Δευτέρα, 31 Δεκεμβρίου 2012

Ζωή Καρέλλη
Η ΣΥΝΟΔΕΙΑ ΤΩΝ ΑΠΡΟΣΩΠΩΝ


Κρατούσαν στα χέρια τους, που τα κινούσαν,
πότε σπασμωδικά, πότε ρυθμικά,
κρατούσαν τα πρόσωπά τους, προσωπεία
διαφορετικά. Πριν τα φορούσαν διακοσμητικά,
τώρα τα βαστούσαν στα χέρια τους,
ήταν πια περιττά,
να τα φορέσουν, για κει που πηγαίναν.

Τους βαραίναν στα χέρια οι εκφράσεις τους.
Δεν ήταν πια πρόσωπα βολικά,
δεν ήξεραν τι να τα κάνουν τα γλυκά χαμόγελα
τα ύπουλα βλέμματα, τα λιγωμένα σκιστά μάτια,
μελαγχολικά ή χαρούμενα καμώματα
δήθεν τραγικά, τ’ ήταν όλ’ αυτά
που τα κουβαλούσαν σε φριχτά ομοιώματα;
Δεν μιλούσαν
τ’ άχαρα τούτα πλάσματα δίχως χαρά,
ούτε λύπη βέβαια αισθάνονταν.
Μόνο κεφάλια γυμνά, δίχως εκφράσεις,
απογυμνωμένα σαν κόκκαλα, που δεν τα τυλίγει
καμιά σημασία, για να φανερωθεί
η φαντασία τους.
Πηγαίναν με τα μάτια πολύ ανοιχτά,
τίποτα σ’ αυτά μέσα δε στέκονταν.

Λυπηθείτε αυτούς που έχουν χάσει
των προσώπων την παρουσία.
Παν να την φορεθούν ξανά
κι είναι φθαρμένη. Βαρειά η τιμωρία τους.
Απομένει αμφίβολη αγωνία τώρα και πάντα
πριν και μετά δεν ζουν. Μοίρα τούς
έλαχε απάνθρωπη αδυναμία. Τους στερεί
τη διαφορά, στη σειρά των ίδιων ανθρώπων.

[1951]

Παρασκευή, 30 Νοεμβρίου 2012

ΤΟ ΑΣΜΑ ΤΗΣ ΦΑΛΑΙΝΑΣ*

Την ίδια στιγμή που άλλοι πεζογράφοι και ποιητές έλκονται από το φως λειτουργώντας «φωτοτροπικά», άλλοι εξερευνούν το σκότος, τη διαφορετικότητα, τις ρίζες, τις απαρχές, το υποσυνείδητο και τους εφιάλτες, ενώ ταυτόχρονα εξερευνούν τη φρικώδη δύναμη της γραφής, που σαν μια πυρκαγιά, ανανεώνεται καταστρέφοντας ανθρώπινες υπάρξεις και ανθρώπινες βεβαιότητες.

Ξεκίνησα να διαβάζω το Άσμα της φάλαινας και νόμιζα ότι διαβάζω ένα ξεχασμένο κεφάλαιο της Αντάλιας, που αυτονομήθηκε και απέκτησε μετά από πρόσθετη επεξεργασία δική του υπόσταση. H θεματολογία φαινομενικά είναι παραπλήσια και ο συγγραφέας δίνει την εντύπωση ότι χρησιμοποιεί στις πινελιές του την ίδια τεχνοτροπία και τα ίδια ζοφερά χρώματα.

Ο συγγραφέας εστιάζει, με τον μεγεθυντικό φακό της γραφής, σε κρυμμένες σκέψεις και πανάρχαιους φόβους, που η εξέλιξη των πολιτισμών κατάφερε να απωθήσει, αλλά όχι να αφανίσει. Όπως μια κρύπτη ή μία θυρίδα διατηρεί ανέπαφα μέσα στον χρόνο τα πολύτιμα κειμήλια, έτσι και ο υποσυνείδητος κόσμος μας διατηρεί ανέπαφα τα δικά του αρχέτυπα, που έρχονται από πολύ μακριά και είναι δεμένα με την ύπαρξή μας. Ο φόβος, η ενοχή, η επιθετικότητα, η ανασφάλεια, οι επιθυμίες, η πίστη και άλλες ψυχικές καταστάσεις και συναισθήματα, που η σημασία τους έχει προσωρινά χαθεί, θα επανέρχονται ακέραια κάθε φορά που το ένστικτο της επιβίωσης ξυπνά από καταστάσεις ευμάρειας και ύπνωσης.

Έτσι, ενώ θα ήταν εύκολο να μιλήσει ο αναγνώστης του βιβλίου για κατασκευή, για σκηνοθεσία, για κυριαρχία των συνειρμών ή για υπερρεαλιστικό πλαίσιο, η δική μου άποψη είναι ότι πρόκειται για έναν βαθύ ρεαλισμό και για μία γραφή που απομακρύνεται από το τέλμα των επαναλαμβανόμενων και απλοϊκών μοτίβων, που επιλέγουν προς χρήση όλο και περισσότεροι πεζογράφοι επιδιώκοντας να καταστήσουν «εύπεπτο» το αποτέλεσμα, και επαναφέρει την «άγρια σκέψη» και μαζί τη σκέψη των παιδιών.

