Τετάρτη, 30 Νοεμβρίου 2011

Γνώριζε ο Όμηρος το αλφάβητο;

[Νάνος Βαλαωρίτης, Ο Όμηρος και το αλφάβητοεκδ. Ελληνοαμερικανική Ένωση, Αθήνα, σ. 184]

Τα ερωτήματα που γεννήθηκαν σε βάθος είκοσι οκτώ αιώνων από τη μελέτη της Ιλιάδας και της Οδύσσειας όχι μόνο δεν βρήκαν ως σήμερα ικανοποιητική απάντηση, αλλά όσο περνούν τα χρόνια προστίθενται δίπλα τους νέα. Παράλληλα, η προσπάθεια για απαντήσεις συνεχίζεται σε όλα τα μήκη και πλάτη της γης από μία πλειάδα εξειδικευμένων φιλολόγων. Η δράση των λεγόμενων «ομηριστών» μέσα στους αιώνες μοιάζει με ένα ποτάμι που άλλοτε είναι ορμητικό και άλλοτε ήρεμο, άλλοτε πάει στη μία κατεύθυνση και άλλοτε στην άλλη. Ωστόσο, πέρα από τη διαρκή ανακύκλωση απόψεων και πληροφοριών γύρω από τα ομηρικά έπη, σπάνια παρουσιάζεται κάτι πραγματικά νέο, με τη μορφή της ουσιαστικής ανακάλυψης ή της ανατρεπτικής θεωρίας.

Ίσως η γοητεία των κειμένων αυτών οφείλεται εν μέρει στα αναπάντητα ερωτήματα που προκαλούν και κυρίως στο αίνιγμα του δημιουργού τους. Το ομηρικά έπη μοιάζουν να κληροδοτήθηκαν από τους ανθρώπους μιας μακρινής εποχής σε όλους τους μεταγενέστερους λαούς. Τα βιογραφικά στοιχεία του Ομήρου ξεχάστηκαν από πολύ νωρίς, είτε επειδή ο ίδιος το ήθελε είτε επειδή αυτό που είχε μεγαλύτερη σημασία ήταν η χρήση τους ως κιβωτού πληροφόρησης για τις κοινωνικές δομές και τον τρόπο σκέψης των ανθρώπων που ζούσαν στις εποχές του χαλκού και του σιδήρου στον ευρύτερο αιγαιακό χώρο και στην Ανατολική Μεσόγειο. Πολλοί πίστεψαν ότι τα κλειδιά για την ερμηνεία των ομηρικών επών χάθηκαν μαζί με τα βιογραφικά στοιχεία του δημιουργού τους. Άλλοι, όπως ο Νάνος Βαλαωρίτης στο βιβλίο του Ο Όμηρος και το αλφάβητο, υποστηρίζουν ότι όσα στοιχεία χρειαζόμαστε για την κατανόηση των επών, βρίσκονται στα ίδια τα κείμενα, στη θεματολογία τους, στις περιγραφές, στα ονόματα, στα συμφραζόμενα και κυρίως στη δομή τους.

Ο βασικός προβληματισμός των ομηριστών, όπως τίθεται από τον Παναγιώτη Βούζη στον πρόλογο του βιβλίου, έχει σχέση με τον βαθμό της προφορικότητας των επών κατά την περίοδο της δημιουργίας τους, εάν δηλαδή αποτελούσαν μία αδιάσπαστη συνέχεια της λαϊκής προφορικής παράδοσης ή εάν δημιουργήθηκαν από την αρχή ως γραπτά κείμενα, από έναν ποιητή εγγράμματο, που γνώριζε τη χρήση του αλφαβήτου. Η διάβρωση της μεταγενέστερης δυτικής λογοτεχνίας από τα δύο έπη και η οικειότητα που μπορεί να αναπτύξει μαζί τους ο δύσκολος αναγνώστης της εποχής μας δείχνουν ότι υπάρχει κάτι κοινό με την περίοδο της «εγγραμματοσύνης», κάτι που διαφοροποιεί τα ομηρικά έπη από τα προφορικά κείμενα της λαϊκής παράδοσης. Όμως για αιώνες κυριαρχούσε η στερεότυπη αντίληψη ότι η Ιλιάδα και η Οδύσσεια δημιουργήθηκαν σε μια εποχή που το αλφάβητο ήταν άγνωστο στον ελλαδικό χώρο και ότι ο Όμηρος ήταν ένας άνθρωπος του λαού, που προήλθε εξ ολοκλήρου ως ποιητής μέσα από τη λαϊκή παράδοση. Όσα στοιχεία σχετίζονται με τη λαϊκή καταγωγή και τον προφορικό χαρακτήρα των επών είναι πιθανό να υπερτονίστηκαν, ενώ άλλα να μην προσέχθηκαν όσο έπρεπε ή να αγνοήθηκαν.

