Παρασκευή, 21 Μαΐου 2010

Οι ζωντανές λέξεις*


Πίσω από την πρόσοψη των λέξεων κυλάει ένας ποταμός βαθύς και ανεξερεύνητος. Οι πηγές του χάνονται στο πολύ μακρινό παρελθόν, ενώνονται με τις πηγές της βιολογικής μας κληρονομιάς. Από όπου περνά δημιουργούνται απερίγραπτες εικόνες αγωνίας, χαράς, λύπης, μελαγχολίας και κάθε λογής συναισθημάτων. Η ροή του αφήνει ανεξίτηλα ίχνη στις καρδιές των ανθρώπων και διαμορφώνει το εσωτερικό μας ανάγλυφο. Μέσα του οι ζώντες οργανισμοί διαδραματίζουν ουσιαστικό ρόλο και κάποτε ρυθμίζουν την πορεία του. Στη διάρκεια της ατέλειωτης αυτής πορείας περνά από όρη, πεδιάδες, νησιά, δημιουργεί καταρράχτες, ανεβαίνει στο γαλαξία και πάλι κατεβαίνει στη μητέρα γη και μπαίνει στα σπίτια μας. Η κίνησή του δεν υπακούει στους φυσικούς νόμους. Με την κίνησή του αναιρεί τους φυσικούς νόμους.

Οι λέξεις. Οι λέξεις. Μας διαμορφώνουν κάθε στιγμή οι λέξεις. Μας πεθαίνουν και μας ανασταίνουν οι λέξεις. Μας κρατούν δέσμιους στη δική τους λογική και κάποτε στο δικό τους παραλογισμό. Τα πάντα μέσα μας είναι χτισμένα με λέξεις. Ακόμη και οι εικόνες. Ακόμη και τα συναισθήματα και οι μνήμες. Ένας ψυχαναλυτής θα έπρεπε να αρχίζει από τη γνωριμία με τις λέξεις. Ένας ιερέας ή ένας γιατρός το ίδιο.

Μάθαμε να βλέπουμε τις λέξεις ως οπτικά σύμβολα ή να τις ακούμε ως ηχητικά μηνύματα ή να τις θεωρούμε τμήματα ενός αυστηρού κώδικα επικοινωνίας, όχι όμως να τις αντιμετωπίζουμε ως ζώντες οργανισμούς, που εξαρτώνται άμεσα από έναν άλλο αέρα για να ζήσουν. Οι λέξεις δε ζουν χωρίς το δικό τους οξυγόνο, ακόμη και μέσω χιλιάδων άλλων λέξεων. Πεθαίνουν από ασφυξία. Όταν το οξυγόνο υπάρχει, μπορούν να ζήσουν ακόμη και μόνες τους, ξέχωρα από τις άλλες λέξεις. Αν κάποιοι δεν είχαν αναλάβει να τροφοδοτούν τις λέξεις με οξυγόνο, όλα τα βιβλία, όλα τα κείμενα, θα θύμιζαν αποσπάσματα ερμηνευτικών λεξικών. Τότε, πιθανόν οι αριθμοί να αντικαθιστούσαν τις λέξεις, επειδή οι τιμές τους είναι απόλυτες, πράγμα που θα ευνοούσε την ανάπτυξη της συμβατικής επικοι-νωνίας, θα σκότωνε όμως οριστικά την ουσιαστική.

Όταν η λέξη υπ-άρχει ως ζωντανός οργανισμός, επιτελείται μέσα μας ένας οργασμός χωρίς τέλος. Όταν ο λόγος δεν στοχεύει στη στημένη επικοινωνία, τότε το ποτάμι κυλά ανεξέλεγκτα και παρασύρει όστρακα, μνήμες, κηλίδες αίματος, δικτατορίες, δομές που κάποτε πιστέψαμε ότι πηγάζουν από τη φύση ή από τον Θεό. Τότε το ποτάμι κάθε στιγμή δημιουργεί έναν καινούριο κόσμο.

[*Το κείμενο του Διονύση Στεργιούλα "Οι ζωντανές λέξεις" αναδημοσιεύεται από το βιβλίο Οι μαθητευόμενοι της οδύνης, εκδ. Οδός Πανός, Αθήνα 1995, σ. 47-48]

Δευτέρα, 17 Μαΐου 2010


Η ΠΑΡΑΚΜΗ ΤΗΣ ΜΝΗΜΗΣ (ΣΤΕΛΙΟΣ ΛΟΥΚΑΣ)

Κι αν φύγει ο ποιητής απ’ το ποίημα
πού έχει να πάει;

Παρόλο που ξεκίνησα να διαβάζω το βιβλίο του Στέλιου Λουκά Η παρακμή της μνήμης με κάποια αρνητική προκατάληψη για το είδος και το περιεχόμενο της ποίησής του, όχι μόνο δεν απογοητεύτηκα, αλλά μπορώ σήμερα να υποστηρίξω ότι συνεχίζει αξιοπρεπώς την παράδοση των λυρικών ποιητών της Θεσσα-λονίκης και κυρίως του Τάκη Βαρβιτσιώτη.