Η καταγραφή της καθημερινής ζωής φαίνεται ότι δεν απασχολεί ιδιαίτερα τον συγγραφέα και τις λίγες φορές που τον απασχολεί την αποδίδει στα κείμενά του με το ένδυμα του λογοτεχνικού μύθου, της αλληγορίας και των παράξενων σκηνικών. Αντίθετα, έλκεται από αυτό που μένει στον άνθρωπο και την ανθρωπότητα όταν φύγουν όλα τα προσωρινά και τα πρόσκαιρα και όλες οι πολιτισμικές επιρροές (με μόνη ίσως εξαίρεση την επίγευση της μαθητείας στην ορθοδοξία και στον τρόπο σκέψης των πατέρων της εκκλησίας). Μία τέτοια κατάσταση μας φέρνει πιο κοντά στη φύση και μας οδηγεί στην πρωτόγονη σκέψη, δείγματα της οποίας έχουμε την ευκαιρία να αντικρίζουμε συχνά στην εποχή μας, σε όλες της τις εκδοχές, αλλά και σε κάθε περίσταση που η πίστη στη δύναμη του πολιτισμού και της εξέλιξης αποδυναμώνεται.

Η δομή της βασικής ιστορίας του βιβλίου έχει πολλά σημεία ταύτισης με την θεωρία που διατυπώνει ο Freud στην σπάνιας έμπνευσης μελέτη του Τοτέμ και ταμπού. Η δολοφονία της πατρικής μορφής προκαλεί στη συνέχεια ενοχή, για να προκύψει η ταύτιση με το θύμα και η εκ των υστέρων αγιοποίησή του, μέσω τελετών συμβολικής ανθρωποφαγίας: «Λάβετε, φάγετε. Τούτο εστί το σώμα μου». Εκεί, στις πρώτες ομάδες ανθρώπων του πολύ μακρινού παρελθόντος και στο γεγονός της πατροκτονίας, ανάγεται κατά τον Freud η προέλευση των θρησκειών (ή τουλάχιστο η ιστορική και κοσμική διάστασή τους). Στο βιβλίο του Θαλασσινού όλα αυτά συμβαίνουν σε μία πιο άμεσα ρεαλιστική εκδοχή, που θυμίζει αρκετά τον σημερινό κόσμο, και μέσω της άτυπης «ένταξης» σε μία λογοτεχνική παράδοση που παραπέμπει σε μία υποκατηγορία του αγγλόφωνου μυθιστορήματος που δεν άνθισε στη χώρα μας.

Σε ό,τι αφορά τη θεματολογία, τη δομή και την οικονομία της αφήγησης, νομίζω ότι το βιβλίο αποτελείται από δύο βασικά μέρη, με το σημείο τομής να βρίσκεται ακριβώς στη μέση. Στο πρώτο μέρος ο αναγνώστης παρασύρεται από το θέμα, την περιέργεια, τον φόβο, την αναζήτηση. Στο δεύτερο μισό η ιστορία ολοκληρώνεται, γεμίζουν τα κενά, απαντώνται τα ερωτήματα, δίνονται εξηγήσεις, έρχεται σιγά σιγά η οικειότητα, ο αναγνώστης ηρεμεί. Στο πρώτο μέρος κυριαρχούν τα ένστικτα, το έγκλημα, η δράση και η αναμονή, ενώ στο δεύτερο η σκέψη, ο λόγος, το καλό, η λογική. Ανάλογη είναι η δομή κάποιων ποιημάτων του Νίκου Γαβριήλ Πεντζίκη, που αρχίζουν με την καταγραφή αρνητικών καταστάσεων και ολοκληρώνονται με έννοιες θετικού περιεχομένου, όπως η ελπίδα και η αισιοδοξία. Δηλαδή, κατά κάποιο τρόπο, μία αντιστροφή της αρχαίας τραγωδίας. Το τραγούδι των φαλαινών είναι για τον συγγραφέα ο καταλύτης, το μαγικό συστατικό που λειτουργεί ως πρόφαση για τη μετάλλαξη του ανθρώπου και της στάσης του στη ζωή. ΔΣ

*Φώτης Θαλασσινός, Το Άσμα της Φάλαινας, εκδ. Οδός Πανός, Αθήνα 2012, σελ. 80.

Τετάρτη, 31 Οκτωβρίου 2012

«ΓΡΕΒΕΝΑ 1895-1975
80 χρόνια φωτογραφίες»

Όσοι έχουν ασχοληθεί, έστω και περιστασιακά, με τη συλλογή τεκμηρίων του παρελθόντος, γνωρίζουν τους κόπους και την ταλαιπωρία που υφίσταται κανείς, προκειμένου να καταλήξει στην κατοχή του μία σπάνια φωτογραφία, ένα έγγραφο, ένα χειρόγραφο ή οποιοδήποτε άλλο ντοκουμέντο, που μπορεί να ξεδιαλύνει την εικόνα του κοντινού ή μακρινού παρελθόντος, διασαφηνίζοντάς την ή, συχνά, λειτουργώντας ανατρεπτικά σε σχέση με ό,τι θεωρούμε ως ιστορική αλήθεια. Οι κόποι και οι χρονοβόρες διαδικασίες όμως γρήγορα ξεχνιούνται, αφού σε πρώτο πλάνο περνάει η χαρά της ανακάλυψης. Αλλά υπάρχει και μία μεγαλύτερη χαρά, που έχει σχέση με τη δημοσίευση των ευρημάτων.