Ο Νάνος Βαλαωρίτης βάλλει καταρχήν κατά της παγιωμένης αντίληψης των φιλολόγων ότι ο χωρισμός των ομηρικών επών σε 24 ραψωδίες έγινε κατά την ελληνιστική περίοδο. Προτείνει την άποψη ότι τα δύο έπη έχουν ενσωματωμένο στη δομή τους το αλφάβητο και έχουν συντεθεί με βάση ένα αλφαβητικό ακροφωνικό σύστημα, που αφορά ονόματα και θέματα-έννοιες και ψάχνει τις αποδείξεις μέσα στα ίδια τα κείμενα, εφόσον οι άλλες πηγές δεν δίνουν περαιτέρω επαρκή στοιχεία. Παρατηρεί ότι στη ραψωδία Α κυριαρχούν λέξεις και έννοιες που αρχίζουν από το γράμμα άλφα, στη ραψωδία Β λέξεις και έννοιες που αρχίζουν από το γράμμα βήτα, και ούτω καθεξής. Η ακροφωνία όμως δεν είναι τόσο απλοϊκή, αφού υπάρχει και αντίστροφη ακροφωνία με αντίθετα ζεύγη γραμμάτων και ραψωδιών, που προκύπτουν εάν κανείς γράψει τα 24 γράμματα του ιωνικού αλφαβήτου βουστροφηδόν σε δύο σειρές: το Α με το Ω, το Β με το Ψ, το Γ με το Χ, το Δ με το Φ, το Ε με το Υ, το Ζ με το Τ, το Η με το Σ, το Θ με το Ρ, το Ι με το Π, το Κ με το Ο, το Λ με το Ξ και το Μ με το Ν.

Σύμφωνα με τον συγγραφέα, ο ποιητής των επών πιθανώς βασίστηκε σε ένα αρχαίο σύστημα ταξινόμησης, σε έναν κατάλογο που προϋπήρχε του ποιήματος, ο οποίος αφενός υποβοηθούσε τη μνήμη και αφετέρου μπορούσε να εμπεριέχει προεπιλεγμένες λέξεις και έννοιες που κάλυπταν ένα ευρύ φάσμα γνώσεων και κοινωνικών εκδηλώσεων των ανθρώπων του καιρού του. Σε κάποιες περιπτώσεις η ακροφωνία μοιάζει να είναι τόσο εμφανής, που αναρωτιέται γιατί άλλοι πριν από αυτόν δεν την παρατήρησαν. Ένα τέτοιο παράδειγμα είναι η ραψωδία Π της Ιλιάδας, που ονομάζεται και Πατρόκλεια. Έτσι, οι ραψωδίες του κάθε έπους συνδέονται με ένα κοινό νήμα, όπως οι χάντρες ενός περιδέραιου, ενώ ταυτόχρονα διατηρούν ως ένα βαθμό θεματική αυτονομία. Ο συγγραφέας, κρίνοντας την ακροφωνική δόμηση των δύο επών, γράφει: «Ποιος θα μπορούσε να έχει συλλάβει ένα τόσο μεγαλειώδες έργο; Ένας και μόνο ποιητής; Πολλοί; Το ερώτημα παραμένει αναπάντητο. Ένα, όμως, είναι σίγουρο: ποτέ ξανά δεν θα θεωρήσουμε τον Όμηρο έναν απλό αγράμματο άνθρωπο, αφού τα ίδια τα γράμματα παίζουν λειτουργικό ρόλο στο ποίημα, κι έτσι η θεωρία της άμεσης προφορικής σύνθεσης καταρρέει από μόνη της» (σ. 28).

