βιβλίο 1 μέχρι τις τελευταίες του συλλογές; Νομίζω ότι, ανεξάρτητα από τους άλλους θεματικούς άξονες, ο θάνατος παραμένει σε όλη τη διάρκεια της ποιητικής του παραγωγής ένα από τα κεντρικά θέματα του έργου του –αν όχι το πιο κεντρικό. Αν κάτι αλλάζει με την πάροδο του χρόνου, είναι η μεγαλύτερη απλότητα και αφαίρεση στις περιγραφές: «Σε μια κολόνα της ΔΕΗ/ είδα το αγγελτήριο του θανάτου σου» («Αναγγελία του θέρους»). Και πάλι όμως, μέσα στην απλότητα θα συναντήσουμε εκπλήξεις και νέες προεκτάσεις:

Ζήτησα να μάθω
τι απέγινε η αγελάδα
που έβοσκε σ’ αυτό το χωράφι
Κι ένα παιδί μού το ’πε.
-Τη σφάξανε.
Τα κομμάτια της τα μοίρασαν
σε τέσσερα κρεοπωλεία.
         («Αστυνομικό δελτίο»)

 
[Το κείμενο του Διονύση Στεργιούλα «Ο θάνατος στην ποίηση του Γιώργου Χρονά» αναδημοσιεύεται από το περιοδικό Πόρφυρας, τεύχος 135, Κέρκυρα, Απρίλιος-Ιούνιος 2010]

Κυριακή, 25 Ιουλίου 2010

ΜΙΑ ΤΑΙΝΙΑ ΓΙΑ ΤΟΝ ΝΙΚΟ ΚΟΥΝΔΟΥΡΟ

Μετά από τόσες δικές του ταινίες, ο Νίκος Κούνδουρος είδε τον εαυτό του πρωταγω-νιστή στην ταινία ενός άλλου. Το διάρκειας 80 λεπτών ντοκι-μαντέρ του Αντώνη Μποσκοΐτη με τίτλο «Οδύσσειες Σωμάτων – Μπαλάντα για τον Νίκο Κούνδουρο» (ίσως το τελευταίο ελληνικό ντοκιμαντέρ που γυρίζεται σε φιλμ) εστιάζει στον τρόπο εργασίας του σημαντικού σκηνοθέτη, όπως προκύπτει από αφηγήσεις φίλων και συνεργατών του, αποσπάσματα από ταινίες και ανέκδοτο υλικό από γυρίσματα.

Η πολυπρόσωπη και φαινομενικά επίπεδη αφήγηση μάς αναγκάζει να κοιτάξουμε στο βάθος και να εξερευνήσουμε τον χαρακτήρα, τις προθέσεις και τις εμμονές του Νίκου Κούνδουρου. Ο Μποσκοΐτης ενδιαφέρεται κυρίως για τη διαδικασία παραγωγής ενός έργου της έβδομης τέχνης και δευτερευόντως για το τελικό αισθητικό αποτέλεσμα των ταινιών του Κούνδουρου. Παράλληλα, μέσα από τη γραμμική αφήγηση και τις αναδρομές, επιχειρεί έμμεσα να δώσει απαντήσεις σε ερωτήματα που δεν αφορούν μόνο τον Κούνδουρο, αλλά και πολλούς άλλους δημιουργούς.

Ο Νίκος Κούνδουρος αναδεικνύεται, στην ταινία του Μποσκοΐτη, ως ένας τρυφερός και ευαίσθητος άνθρωπος, που γίνεται αυστηρός με τον εαυτό του και τους άλλους, όταν πρόκειται να υπερασπιστεί το διακύβευμα της τέχνης του και να παραμείνει πιστός στο δρόμο που του δείχνει η εσωτερική του πυξίδα.

Είδα την ταινία στη Θεσσαλονίκη στις 16 Μαρτίου του 2010, σε προβολή που έγινε στην αίθουσα «Παύλος Ζάννας» του Ολύμπιον, κατά τη διάρκεια του 12ου Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ, μετά από προτροπή του Αντρέα Παγουλάτου, ο οποίος επέμενε ότι για κανένα λόγο δεν πρέπει να τη χάσω, ακόμη και αν η πρόσβαση στο κέντρο της πόλης ήταν δύσκολη εκείνες τις μέρες εξαιτίας των καθημερινών διαδηλώσεων. Και συζητήσαμε στη συνέχεια διεξοδικά από τηλεφώνου για το περιεχόμενο της ταινίας, σε κάποιες σκηνές της οποίας εμφανιζόταν και ο ίδιος, ως κριτικός κινηματογράφου και βαθύς γνώστης της έβδομης τέχνης. Ο Παγουλάτος με είχε –κατά κάποιο τρόπο– μυήσει στο ντοκιμαντέρ, πριν πολλά χρόνια, μέσω των αξεπέραστων ταινιών τού Γιόρις Ίβενς (Joris Ivens), όπως η «Δυστυχία στο Μπορινάζ» (Misère au Borinage) και η «Βροχή» (Regen). Μαζί του είχα γνωρίσει, σε μία από τις παρέες του Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης, τον ποιητή του κινημα-τογράφου Σταύρο Τορνέ.

Μετά από μερικές μέρες (στις 22 Μαρτίου του 2010) ο Παγουλάτος, που είχε παραδώσει τη ζωή του στις τέχνες και στο πνεύμα, πέθανε ξαφνικά από οξύ εγκεφαλικό. Με ενημέρωσε, αμέσως μόλις το έμαθε, ο Γιώργος Χρονάς.

Τις επόμενες μέρες το blog του Μποσκοΐτη παρείχε στους επισκέπτες μία διαρκή ροή πληροφοριών για τον Παγουλάτο, στοιχεία για τη ζωή και το έργο του, δηλώσεις του Θόδωρου Αγγελόπουλου, του Θάνου Μικρούτσικου, της Μαρίζας Κωχ και άλλων φίλων του για τον θάνατό του. Την ίδια στιγμή τα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης, αλλά και το ΕΚΕΒΙ, αγνόησαν ή προσπέρασαν βιαστικά, διαδικαστικά, την είδηση του θανάτου του. ΔΣ