Ο χαρακτήρας των συλλεκτών (και μεταφορικά ο «χαρακτήρας» των συλλογών τους) είναι βαθιά και έντονα κοινωνικός, αφού βαθύτερη επιθυμία του συλλέκτη είναι να διαβρώσει η δική του χαρά και ικανοποίηση την αδιάφορη ή και αρνητική στάση μεγάλου μέρους του κοινωνικού συνόλου για θέματα που σχετίζονται με την Ιστορία και γενικότερα με τη μελέτη του παρελθόντος.

Στη συγκεκριμένη περίπτωση όλα αυτά δεν αποτελούν απλώς μία θεωρητική θέση αλλά μία πραγματικότητα, ένα λεύκωμα, ένα βιβλίο από τα πλέον τεκμηριωμένα και αρτιότερα αισθητικά που έχουν εκδοθεί στη χώρα μας, ισάξιο ή και καλύτερο από ανάλογες εκδόσεις μουσείων, μεγάλων ιδρυμάτων και τραπεζών.

Το βιβλίο είναι ένας φόρος τιμής σ’ εκείνους που ασκούσαν τη δύσκολη και απαιτητική δουλειά του φωτογράφου και εργάστηκαν για κάποιο διάστημα στην περιοχή των Γρεβενών. Ξεχασμένοι οι περισσότεροι -με εξαίρεση τους διάσημους αδελφούς Μανάκια- επανέρχονται στο προσκήνιο με έναν εντυπωσιακό τρόπο.

Ποια είναι όμως η σημασία αυτής της έκδοσης για τα Γρεβενά; Νομίζω ότι πρόκειται για μία από τις σημαντικότερες πράξεις προσφοράς προς την πόλη, αν κρίνουμε και από το αποτέλεσμα και όχι μόνο από τις προθέσεις ή την καλή θέληση.

Το βιβλίο θα κάνει περήφανους ειδικά τους νεότερους Γρεβενιώτες, που γνώρισαν τα Γρεβενά ως πόλη των πολυκατοικιών και των νόμων της αντιπαροχής. Θα τους δείξει ότι η πόλη τους έχει παράδοση μεγαλύτερη από ό,τι έχουν φανταστεί και ότι η τύχη της ήταν πάντα συνδεδεμένη με το υπόλοιπο σώμα του ελληνισμού. Θα μάθουν ακόμη ότι τα Γρεβενά μέχρι μόλις πριν έναν αιώνα ήταν πόλη που φιλοξενούσε μεγάλο αριθμό μουσουλμάνων κατοίκων ως κέντρο της τουρκικής διοίκησης της ευρύτερης περιοχής. Πιθανόν να συγκρίνουν το τότε με το τώρα και να αποφανθούν ότι άλλες πτυχές του ιστορικού παρελθόντος μπορούν να αποτελέσουν πρότυπα για την εποχή μας ενώ άλλες παραδείγματα προς αποφυγή. Ίσως να νιώσουν αποτροπιασμό για τα κομμένα κεφάλια ληστών ή για τα πτώματα ανταρτών του Εμφυλίου, που επιδεικνύονταν από τις Αρχές σε δημόσια θέα, ή να συγκινηθούν με άλλες φωτογραφίες τρυφερών ανθρώπινων στιγμών και να διαισθανθούν ότι ο χρόνος αλλοιώνει μόνο την εξωτερική όψη των πραγμάτων.

Εκτός από την ιστορική πληροφορία καθεαυτή, που μεταφέρει η κάθε φωτογραφία, ο αναγνώστης μπορεί να δώσει έμφαση στη λαογραφική, την ενδυματολογική, την αισθητική, την πολιτική και την κοινωνιολογική διάσταση και να καταλήξει στα ανάλογα συμπεράσματα. Για παράδειγμα, αρκετές από τις ομαδικές φωτογραφίες μεταφέρουν την αίσθηση ενός πνεύματος εξωστρέφειας, αλληλεγγύης και ομαδικότητας, που φαίνεται ότι χαρακτήριζε τους κατοίκους της πόλης.

Στα επεξηγηματικά κείμενα που παρατίθενται στο τέλος του βιβλίου, και τα οποία είναι εξαιρετικά τεκμηριωμένα, υπάρχει πλήθος πληροφοριών για την ιστορική πορεία της πόλης των Γρεβενών κατά τον εικοστό αιώνα. Πολλά από τα στοιχεία αυτά, που αποτελούν καρπό πολύχρονης έρευνας σε αρχεία και παλιές εφημερίδες, ή προέρχονται από προφορικές μαρτυρίες, δημοσιεύονται πρώτη φορά και η σημασία τους είναι εξίσου μεγάλη με των φωτογραφιών.

Μετά τη μελέτη του βιβλίου ο αναγνώστης θα διαπιστώσει ότι η φωτογραφία είναι το απόλυτο τεκμήριο. Δεν λέει ψέματα, δεν μπορεί να αμφισβητηθεί το περιεχόμενό της και συνήθως αποτελεί έναν αξιόπιστο καθρέφτη της πραγματικότητας. Όσο φευγαλέα και προσωρινή είναι η στιγμή της αποτύπωσης, άλλο τόσο διαχρονική είναι η σημασία της εικόνας και η πληροφορία που μεταφέρει για τις επόμενες γενιές.