Ένα παραπλήσιο ζήτημα απασχολούσε ως τις αρχές του εικοστού αιώνα τους μελετητές του Ερωτόκριτου. Οι περισσότεροι θεωρούσαν αυτονόητο ότι ο Βιτσέντζος Κορνάρος ήταν «άνθρωπος του λαού» και όχι κάποιος εγγράμματος λόγιος και ταξινομούσαν το έργο τοποθετώντας το δίπλα στα δημιουργήματα της λαϊκής προφορικής λογοτεχνίας. Οι διαφορετικές γραπτές παραλλαγές και προφορικές εκδοχές ενίσχυαν αυτή την άποψη. Σύμφωνα με την αντίληψη των παλαιότερων φιλολόγων, που είχαν αποδεχτεί ως κύρια γλώσσα την καθαρεύουσα, ένας άνθρωπος που χρησιμοποιεί τη γλώσσα του λαού και δεν αρνείται τους εκφραστικούς τρόπους και τα μοτίβα της προφορικής λαϊκής λογοτεχνίας, θα έπρεπε να είναι αγράμματος. Αποδείχτηκε όμως ότι ο Κορνάρος ήταν εγγράμματος και μάλιστα το πρότυπο του Ερωτόκριτου ήταν ιταλική διασκευή γαλλικού έργου.

Ο Νάνος Βαλαωρίτης δίδαξε για πολλά χρόνια Συγκριτική Λογοτεχνία στο Πολιτειακό Πανεπιστήμιο του Σαν Φρανσίσκο και έχει μία ιδιαίτερη γνώση για τις λογοτεχνίες διαφορετικών λαών και εποχών. Συχνά, αναζητεί τις πληροφορίες που θέλει σε παράλληλες με τα ομηρικά έπη περιπτώσεις λογοτεχνικής δημιουργίας. Ανατρέχει στους λαϊκούς ποιητές διαφόρων περιόδων, στη Μαχαμπαράτα, στο Έπος του Γκιλγκαμές, ακόμη και στον Σαίξπηρ. Άλλα θέματα που τον απασχολούν στην παρούσα μελέτη είναι: το πρόσωπο και το όνομα Όμηρος, η προέλευση των μύθων και οι διάφοροι τρόποι ερμηνείας τους, η σχέση των ομηρικών επών με άλλα αρχαιότερα σουμεριακά και η πιθανή προέλευσή τους από αυτά, ο τρόπος ζωής και ο τρόπος σκέψης των ανθρώπων που ζούσαν στις κοινωνίες που περιγράφονται στα έπη. Καταγράφει τις σκέψεις του ανοίγοντας διαρκώς διάλογο με τον αναγνώστη για όσα ζητήματα προκύπτουν στην πορεία της έρευνας. Στα συμπεράσματά του δεν είναι απόλυτος, με εξαίρεση δύο τουλάχιστον περιπτώσεις: την πεποίθησή του ότι πυρήνας όλων των αρχαίων επών είναι οι μύθοι της γονιμότητας και ότι τα ομηρικά έπη είναι σύμφυτα με το αλφάβητο.

Η αρχική θέση για την ακροφωνία στα ομηρικά έπη είναι ασφαλώς πρωτότυπη και ανατρεπτική. Και στα δύο έργα (Ιλιάδα και Οδύσσεια) υπάρχουν αρκετές ενδείξεις που ενισχύουν την ιδέα της ακροφωνίας. Η επιχειρηματολογία όμως του συγγραφέα, με τον φωτισμό ορισμένων θεμάτων ως ιδιαίτερα σημαντικών σε σχέση με άλλα, ώστε να αναδειχθεί το μοντέλο που προτείνει, στηρίζεται σε μεγάλο βαθμό σε προσωπική ερμηνεία και όχι πάντα σε αντικειμενική παρατήρηση, που είναι ίσως εκ των πραγμάτων αδύνατο να γίνει σήμερα στα δύο έπη. Η σκέψη του Βαλαωρίτη δεν περιορίζεται σε μία συγκεκριμένη μέθοδο, αλλά αντλεί από ένα ευρύ απόθεμα θεωριών και επιστημονικών προσεγγίσεων, χρησιμοποιώντας συνδυαστικά ή κατά περίπτωση όλη αυτή την εξειδικευμένη γνώση: Claude Lévi-Strauss, Saussure, Vladimir Propp, Sigmund Freud, κ.ά. Όμως, κάποια από τα μοντέλα ανάλυσης και ερμηνείας της λογοτεχνίας και των μύθων, που δημιουργήθηκαν ή αναπτύχθηκαν κατά τη διάρκεια του εικοστού αιώνα, παρόλη την αίσθηση βεβαιότητας και τη γοητεία που προσφέρουν, αποδεικνύονται σε πολλές περιπτώσεις ιδιαίτερα περιοριστικά, όταν γίνεται απόπειρα εφαρμογής τους στα κατά κανόνα άγνωστα σ’ εμάς κοινωνικά και πολιτισμικά πλαίσια της αρχαιότητας.

