Δευτέρα, 31 Δεκεμβρίου 2012

Ζωή Καρέλλη
Η ΣΥΝΟΔΕΙΑ ΤΩΝ ΑΠΡΟΣΩΠΩΝ


Κρατούσαν στα χέρια τους, που τα κινούσαν,
πότε σπασμωδικά, πότε ρυθμικά,
κρατούσαν τα πρόσωπά τους, προσωπεία
διαφορετικά. Πριν τα φορούσαν διακοσμητικά,
τώρα τα βαστούσαν στα χέρια τους,
ήταν πια περιττά,
να τα φορέσουν, για κει που πηγαίναν.

Τους βαραίναν στα χέρια οι εκφράσεις τους.
Δεν ήταν πια πρόσωπα βολικά,
δεν ήξεραν τι να τα κάνουν τα γλυκά χαμόγελα
τα ύπουλα βλέμματα, τα λιγωμένα σκιστά μάτια,
μελαγχολικά ή χαρούμενα καμώματα
δήθεν τραγικά, τ’ ήταν όλ’ αυτά
που τα κουβαλούσαν σε φριχτά ομοιώματα;
Δεν μιλούσαν
τ’ άχαρα τούτα πλάσματα δίχως χαρά,
ούτε λύπη βέβαια αισθάνονταν.
Μόνο κεφάλια γυμνά, δίχως εκφράσεις,
απογυμνωμένα σαν κόκκαλα, που δεν τα τυλίγει
καμιά σημασία, για να φανερωθεί
η φαντασία τους.
Πηγαίναν με τα μάτια πολύ ανοιχτά,
τίποτα σ’ αυτά μέσα δε στέκονταν.

Λυπηθείτε αυτούς που έχουν χάσει
των προσώπων την παρουσία.
Παν να την φορεθούν ξανά
κι είναι φθαρμένη. Βαρειά η τιμωρία τους.
Απομένει αμφίβολη αγωνία τώρα και πάντα
πριν και μετά δεν ζουν. Μοίρα τούς
έλαχε απάνθρωπη αδυναμία. Τους στερεί
τη διαφορά, στη σειρά των ίδιων ανθρώπων.

[1951]