Η άποψη για την Ιστορία που θα σχηματίσουν οι αναγνώστες του βιβλίου δεν θα οφείλεται στην ερμηνεία, την ιδεολογία ή τις ιδεοληψίες κάποιου ερευνητή ή ιστορικού, αλλά σε ένα υλικό πρωτογενές, που έρχεται μπροστά μας σήμερα ανέπαφο από τον χρόνο, όπως ακριβώς τη στιγμή που αποτυπώθηκε από τους φωτογράφους, όταν η Ιστορία δεν αποτελούσε μακρινό παρελθόν αλλά ζωντανό παρόν. ΔΣ


[Κείμενο ομιλίας που έγινε κατά την παρουσίαση του λευκώματος του Βαγγέλη Νικόπουλου «ΓΡΕΒΕΝΑ 1895-1975» στις 6 Οκτωβρίου του 2012, στο Πολιτιστικό Κέντρο του Δήμου Γρεβενών. Πρώτη δημοσίευση: εφημερίδα «Χρονικά Δυτικής Μακεδονίας», αριθ. φύλλου 507, 12-10-2012, σελ. 7-8.]

Κυριακή, 30 Σεπτεμβρίου 2012

ΑΜΥΘΗΤΟΣ ΚΗΠΟΣ


[Στέλιος Λουκάς, Αμύθητος κήπος, εκδ. ΚΕΔΡΟΣ, Αθήνα 2011]

«Έτσι τους βλέπω εγώ τους κήπους»
(Άνοιξη, Κώστας Καρυωτάκης)

Παρά τις πολλαπλές -και ίσως παρακινδυνευμένες- ερμηνείες, με τις οποίες θα μπορούσε κανείς να προσεγγίσει τον τίτλο της ποιητικής συλλογής (Αμύθητος κήπος), τα πράγματα γίνονται πιο απλά στις εσωτερικές σελίδες του βιβλίου. Από τον κόσμο που τον περιβάλλει, ο ποιητής αφαιρεί ό,τι δεν ταιριάζει ή δεν συμβαδίζει με τις αισθητικές του επιλογές και στη συνέχεια αναπληρώνει το κενό με δικές του σκέψεις και συναισθήματα, που συνήθως περιστρέφονται γύρω από τις έννοιες του ωραίου και της αθωότητας, αλλά και γύρω από τις ηθικές αξίες που ο ίδιος αποδέχεται. Έτσι, ακόμη και αν τα ποιήματα δεν αποτελούν καθρέφτη της πραγματικότητας, αποτελούν σίγουρα, σε κάποιο βαθμό, καθρέφτη της ψυχής του δημιουργού τους.

Ο ποιητής-αφηγητής ταυτίζει απολύτως τον εαυτό του -θα έλεγα σε βαθμό στράτευσης- με τις ιδέες στις οποίες πιστεύει (γιατί τελικά πρόκειται για ιδέες), χωρίς να αφήνει έστω και μία υποψία ή πιθανότητα να έχει διαρραγεί κάποια στιγμή η απόλυτη αφοσίωσή του σ’ αυτές από το πλήθος των ενάντιων ιδεών και αισθητικών απόψεων.

Μερικά από τα αντιθετικά ζεύγη που συναντάμε στη συλλογή σχετίζονται με την ομορφιά κι εκείνους που τη μάχονται, με την αθωότητα κι εκείνους που την προδίδουν, με την προσγείωση από τα όνειρα και τη φαντασία σε έναν σκληρό κόσμο που, θυμίζοντας τους βαρβάρους του Καβάφη, δεν καταλαβαίνει από τέτοιου είδους ευαισθησίες. Είναι διακριτή μία επανάληψη θεμάτων και μοτίβων που κυριαρχούσαν και σε προηγούμενα ποιήματά του, διακρίνεται όμως -σε μικρή κλίμακα- και ένας κοινωνικός προσανατολισμός, που εκφράζεται κυρίως μέσω εννοιών όπως ο φόβος, η παθητικότητα, η απώλεια, η απογοήτευση.

Η αναζήτηση ενός ουτοπικού κόσμου και η διέξοδος από τα καθημερινά πράγματα μέσω ενός «μαγικού» πλέγματος λέξεων, εικόνων, συναισθημάτων και ηθελημένης απομόνωσης, είναι βασικές συνισταμένες πολλών ποιημάτων της συλλογής. Όμως, όσο κι αν το κακό, η απουσία της ομορφιάς, και γενικά ό,τι συντελεί ή αποσκοπεί στη διάλυση και την αποσύνθεση, ξορκίζονται από τον ποιητή στο επίπεδο των λέξεων, των σκέψεων και της φαντασίας, οι ενοχές και τα καταστροφικά αποτελέσματά τους, όπως και οι χαμένες στο βωμό του κέρδους, της εξουσιομανίας και της απληστίας ανθρώπινες ζωές, αποτελούν σε όλες τις εποχές σημαντικές παραμέτρους της κοινωνικής πραγματικότητας. Κάποιοι ποιητές επιλέγουν να μιλήσουν για συγκεκριμένες όψεις της ζωής υπηρετώντας συνειδητά την ελπίδα και την αισιοδοξία. Ένας «αμύθητος κήπος» όμως, όπως η ποίηση, πρέπει να διαθέτει πλούσια βιοποικιλότητα και να μην είναι σπαρμένος μόνο με τριαντάφυλλα. ΔΣ