Ο συγγραφέας αναφέρεται διαρκώς στο διαφορετικό υπόβαθρο και στον διαφορετικό τρόπο σκέψης των ανθρώπων που ζούσαν στις «ομηρικές κοινωνίες»: «Οι νοοτροπίες των αρχαϊκών πολυθεϊστικών λαών δεν βλέπουν τα πράγματα μόνο δυαδικά (καλό εναντίον κακού), αλλά συμπεριλαμβάνουν όλα τα στοιχεία, καλά και κακά, που συνθέτουν τη δημιουργία του κόσμου. Τα ομηρικά έπη ανήκουν σ’ αυτήν την κατηγορία. Οι πολυθεϊστικοί λαοί συγχωνεύουν τις αντιθέσεις στους θεούς τους και τις δέχονται ασμένως. Η αμφισβήτηση άρχισε με τους φιλοσόφους που πρώτοι χώρισαν το καλό και το κακό ως απόλυτες κατηγορίες» (σ. 128). Στο σημείο αυτό θα ήθελα να καταγράψω και μία δική μου (ελπίζω πρωτότυπη) παρατήρηση, που συνοψίζει σχηματικά τις παραπάνω εκφράσεις του συγγραφέα, μία παρατήρηση χωρίς ωστόσο γλωσσολογικό βάθος, πάντοτε όμως με την οπτική και την αίσθηση του παιχνιδιού, που φαίνεται ότι διέθετε ο Όμηρος. Το όνομα Οδυσσεύς (Οδυσεύς), το όνομα δηλαδή του κατεξοχήν ομηρικού ήρωα, εμπεριέχει δύο συνεχόμενα τμήματα που θυμίζουν τα αντίθετα προθήματα «δυσ» και «ευ». Το δεύτερο (ευ-) χρησιμοποιείται στο σχηματισμό λέξεων που δηλώνουν κάτι καλό ή εύκολο, ενώ το πρώτο (δυσ-) στο σχηματισμό λέξεων που δηλώνουν κάτι κακό ή δύσκολο.

Η θεματική ακροφωνία εφαρμόζεται, κατά τον Βαλαωρίτη, και στα δύο έπη, τα οποία λειτουργούν άλλοτε παράλληλα και άλλοτε συμπληρωματικά. Μία από τις πιο ενδιαφέρουσες σκέψεις του είναι ότι η Οδύσσεια είναι το ανάλογο των παιχνιδιών ταχύτητας και εμποδίων, όπως π.χ. το «φιδάκι» και οι λαβύρινθοι, και η Ιλιάδα το αντίστοιχο των παιχνιδιών στρατηγικής, όπως το σκάκι ή το αρχαίο παιχνίδι των πεσσών. Βρίσκει πολλές ομοιότητες, κυρίως σε σχέση με κοινά ή παραπλήσια θέματα στις ίδιες ραψωδίες των δύο έργων και θεωρεί ότι υπάρχει εσωτερική, δομική σχέση μεταξύ τους.