Μετά το σαρωτικό πέρασμα του Καβάφη από τα ελληνικά γράμ-ματα, το κοινό της ποίησης στη χώρα μας σχεδόν αδιαφορεί για την ποίηση που -παραβλέποντας την αναλυτική λογική σκέψη και τις αυστηρές δομές– δίνει έμφαση στα πρωταρχικά αισθήματα. Δεν θα πρέπει όμως να ξεχνάμε ότι υπάρχει μία τεράστιας σημασίας σχετική παράδοση στην παγκόσμια γραμματολογία και ότι ένα σημαντικό μέρος του κοινού έλκεται και πάντα θα έλκεται από τον λυρισμό.

Όπως κάθε συνεπής σύγχρονος λυρικός ποιητής, ο Στέλιος Λουκάς επανέρχεται στα δοκιμασμένα από τους παλαιότερους λυρικούς μοτίβα, λέξεις και σύμβολα: η θάλασσα, η σιωπή, οι ηλιαχτίδες, το φως, τα πουλιά, τα άνθη, ο καθρέφτης, ο άνεμος, τα όνειρα, η μνήμη και οι μνήμες, η αθωότητα, οι κρυμμένες ενοχές. Στη φαινομενικά επίπεδη αυτή ποίηση, που κάποτε γίνεται γενικόλογη και αόριστη, ο αναγνώστης είναι πιθανό να ανακαλύψει δομές που σχετίζονται με την τραγικότητα του ανθρώπου, αλλά και να προβάλει δικά του συναισθήματα. Η λυρική πλευρά του Ελύτη φαίνεται ότι άφησε τα ίχνη της στον τρόπο σκέψης του ποιητή, ενώ δεν λείπουν και οι μακρινές απηχήσεις του Σαραντάρη. Ο ποιητής, ωστόσο, δίνει την εντύπωση ότι στρέφει την πλάτη στα μεγάλα λογοτεχνικά και καλλιτεχνικά ρεύματα και κινήματα του εικοστού αιώνα και ότι επιμένει σε μία προσωπική εκδοχή «καθαρής ποίησης». ΔΣ

[Στέλιος Λουκάς, Η παρακμή της μνήμης, εκδ. Κέδρος, Αθήνα 2007]

Τετάρτη, 5 Μαΐου 2010

Οι ψυχές των ποιητών

Το ίδιο αθόρυβα και διακρι-τικά, όπως είχε μάθει να ζει, έφυγε από τη ζωή στις 22 Μαρτίου του 2010 ο ποιητής και θεωρητικός του κινημα-τογράφου Αντρέας Παγουλά-τος. Δεν έδωσε καν μάχη με τον θάνατο, τον αντιμετώπισε με αγάπη και κατανόηση, όπως αντιμετώπιζε πάντα τους συνομιλητές του. Μία από τις ελάχιστες φορές που τον άκουσα διαφορετικό στα είκοσι τρία χρόνια της γνωριμίας μας, ήταν τρεις μέρες πριν πεθάνει. Ήταν ενοχλημένος με την κακή ποιότητα των μυθιστορημάτων που εκδίδουν πολλοί Έλληνες εκδότες. Και ήταν εκνευρισμένος με όσα περνούσε η χώρα αυτή την περίοδο και κυρίως εκνευρισμένος με τα θέματα που συνέχιζαν να απασχολούν τους συμπατριώτες του κατά τη διάρκεια μίας τέτοιας κρίσης. Έχω κάθε λόγο να πιστεύω ότι ο θάνατός του έχει σχέση με την κατάθλιψη και την απόγνωση που ήταν διάχυτες γύρω του τον τελευταίο καιρό. Ένας ποιητής δεν μπορεί να μένει απαθής σε αυτές τις καταστάσεις. Πονά και λυπάται όχι μόνο με την καρδιά του αλλά και με τη σκέψη του και με ολόκληρη την ύπαρξή του για όσα συμβαίνουν γύρω του. Έχω κάθε λόγο να πιστεύω ότι ο θάνατός του ήταν μία παθητική διαμαρτυρία απέναντι στους ανενεργούς και αμέτοχους στην πνευματική ζωή πολίτες μιας χώρας που βυθίζεται στην αυτοκαταστροφή της, ενώ εκείνοι την ίδια στιγμή κινούνται απορυθμισμένοι μέσα σε μία θάλασσα φόβων και στερεοτύπων.