Παρασκευή, 24 Αυγούστου 2012

Η αλήθεια της μοναξιάς
 
[Σταυρακοπούλου Σωτηρία, Αχ, Ελλάδα, σ’ αγαπώ, μυθιστόρημα, εκδ. Βιβλιοπωλείον της «ΕΣΤΙΑΣ», Αθήνα 2012]

Άνθρωποι της διπλανής πόρτας, οικονομικοί μετανάστες, διανοούμενοι, ένας διπλωμάτης, αφηγούνται κεντρικά γεγονότα της ζωής τους σε έναν αόρατο ακροατή, που με τη σειρά του γίνεται έμμεσα ο αφηγητής που θα μεταφέρει στον αναγνώστη του βιβλίου τις αδιάφορες με πρώτη ματιά ιστορίες τους. Όλοι μιλούν σε πρώτο πρόσωπο, με ύφος αρκετά ουδέτερο αλλά και αρκετά ομοιόμορφο, σχεδόν χωρίς συναίσθημα, δίνοντας την εντύπωση ότι γράφουν προσεκτικά τη βιογραφία τους ή ότι απολογούνται για τις επιλογές του βίου τους. Οι περισσότεροι θεωρούν ότι περιγράφουν καλύτερα τον εαυτό τους όταν μιλούν για τους άλλους, αφού σε μεγάλο βαθμό ετεροκαθορίζονται. Μέσα από το βλέμμα των εννέα αφηγητών δημιουργείται μία πολυσυλλεκτική εικόνα της σύγχρονης Ελλάδας. Μπορούμε να δούμε το βιβλίο είτε ως παζλ, όπου η κάθε αφήγηση αποτελεί ένα κομμάτι, είτε ως διαδοχικές εικόνες, ανεξάρτητες μεταξύ τους. Ο τρόπος ανάγνωσης και η οπτική ή ο χαρακτήρας του αναγνώστη θα ανασύρουν από το μυθιστόρημα κάποια από τα στοιχεία της εσωτερικής του δομής και συνοχής ενοποιώντας το περιεχόμενο ή αφήνοντάς το κατακερματισμένο.
 
Οι αφηγήσεις είναι συνήθως γραμμικές ως προς τον χρόνο, με πολύ πυκνή παράθεση γεγονότων και χωρίς καθόλου ανάλυση των λεγομένων ούτε από τη συγγραφέα ούτε από τους ίδιους τους αφηγητές. Η συγγραφέας αποθέτει έξω από το βιβλίο τις γνώσεις της για τη λογοτεχνία και παρόλο που προτιμά την παραδοσιακή ρεαλιστική γραφή, γράφει ένα σύγχρονο μυθιστόρημα. Η δομή του βιβλίου είναι τέτοια που ο αναγνώστης δεν οδηγείται ούτε αφήνεται να παρασυρθεί σε μία μονόπλευρη θεώρηση και θέαση, όπως γίνεται συνήθως στα μυθιστορήματα. Υπάρχουν αντικρουόμενες αφηγήσεις για τα ίδια θέματα (κάτι που μου θύμισε τους Κεκαρμένους του Νίκου Κάσδαγλη). Η έννοια αλήθεια προσαρμόζεται κατά περίπτωση στην οπτική του καθενός και στον τρόπο που αντιλαμβάνεται ή ερμηνεύει τα γεγονότα. Πλανάται όμως, πάνω από το βιβλίο, το φάντασμα μιας αλήθειας που είναι κοινή για όλους: πρόκειται για την αλήθεια της μοναξιάς, της απόγνωσης, της φτώχειας και των υπαρξιακών αδιεξόδων. Πρόκειται για την αλήθεια των ανθρώπων που γίνονται, ή που είναι από τότε που γεννήθηκαν, έρμαια του πεπρωμένου. Έτσι, το βιβλίο, πέρα από τις αρετές της αφήγησης, έχει κυρίως ανθρωπιστικό προσανατολισμό.

Ο τρόπος και η ποιότητα γραφής, η συμπύκνωση των πληροφοριών, η τεκμηρίωση των γραφομένων, η ειλικρίνεια, η απουσία εξωλογοτεχνικών σκοπιμοτήτων και διδακτισμών, καθώς και η λογοτεχνική αυτονομία του βιβλίου, καθιστούν την συγγραφέα μία από τις σημαντικότερες γυναικείες φωνές στην πεζογραφία της Θεσσαλονίκης σήμερα.