Μελετώντας το βιβλίο σχημάτισα την άποψη ότι τα επιχειρήματα για σουμεριακή προέλευση δεν εφαρμόζονται στην Οδύσσεια εξίσου καλά με την Ιλιάδα. Το ίδιο και η χρήση της αλληγορίας, των μύθων και της παρουσίας των θεών. Ακόμη και αν στην Ιλιάδα δεν υπάρχουν αλληγορίες ή δεν είναι εμφανείς, στην Οδύσσεια κάποιες αλληγορίες μοιάζουν να είναι προφανείς. Ορισμένα από τα επεισόδια της επιστροφής του Οδυσσέα μοιάζουν να αποτελούν μέρος μιας ευρύτερης πορείας μύησης, θυμίζοντας τις ενότητες των μύθων που γνωρίζουμε από τα μυστήρια της κλασικής εποχής. Είναι επίσης πιθανό η Ιλιάδα να βασίζεται σε προομηρικά πρότυπα, ενώ η Οδύσσεια να καταγράφει βιώματα του δημιουργού της (π.χ. η απομάκρυνση από την πατρίδα του, οι σκηνές σε λιμάνια, η φιλοξενία του σε ξένους τόπους, η φήμη του ως ραψωδού κλπ.). Δεν αποκλείεται η Ιλιάδα να αποτελεί κάποιου είδους διασκευή παλαιοτέρων επών της Ανατολής, προσαρμοσμένων στον αιγαιακό χώρο, που διασώζουν πληροφορίες της προηγούμενης χιλιετίας, της 2ης π.Χ. χιλιετίας. Φυσικά, το ταλέντο του Ομήρου τη διαφοροποιεί από οτιδήποτε άλλο είχε γραφτεί ως τότε. Αλλά στην Οδύσσεια επίκεντρο είναι ο άνθρωπος, ο περιπλανώμενος αδύναμος άνθρωπος, που προσπαθεί να επιβιώσει αντιμετωπίζοντας τα εμπόδια που τοποθετούν στο δρόμο του οι θεοί, οι άλλοι άνθρωποι και οι δυνάμεις της φύσης. Ενώ η Ιλιάδα αναφέρεται σε μία εποχή ηρώων που έχει παρέλθει από αιώνες, η Οδύσσεια μοιάζει να βασίζεται όχι μόνο στην έμπνευση του ποιητή ή σε πληροφορίες που διέσωσε ο χρόνος, αλλά και σε άμεσα βιώματά του. Μία ακόμη ουσιώδης διαφοροποίηση είναι ότι οι πράξεις των ανθρώπων επηρεάζουν τη ζωή τους τουλάχιστο όσο και η θέληση των θεών. Σε αντίθεση με το προοίμιο της Ιλιάδας, όπου οι Αχαιοί σκοτώνονται επειδή αυτή είναι η θέληση των θεών («Διὸς δ' ἐτελείετο βουλή»), στο προοίμιο της Οδύσσειας διαβάζουμε ότι οι σύντροφοι του Οδυσσέα πεθαίνουν εξαιτίας δικών τους λαθών: «σφετέρησιν ἀτασθαλίησιν ὄλοντο». Ο ρόλος του πεπρωμένου λειτουργεί ως αναπόφευκτος νόμος στην Ιλιάδα, πολύ πιο περιοριστικά όμως στην Οδύσσεια. ΄Ισως η Οδύσσεια, ακόμη και αν υστερεί με όρους αισθητικής από την Ιλιάδα, θα μπορούσε να θεωρηθεί το καθεαυτό πρωτότυπο έργο του Ομήρου, το πρώτο επί της ουσίας ελληνικό έργο, που απομακρύνεται από τα ανατολικά πρότυπα και εμπεριέχει καλυμμένες πολλές πληροφορίες από τη ζωή του ώριμου ηλικιακά Ομήρου αλλά και πλήθος πληροφοριών για την καθημερινή ζωή στον ελλαδικό χώρο κατά τον 8ο π.Χ. αιώνα.

Διάβασα το βιβλίο Ο Όμηρος και το αλφάβητο με ιδιαίτερη προσοχή, προσπαθώντας να διερευνήσω τα όρια μεταξύ ποιητικής έμπνευσης και επιστημονικής τεκμηρίωσης. Παρόλο που δεν λείπει η έμπνευση, τα περισσότερα από τα επιχειρήματα τεκμηριώνονται με απευθείας παραπομπές στις αρχαίες πηγές. Εκείνοι ωστόσο που θα εκφέρουν την τελική κρίση, είναι οι ανά τον κόσμο ομηριστές. Εάν η θεωρία-προσέγγιση του Βαλαωρίτη γίνει τελικά αποδεκτή, έστω και εν μέρει, θα πρόκειται για μία από τις σημαντικότερες ανακαλύψεις σε σχέση με την ποιητική δομή των ομηρικών κειμένων, αλλά και με την ιστορία του αλφαβήτου.

[Διονύσης Στεργιούλας, εφημερίδα Ελευθεροτυπία, ένθετο "Βιβλιοθήκη", Σάββατο 19 Νοεμβρίου 2011, URL: http://www.enet.gr/?i=news.el.article&id=326420]