Πέμπτη, 26 Μαΐου 2011

Η εποχή των δύο πόλεων*

[Φώτης Θαλασσινός, Αντάλια, εκδ. Οδός Πανός, Αθήνα 2010]


Στο μυθιστόρημα με τον παρά-ξενο τίτλο Αντάλια ο Φώτης Θαλασσινός ξεδιπλώνει, χωρίς εκφραστικές αναστολές, τα στοιχεία που χαρακτηρίζουν τον λογοτεχνικό του κόσμο: ατμόσφαιρα θρύλου και παρα-μυθιού, θρησκευτικός μυστικι-σμός, μαγικός ρεαλισμός αλλά και πλήθος υπερρεαλιστικών περιγραφών, εσωστρέφεια, εμ-μονή με θέματα που σχετίζονται με τον θάνατο, ποικιλομορφία πηγών, παράδοξοι συλλογισμοί, πρόσωπα που κινούνται στις παρυφές του κόσμου που γνωρίζουμε ή σε άγνωστες πτυχές του, υποσυνείδητες εικόνες που έρχονται κάθε στιγμή στην επιφάνεια, παιδικό βλέμμα, γλώσσα που μοιάζει κατασκευασμένη και όχι φυσική, μέρος κι αυτή της μαγικής ατμόσφαιρας.

Χρονολογίες στο βιβλίο δεν υπάρχουν ούτε άλλοι σχετικοί προσδιορισμοί, εκτός από την πληροφορία ότι όλα διαδραματίζονται στο μέλλον, στην «εποχή των δύο πόλεων». Τα πρόσωπα του μυθιστορήματος ζουν στις δύο «οικιστικές συμπυκνώσεις» της γης, Σαρλιμάκ και Νοτάλα. Η παραθαλάσσια Σαρλιμάκ, μία πόλη γεμάτη αντιθέσεις, διαθέτει «τόση ομορφιά όση κι ασχήμια». Οι πληροφορίες για τη δόμηση, τα κτίρια και τις γειτονιές της καλύπτουν μεγάλο μέρος του βιβλίου. «Η Σαρλιμάκ δεν ήταν πόλη σαν κι αυτές τις μητροπόλεις του εικοστού αιώνα. Αν ήτανε η Σαρλιμάκ οριακά πιο αραιά κατοικημένη δεν θα ’τανε πια πόλη. Θα διαλυόταν σ’ εκατοντάδες γειτονιές».

Η Σαρλιμάκ θυμίζει μεσαίωνα που έρχεται από το μέλλον, αλλά έχει και στοιχεία φουτουριστικά, καθώς και παραπομπές σε δημιουργίες κόμιξ των μέσων περίπου του εικοστού αιώνα, ενώ δεν λείπουν οι αναφορές σε γνωστούς πίνακες ζωγραφικής και σε κινηματο-γραφικές ταινίες. Σε πολλά σημεία οι περιγραφές της πόλης μοιάζουν με εφιάλτη. Στους δρόμους της κυριαρχούν η αρρώστια, ο θάνατος και η αποσύνθεση. Παντού ερείπια. Οι ανθρώπινες σχέσεις είναι, εκτός λίγων εξαιρέσεων, ρηχές. Η λογική έχει δώσει τη θέση της σε ανεξέλεγκτες δυνάμεις, που είχαν για χιλιετίες απωθηθεί. Ο ρόλος της θρησκείας έχει περιοριστεί, ενώ η επιστήμη θυμίζει περισσότερο αποκρυφισμό. «Την εποχή των δύο πόλεων που ’τανε εποχή τελμάτωσης των πάντων στα βαλτόνερα της ανυποληψίας αύτανδρο είχε βυθιστεί της επιστήμης το καράβι. Ήτανε εποχή που χέρι κανενός δεν απλωνότανε στους βυθισμένους. […] Χάθηκε η αθωότητα μέσα στις νοσηρές αναγωγές των πάντων στην αφορισμένη απ’ τα ιερατεία επαφή της σάρκας με τη σάρκα. […] Ήτανε μία εποχή που τους ευαίσθητούς της σε σιωπή τους καταρράκωνε».

Ακόμη όμως και μέσα σε ένα απόλυτα εχθρικό περιβάλλον, η ευαισθησία επιβιώνει. Τα σχόλια εκείνων που την παρακολουθούν πίσω από τα κλειστά παράθυρα, δεν τρομάζουν την Αντάλια, ένα από τα βασικά πρόσωπα, που εμφανίζεται λίγο μετά τη μέση του βιβλίου: «Κοινώνησε με μία απάνθρωπη ποινή την ακατάσχετη ψευδολογία και σκληρή της συνοικίας άποψη για το δικό της πρόσωπο».