Το παζλ των αφηγήσεων συνθέτει μία αληθοφανή και τεκμηριωμένη εικόνα της Ελλάδας των τελευταίων τριάντα χρόνων, με τις συλλογικές εμμονές, τη λογική του συμφέροντος και του κέρδους, την κοινωνία που μεταμορφωνόταν σιγά σιγά σε ζούγκλα, την έλλειψη πολιτικής σκέψης, την αφέλεια, την επιφανειακή κρίση για τους άλλους, και με τον «μέσο άνθρωπο» που από πρωταγωνιστής στον μικρόκοσμό του μεταμορφώθηκε, μέσα σε λίγες δεκαετίες, πρώτα σε παρατηρητή της ζωής των άλλων και στη συνέχεια σε παρατηρητή της δικής του ζωής. ΔΣ

Κυριακή, 1 Ιουλίου 2012

ΣΙΒΥΛΛΑ*

Είδα στον ύπνο μου τη Σίβυλλα
να μου μιλά χωρίς περιστροφές
σαν να με γνώριζε αιώνες:
–Μη μεταφράζεις τους χρησμούς
σαν να ’ταν οδηγίες χρήσης·
να ερμηνεύεις τους χρησμούς
σαν να ’ναι αγαπημένα σου ποιήματα.
Κανείς δεν μπόρεσε από το πεπρωμένο
να ξεφύγει· αυτό δεν λιγοστεύει
της ζωής την ομορφιά και του θανάτου
την οδύνη.
Είναι μια άνοιξη που όλο έρχεται
και πρέπει να ’σαι εκεί να περιμένεις.













*Πρώτη δημοσίευση: περιοδικό Εμβόλιμον, τχ. 63-64, 2012, σελ. 61.

Πέμπτη, 31 Μαΐου 2012

Όπως ο Μύρης*

Ο Δημήτρης Λαλέτας (1964-2011) έφυγε γρήγορα από τη ζωή και πήρε μαζί του στον άλλο κόσμο μία μοναδική ευαισθησία και ένα βλέμμα διερευνη-τικό, που απομάκρυνε από τα πρόσωπα την ομίχλη και τη σκοτεινότητα και τα παρέδιδε στα έργα του αναγεννημένα, χωρίς συναισθηματικό φορτίο, προ-ορισμένα να ζήσουν μέσω της τέχνης για πάντα.

Από τότε που ήταν έφηβος και ζούσε στην Αλεξανδρούπολη, σχεδίαζε, με μολύβι και μελάνι, πρόσωπα και αντι-κείμενα, λουλούδια μέσα σε ανθο-δοχεία, ζώα που συγκατοικούν με ανθρώπους. Αρχικά επηρεάστηκε πολύ από έργα της ελληνικής λαϊκής τέχνης και από την πρώτη περίοδο του Γιάννη Τσαρούχη. Κάποια έργα του, που μοιάζουν με μιμήσεις του Τσαρούχη, ανάγονται στην περίοδο που ο Λαλέτας εγκαταστάθηκε στην Αθήνα. Ακολούθησαν συνθέσεις με άλογα και οικογενειακές σκηνές που παραπέμπουν, θεματικά και σκηνοθετικά, σε επιτύμβιες στήλες της κλασικής εποχής. Επίσης, πορτρέτα νέων ανδρών, που ίσως αποτελούσαν ένα είδος εξιδανίκευσης της πατρικής μορφής. Ο πατέρας του πέθανε όταν ο ζωγράφος ήταν δεκαέξι ετών.

Προς το τέλος της δεκαετίας του 1990 άρχισε να μελετά μέσα από βιβλία το έργο και την τεχνική του Lucian Freud, με αποτέλεσμα να επηρεαστεί σημαντικά από τον τρόπο έκφρασης του μεγάλου αυτού ζωγράφου, τον οποίο θαύμαζε ανεπιφύλακτα. Ένας από τους Έλληνες ζωγράφους που εκτιμούσε ως καλλιτέχνη και άνθρωπο, ήταν ο Λάμπρος Άλας. Μια φορά είχαμε επισκεφθεί μαζί το ατελιέ του, για να τον γνωρίσω και να δω έργα του. Ο Άλας του είχε πει ότι αν ότι αν θέλει να γίνεται όλο και καλύτερος ζωγράφος, θα πρέπει να εξασκείται στο σχέδιο ασταμάτητα και όχι να αναλώνει όλη του την ενέργεια ζωγραφίζοντας μόνο έργα με χρώμα.

Ο Λαλέτας είχε εικονογραφήσει πολλά βιβλία των εκδόσεων Οδός Πανός και δεκάδες τεύχη του ομώνυμου περιοδικού. Έργα του δημοσιεύτηκαν στο περιοδικό Lifo, στο ένθετο της Ελευθεροτυπίας Le Monde Diplomatique και σε άλλα γνωστά έντυπα. Ο Πάνας στο σήμα των εκδόσεων Οδός Πανός και ο Ίκαρος δίπλα στον τίτλο της Βιβλιοθήκης της Ελευθεροτυπίας είναι δικά του σχέδια. Για το βιβλίο μου Οι Μαθητευόμενοι της Οδύνης (1995) είχε φτιάξει περίπου είκοσι μικρά σχέδια, από τα οποία χρησιμοποιήθηκαν τότε μόνο τα τέσσερα. Ακόμη, θυμάμαι και αναφέρω ενδεικτικά τις εξαιρετικές προσωπογραφίες του στα αφιερώματα του περιοδικού Οδός Πανός για τον Παπαδιαμάντη και τον Καβάφη.

