Η
αναδρομική έκθεση έργων του Λουκά
Βενετούλια στη Δημοτική Πινακοθήκη
Θεσσαλονίκης (τον Οκτώβριο του 2010) έδωσε
την ευκαιρία στο κοινό να γνωρίσει το
έργο του σχετικά παραγνωρισμένου αυτού
ζωγράφου, για τον οποίο ο Γιάννης
Τσαρούχης είχε γράψει: «Ο νέος ζωγράφος
Βενετούλιας έχει το πάθος για τη δουλειά
του και την ευαισθησία του ξύπνια. Τηρεί
με νεανική ζωντάνια τους νόμους της
τέχνης, τους οποίους πιστεύει. Υπάρχει
ένα άφθονο υλικό "τεχνικής" για να
το καταφάγει μια μέρα η ευαισθησία του».
Ο Βενετούλιας (1930-1984) γεννήθηκε στη
Θεσσαλονίκη του μεσοπολέμου και έζησε
την εφηβεία του στη δύσκολη δεκαετία
του 1940, με την κατοχή και τον εμφύλιο.
Μαθήτευσε αρχικά στον Πεντζίκη και
αργότερα, κατά τη διάρκεια των σπουδών
του στη Σχολή Καλών Τεχνών, στους
Παπαλουκά και Μόραλη, αλλά γρήγορα
ακολούθησε έναν δικό του δρόμο.

Ο
Βενετούλιας αποτύπωσε σε μεγάλο μέρος
του έργου του την ανάδυση της νέας
θρησκείας των πολυεθνικών εταιριών, με
τους ανθρώπους να περνούν σε δεύτερη
μοίρα, να μην αντιμετωπίζονται ως πρόσωπα
με ιδιαίτερα, μοναδικά χαρακτηριστικά
αλλά ως εξαρτήματα εξουσιαστικών
μηχανισμών και ως ρόλοι σε εμπορικούς
συσχετισμούς ή ακόμη να χάνονται εντελώς
από το προσκήνιο. Αυτό που θα είχε στο
εξής σημασία ήταν η θέση του καθενός σε
μια απρόσωπη κοινωνική και οικονομική
πυραμίδα.
Η παλιά εποχή με τις
παραδοσιακές γειτονιές, τους γραφικούς
τύπους και τα κοινά μυστικά έδινε τη
θέση της σε έναν νέο κόσμο, που
χαρακτηριζόταν από τις τυπικές ανθρώπινες
σχέσεις, την έμφαση στις οικονομικές
διαδικασίες και την πολιτισμική
αποικιοποίηση της Ελλάδας. Ο νέος
εργασιακός μεσαίωνας ονομάστηκε πρόοδος
και εκσυγχρονισμός και οι άνθρωποι που
άφησαν τα χωριά τους για να ζήσουν σε
διαμερίσματα-κλουβιά πίστεψαν προς
στιγμήν ότι είναι οι προνομιούχοι της
νέας εποχής. Όμως, ακόμη και αν οι
περισσότεροι είχαν ξεγελαστεί, το μάτι
του ζωγράφου δεν γελάστηκε. Ίσως επειδή
η τέχνη είναι ένας σύντομος δρόμος για
την αλήθεια, ένας δρόμος που παρακάμπτει
τους απατηλούς συλλογισμούς.

Τα
αστικά τοπία του Βενετούλια και η
θεματολογία του χαρακτηρίζονται από
μεγάλους όγκους τσιμέντου, παράλληλες
και κάθετες γραμμές, γιαπιά, χώρους
εργασίας, διαφημίσεις γιγαντιαίων
διαστάσεων, ονόματα εταιριών που έπαιρναν
σταδιακά μόνιμη θέση στο συλλογικό
ασυνείδητο, θολές ανθρώπινες υπάρξεις
σε κτήρια δικαστηρίων, παιχνίδια ενός
σκοτεινού φωτός πάνω από τη Σαντορίνη.
Το δράμα των ανθρώπων της εποχής του
είναι ορατό και στα έργα όπου δεν υπάρχουν
άνθρωποι αλλά μόνο κτήρια. Μέσω των
χρωμάτων, του ύφους του, της έλλειψης
αισιόδοξων μηνυμάτων και κυρίως μέσω
της επιλογής των θεμάτων στέλνει ποικίλα
πολιτικά μηνύματα στους θεατές των
έργων του και τους καλεί να προβληματιστούν
για τη θέση και τον ρόλο τους στον κόσμο
που αλλάζει.
Τα έργα του μιλούν
για τη μεταπολεμική Ελλάδα με τρόπο
σαφή και αποκαλυπτικό. Αλλά δεν μένει
εκεί. Προχωρεί στην αποτύπωση και της
εποχής που έρχεται. Σε ορισμένες
περιπτώσεις, για να θυμηθώ τον Nathaniel
Hawthorne, τα έργα των ζωγράφων μπορούν να
θεωρηθούν «προφητικές εικόνες», επειδή
μόνο η τέχνη έχει τη δυνατότητα «να
καλέσει το άδηλο Μέλλον να φανερωθεί
στο Παρόν».
Διονύσης Στεργιούλας