Ένας από τους σημαντικούς νεοέλληνες ποιητές έφυγε τόσο βιαστικά και απρόσμενα, πριν καλά καλά οι φίλοι του –άνθρωποι του κινηματογράφου, της μουσικής, των γραμμάτων– καταλάβουν τι έχει συμβεί. Οι περισσότεροι δεν ήθελαν να το πιστέψουν και είχαν την ελπίδα ότι μετά από λίγο θα έρθει η διάψευση. Δεν χρειάζεται όμως καμία διάψευση για να πιστέψουμε ότι ζει. Άφησε ένα ποιητικό και δοκιμιακό έργο ώριμο και ολοκληρωμένο. Κάποιος από τους φίλους του θα πρέπει να αναλάβει τη συγκέντρωση και την έκδοση των ποιημάτων που δεν είχαν ενταχθεί σε συλλογές, καθώς και των καταλοίπων του. Πριν λίγο καιρό του είπα ότι με όλες αυτές τις εκδηλώσεις και τα αφιερώματα των περιοδικών έχει παραμελήσει την προβολή και διάδοση του δικού του έργου. Το δέχτηκε. Και πώς να μη το δεχτεί, όταν όσα έκανε για την προβολή του έργου του Γιάννη Ρίτσου μέσα στον τελευταίο χρόνο, δεν τα είχε κάνει μια ολόκληρη ζωή για τον εαυτό του, για το δικό του έργο. Για τον Παγουλάτο όμως δεν είχε σημασία η επιφάνεια, αλλά η ποιότητα ενός έργου, ακόμη και αν δεν ήταν δικό του, ακόμη και αν προερχόταν από νέους και άγνωστους δημιουργούς.

Μια μεγάλη ομάδα νέων αλλά και μεγαλύτερων σε ηλικία ανθρώπων, γνώρισε στο πρόσωπό του την ιδανική εκδοχή αυτού που θα έπρεπε να είναι ο ορισμός του διανοούμενου και του ποιητή. Οι άνθρωποι «είμαστε σταγόνες στον ίδιο ωκεανό», μου είχε πει λίγες μέρες πριν το θάνατό του. Άραγε ισχύει το ίδιο με τις ψυχές των ποιητών; Συνεχίζουν να ζουν μαζί μας, μετά θάνατον, ως σταγόνες στον ίδιο ωκεανό;

Αν η αξία του ποιητικού έργου του είναι μεγάλη, η σημασία του έργου του είναι ακόμη μεγαλύτερη, επειδή με το έργο αυτό άνοιξε δρόμους στην τέχνη και στην έκφραση. Ο γλωσσοκεντρισμός του Παγουλάτου έδειξε έναν πρωτοποριακό δρόμο σε σχέση με τη μελέτη και τις πηγές της γλώσσας προχωρώντας πιο πέρα από τον Νόαμ Τσόμσκι και αφήνοντας πίσω τις κρατούσες σήμερα θεωρίες, που δίνουν έμφαση στη γραμματική και στις δομές της γλώσσας. Οι δομές του λόγου και της σύνταξης, πίστευε ο Παγουλάτος, έχουν σχέση με τις δομές των κοινωνιών. Όσο η γλώσσα συμμετέχει (μέσω της συμβατικής χρήσης και σύνταξης) στο στημένο και αλλοτριωμένο παιχνίδι που κατάντησε να είναι η επικοινωνία, δεν θα δούμε τις κοινωνίες να αλλάζουν. Προχώρησε σε αυτή του την άποψη πιο πέρα από τον Λακάν, που έλεγε ότι μόνο το υποσυνείδητο είναι δομημένο σαν γλώσσα.

Κλείνω αυτή τη σύντομη μαρτυρία με ένα χαρακτηριστικό περιστατικό, που νομίζω ότι αξίζει να αναφερθεί. Πριν λίγα χρόνια είχαμε βρεθεί, κατά τη διάρκεια του Φεστιβάλ ταινιών μικρού μήκους Δράμας, σε μία παρέα, όπου, μετά από ώρες συζήτησης και μουσικής, ένας πανέξυπνος κρητικός μαντιναδολόγος, που αντιλήφθηκε ότι έχει έναν πολύ μορφωμένο άνθρωπο μπροστά του, του είπε με φιλική διάθεση, θέλοντας να τον πειράξει: «Έχεις έναν τεράστιο εγκέφαλο». Και ο Παγουλάτος τού απάντησε, με την ίδια, ευχάριστη από το αλκοόλ, διάθεση: «Έχω όμως και μία τεράστια καρδιά».

* Το κείμενο του Διονύση Στεργιούλα αναδημοσιεύεται από την ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ (ένθετο ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ, Πέμπτη 29 Απριλίου 2010)
http://www.enet.gr/?i=issue.el.home&date=29/04/2010&id=156905