Επειδή ετοίμαζα μία μελέτη για το ποίημα του Καβάφη Μύρης - Αλεξάνδρεια του 340 μ.Χ., του είχα ζητήσει να φανταστεί τον αφηγητή του ποιήματος και φίλο τού Μύρη στον διάδρομο του χριστιανικού σπιτιού και να αποδώσει σε τέμπερα, εάν μπορούσε, την αίσθηση της ταπείνωσης στο πρόσωπό του, τη στιγμή που οι παρευρισκόμενοι τον κοιτούν περιφρονητικά. Μου είχε πει ότι είχε αρχίσει να το επεξεργάζεται. Όμως η αρρώστια είχε προχωρήσει και ο Δημήτρης Λαλέτας, όπως οι πρωταγωνιστές των ποιημάτων του Καβάφη, έσβησε αθόρυβα, όπως η φλόγα ενός κεριού, στην Αλεξανδρούπολη.

Όπως ο Μύρης, που κατάφερε να διατηρήσει ακέραια, σε ένα δύσκολο περιβάλλον, το πνεύμα και την ευαισθησία του, έτσι και ο Λαλέτας διατήρησε την καλοσύνη και το ταλέντο του στη ζωγραφική, ενώ παράλληλα απέκτησε πραγματικούς φίλους στον δύσκολο και συχνά ακραία ανταγωνιστικό χώρο των «πνευματικών ανθρώπων».

*Διονύσης Στεργιούλας / αναδημοσίευση από το περιοδικό Οδός Πανός, τεύχος 156, σελ. 10-11


Δευτέρα, 30 Απριλίου 2012

ΕΡΩΤΙΚΟΣ ΛΟΓΟΣ ΚΑΙ ΑΔΙΕΞΟΔΑ

[Ορέστης Αλεξάκης, Ποίηση, εκδόσεις ΓΑΒΡΙΗΛΙΔΗΣ, Αθήνα 2011]

Το σύνολο των ποιητικών συλλογών του Ορέστη Αλεξάκη κυκλοφόρησε το 2011 σε έναν τόμο με τον τίτλο Ποίηση. Η γραφή του Αλεξάκη μεταλλάσσεται μέσα στον χρόνο ως προς τη μορφή και τους τρόπους έκφρασης, μένει όμως ίδια ως προς την ποιητική ουσία που περικλείει. Ο ποιητής αναζητά τον εαυτό του μέσα στον άλλο και ταυτόχρονα προσπαθεί μέσω μίας πορείας αυτογνωσίας να κατανοήσει το περιβάλλον του. Το εγώ συχνά καταργείται και ο λόγος του είναι σταθερά ερωτικός, ακόμη και όταν μιλά για πράγματα ή για τόπους.

Σε όλη τη διάρκεια της δημιουργικής του πορείας ο ποιητής ψάχνει τα ίδια περάσματα στον ίδιο λαβύρινθο, χωρίς να μένει ποτέ ικανοποιημένος από τις λύσεις που ανακαλύπτει. Δεν τον ενδιαφέρουν οι λύσεις αλλά η αναζήτηση. Το εύρος της θεματολογίας του είναι μεγάλο και η διερεύνηση του «ανθρώπινου ερωτήματος» γίνεται από ποικίλες οπτικές γωνίες. Στους στίχους του κυριαρχούν η έρευνα και όχι η βεβαιότητα, η υποκειμενικότητα και όχι το βίωμα.

Τα αδιέξοδα είναι πολλά και ένα βήμα πριν τον μηδενισμό επιστρέφει στα ίδια ερωτήματα και ξεκινά ξανά το ίδιο ταξίδι. Το τίποτα, το πουθενά, το ποτέ, είναι έννοιες που η σημασία τους γίνεται πιο έντονη μέσα στο έργο του με την πάροδο των χρόνων. Ο προσωπικός διαλογισμός γίνεται με τον καιρό μέρος μιας ευρύτερης θεώρησης του κόσμου, μιας θεώρησης που υπερβαίνει τις ατομικές περιπτώσεις. Η τραγικότητα και η αδυναμία του ανθρώπου μπροστά στο άγνωστο δεν αφήνουν περιθώρια για ελπίδες. Σε ένα από τα τελευταία ποιήματά του εκφράζει αυτή την τραγικότητα με στίχους που θυμίζουν τα νεκρώσιμα ιδιόμελα του Ιωάννη Δαμασκηνού:

                   «Πώς ξάφνου καταρρέουν τα περιγράμματα
                     και χύνονται στην άβυσσο οι ουσίες;
                     Πώς αναστρέφεται ο καιρός
                     και προς το παρελθόν γυρνάει το μέλλον;»


Σάββατο, 31 Μαρτίου 2012

ΣΕ ΝΑΟ ΤΗΣ ΕΦΕΣΟΥ*

Κάποτε λατρεύτηκε σε ναό της Εφέσου.
Ένας δυνατός σεισμός το διέλυσε
κι ένας δυνατός άνεμος σκόρπισε στον ορίζοντα
τ’ απομεινάρια της ομορφιάς του.
Σήμερα το ένα του χέρι βρίσκεται
στο Metropolitan Museum της Νέας Υόρκης
το άλλο χέρι στην Αθήνα
τα δύο πόδια στο Μουσείο του Βατικανού
ο κορμός σε έπαυλη πλούσιου ελβετού συλλέκτη.
Πρόσφατα ανακαλύφθηκε από αρχαιολόγους το κεφάλι.
Το ξέθαψαν με προσοχή και τώρα
φυλάσσεται στα υπόγεια του μουσείου της Εφέσου.