Ο Ζίχιο, η Ομνέα, η Ιλεάν, ο Γιόχαν, ο Μετς, ο Ομερτά, η Αντάλια, ο Εαρινός και τα άλλα πρόσωπα με τα παράξενα ονόματα είναι άνθρωποι χωρίς καταγωγή και χωρίς πολιτισμικό ή ιδεολογικό φορτίο. Ο συγγραφέας δεν τους φορτώνει με δικές του κρυφές σκοπιμότητες. Δεν έχουν παρελθόν ούτε μέλλον, μόνο ένα μυστηριώδες παρόν. Περνούν βιαστικά από την οθόνη της αφήγησης και την άλλη στιγμή χάνονται, για να εμφανιστούν λίγες σελίδες πιο κάτω σε άλλους ρόλους, σε άλλες ιστορίες. Κινούνται σαν σκιές στους δρόμους της Σαρλιμάκ και της Νοτάλα αναζητώντας σπάνια έντομα, ακολουθώντας κηδείες, συζητώντας μεταξύ τους σε κήπους και σε δωμάτια νοσοκομείων ή προσπαθώντας να επικοινωνήσουν με ζώα. Εκτός από τους ανθρώπους, κάποια ζώα παρουσιάζονται ως πρόσωπα του βιβλίου. Έχουν όνομα και ιδιαίτερα χαρακτηριστικά. Ένα σκαθάρι, μία αράχνη, μία ομάδα ελεφάντων. Ζουν κι αυτά στην ίδια πόλη ή στο υπέδαφός της. Σαν να παρακολουθούμε ένα ενύπνιο του συγγραφέα.

Σε ένα από τα τελευταία κεφάλαια το μυθιστόρημα αποκτά απρόσμενη πολιτική διάσταση. Ο Γιόχαν, κατώτερος εργάτης σε ορυχείο διαμαντιών, υφίσταται απάνθρωπες συνθήκες εκμετάλ-λευσης από το αφεντικό του και τους άτεγκτους υψηλόμισθους προϊσταμένους του, που θεωρούν τον εαυτό τους ταυτισμένο με το αφεντικό. Στην απόφασή του να ανατινάξει αυτό το σύμβολο του καπιταλισμού βρίσκει σύμμαχο τον τελευταίο ασασίνο, οπαδό του «γέροντα του βουνού».

Οι πίνακες του Francis Bacon και τα πλάσματα του Hieronymus Bosch νομίζει κανείς ότι έχουν ζωντανέψει στις σελίδες του βιβλίου. Δεν αμφιβάλλω ότι ο Θαλασσινός, δοκιμάζοντας να δημιουργήσει με λέξεις μία εικονοποιία ανάλογη με αυτή του Bosch, χρησιμοποιεί σε κάποια σημεία του βιβλίου του ως σύμμαχο την αλληγορία, για να μιλήσει για καταστάσεις της εποχής μας οικείες στον ίδιο και στους αναγνώστες. Παράλληλα, η αφήγηση εμπλουτίζεται με μνήμες της παιδικής του ηλικίας και με προσωπικές του εμπειρίες, που σχεδόν χάνονται μέσα στον όγκο των πληροφοριών για την πόλη Σαρλιμάκ. Υπάρχει μία πολλαπλή αραίωση των αρχικών εμπειριών, μέσα από τα φίλτρα της αφήγησης, έτσι που να μοιάζουν στο τέλος για κάτι άλλο. Πίσω από τις αναλυτικές περιγραφές της πόλης και τα σκοτεινά τοπία της μπορεί να κρύβονται συνηθισμένες ανθρώπινες σχέσεις, έρωτες και απογοητεύσεις, που όλοι βιώσαμε. Κρύβεται ακόμη μία παιδική ηλικία που ποτέ δεν της δόθηκε χώρος να εκφραστεί, αλλά έχει συνθλιβεί από τις λεγόμενες «κοινωνικές επιταγές».

Ο Φώτης Θαλασσινός αποφεύγει τα λογοτεχνικά στερεότυπα και τους δοκιμασμένους τρόπους έκφρασης, βγαίνει έξω από το δωμάτιο της ελληνικής λογοτεχνικής παράδοσης και βαδίζει σε έναν δρόμο δικής του έμπνευσης, που τον δημιουργεί καθώς τον περπατά. Οι εξωπραγματικοί του ήρωες, όσο ανοίκειοι μας φαίνονται στην αρχή της ανάγνωσης του βιβλίου, άλλο τόσο οικείοι και ανθρώπινοι μας φαίνονται προς το τέλος. Ο συγγραφέας, με απλά υλικά, κυρίως δικής του επινόησης, συνθέτει έναν πλήρη κόσμο, έναν δικό του πλανήτη, που συνενώνει τόπους, εποχές, μορφές ζωής και στάσεις ζωής. Η γραφή του ισοδυναμεί για τον αναγνώστη με εξερεύνηση σε ένα πυκνό δάσος, όπου τίποτα δεν είναι αναμενόμενο ούτε προβλέψιμο. Είναι ένα περιβάλλον λογοτεχνικό, που δεν έχει να ζηλέψει τίποτα από τον «πραγματικό κόσμο». 

* Διονύσης Στεργιούλας / περιοδικό Εντευκτήριο, τεύχος 92, Θεσσαλονίκη 2011