(Αυτό το άγαλμα μοιάζει μ’ εμένα.
Από τότε που σταμάτησες να με λατρεύεις
υπάρχω μόνο στο βλέμμα εκείνων
που αντικρίζοντας σπασμένα κομμάτια
αντιλαμβάνονται το σχήμα μου).


*Πρώτη δημοσίευση: περιοδικό Εμβόλιμον, τχ. 63-64, 2012, σελ. 61.

Τετάρτη, 29 Φεβρουαρίου 2012

Άγγελος Σικελιανός –
Η αυτοκτονία του Ατζεσιβάνο, μαθητή του Βούδα

Ανεπίληπτα επήρε το μαχαίρι
ο Ατζεσιβάνο. Κι ήτανε η ψυχή του
την ώρα εκείνη ολάσπρο περιστέρι…
Κι όπως κυλά από τ’ άδυτα του αδύτου
των ουρανών μες στη νυχτιά έν’ αστέρι
ή, ως πέφτει ανθός μηλιάς με πράο αγέρι,
έτσι απ’ τα στήθια πέταξε η πνοή του.

Χαμένοι τέτοιοι θάνατοι δεν πάνε…
Γιατί μονάχα εκείνοι π’ αγαπάνε
τη ζωή στη μυστική της πρώτη αξία
μπορούν και να θερίσουνε μονάχοι
της ύπαρξής τους το μεγάλο αστάχυ
που γέρνει πια, με θείαν αταραξία!

Τρίτη, 31 Ιανουαρίου 2012


ΑΝΘΡΩΠΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΖΩΟΦΙΛΙΑ

Περικλής Σφυρίδης
Το πάρτι και άλλα διηγήματα
εκδ. ΕΣΤΙΑ, Αθήνα 2011

Όσο περνούν τα χρόνια, τα διηγήματα του Περικλή Σφυρίδη γίνονται περισσότερο αφαιρετικά. Το φορτίο των λέξεων μικραίνει και το φορτίο των ιδεών μεγαλώνει. Έννοιες όπως ο θάνατος, ο χωρισμός, η αγάπη, ο φόβος, η ανασφάλεια, είναι πλέον απολύτως διακριτές και συχνά τα κείμενα δομούνται γύρω από αυτές. Κάποιες φορές τα βιώματα του αφηγητή μοιάζουν με ένα ελαφρύ ένδυμα, που απλώς ντύνει τις διαχρονικές και αρχετυπικές αυτές έννοιες.

Στα διηγήματα του βιβλίου άνθρωποι και ζώα βρίσκονται υπό διαρκή απειλή και συχνά σε απόγνωση. Τα φιλοζωικά αισθήματα υποκα-θιστούν τον ανθρωπισμό ή παρουσιάζονται ως προέκτασή του. Ενώ το στοιχείο της έκπληξης είναι πάντοτε παρόν από την πλευρά του αφηγητή.

Το κείμενο που μου άρεσε περισσότερο στο βιβλίο ανα-φέρεται στον ζωγράφο Πάνο Παπανάκο, φίλο του συγγρα-φέα. Εδώ ο Σφυρίδης, μέσα σε λίγες παραγράφους, μιλά συνο-πτικά για τα θέματα που τον απασχολούν σε όλο το πεζο-γραφικό του έργο: έρωτας, θάνατος, τέχνη, χωρισμός. Μιλώντας για τον φίλο του έρχεται αντιμέτωπος με τους δικούς του φόβους. Το κείμενο συνοδεύεται από τις φωτογραφίες δύο έργων του Παπανάκου. Το ένα από αυτά έχει τον τίτλο «Δέκα χρόνια μετά τον έρωτα». Μία αντίστροφη καμπύλη γραμμή ενώνει τη θάλασσα με τη στεριά και στο χαμηλότερο σημείο της, στην «κρίσιμη καμπή», ο ζωγράφος τοποθετεί μία γυναίκα και έναν άντρα. Η στάση των σωμάτων τους είναι σχεδόν αινιγματική και ο συγγραφέας, προσπαθώντας να ερμηνεύσει το έργο, προβάλλει τις δικές του ιδέες, με εξαιρετική γραφή και με απόλυτη ειλικρίνεια.

Η εμμονή του συγγραφέα να πιστοποιήσει, με σημειώσεις στο τέλος κάποιων διηγημάτων και με πολλές παρένθετες πληροφορίες, ότι είναι το ίδιο πρόσωπο με τον αφηγητή, δεν προσθέτει κάτι στη λογοτεχνική αξία των κειμένων του. Αλλά, από τη στιγμή που ένας συγγραφέας αποφασίζει να κάνει ήρωα των έργων του τον εαυτό του, πρέπει να είναι αποφασισμένος να εκτεθεί και ο ίδιος στους αναγνώστες διαλύοντας ή υπονομεύοντας την εικόνα του και όχι να αρκείται στην κριτική των κακώς κειμένων του ευρύτερου περιβάλλοντός του κλείνοντας, στο φαντασιακό επίπεδο, κεφάλαια που η πραγματική ζωή επιμένει να κρατά ανοιχτά. ΔΣ