Παρασκευή 31 Οκτωβρίου 2025

Ακραία λεκτικά φαινόμενα - Βιβλιοπαρουσίαση του Λουκά Παπαδάκη

Όταν η λέξη φτάνει στα άκρα της, τότε δεν έχει να κάμει παρά ένα ακόμη βήμα και να προχωρήσει πέρα από αυτά. Ώστε συμβαίνει καμιά λέξη να μην έχει όρια και έτσι σε κάθε ευκαιρία μπορεί να γίνεται κάτι διαφορετικό και μαζί της να αλλάζει όποιον την εντάσσει στον λόγο του. Η αλλαγή σημασίας μιας λέξης, ή η απόδοση νέας σε αυτήν, μας μεταμορφώνει, αλλάζουν αυτά που έχουν σημασία για εμάς.

Αυτές τις μεταβολές στη γλώσσα, τις οποίες έργο του έχει να μελετά ο γλωσσολόγος, να αποτρέπει ως θεματοφύλαξ ο φιλόλογος και να καταγράφει ασθμαίνοντας ο λεξικογράφος, αυτές λοιπόν τις μεταβολές εκμεταλλεύονται οι συγγραφείς. Όσον αφορά δε την ποίηση, ο ποιητής τις μετα-χειρίζεται, για να φέρει και πάλι ενώπιον του κοινού του τη θεϊκή πνοή, έστω και ως αναπαράσταση. Θα μπορούσε κάποιος να πει πως έχουμε να διαχειριστούμε ένα γλωσσικό κυκεώνα, όμως προτιμώ να πιστεύω ότι η γλώσσα παραμένει πάντοτε μια αρχέγονη σούπα.

Αυτές είναι οι σκέψεις που έκανα, στην προσπάθειά μου να συγχρονιστώ με την οπτική τού Διονύση Στεργιούλα, όπως αυτή εμφανίζεται στο τέταρτο ποιητικό του βιβλίο, μια ποιητική σύνθεση υπό τον τίτλο Ακραία λεκτικά φαινόμενα. Η αρχική μου αίσθηση είναι πως κίνησε να δουλεύει την υπόθεσή του με σεβασμό στις αρχές και τους όρους που θέτει η φιλολογική επιστήμη. Μελέτησε, στοχάστηκε, θεωρητικολόγησε πάνω στις λέξεις και τα φαινόμενά τους, σε συνάρτηση μάλιστα με τα γλωσσικά φαινόμενα, και όταν έδεσε το ερώτημά του, προχώρησε στο δεύτερο στάδιο, στην in vitro αναπαραγωγή τού ασταθούς περιβάλλοντος στο οποίο ζούμε. Αν για τα ακραία καιρικά φαινόμενα, υπεύθυνη είναι η κλιματική αλλαγή, ποιος ή τι ευθύνεται για τα ακραία λεκτικά φαινόμενα; Εργαστηριακά, με αλλεπάλληλα πειράματα, 132, όσα τα επιμέρους ποιήματα, διερεύνησε αν όντως έχουν ισχύ οι υποθέσεις, που η θεωρία πρότεινε ή και μαθηματικά απέδειξε, Φυσικά και Μεταφυσικά: «Λένε πως είναι οι σκέψεις λέξεις / που κάθε βράδυ ξαγρυπνούν / λένε πως βλέπουν στο σκοτάδι / και στο δωμάτιο τριγυρνούν. / Λένε πως ένας ουρανός / κρύβεται μέσα μας βαθιά / λένε πως μόλις ξημερώσει / μια νέα νύχτα ξεκινά. / Λένε πως όσα είναι μακριά / γρήγορα έρχονται σ’ εσένα / λένε πως όσα είναι κοντά / γίνονται μακρινά και ξένα» (σελ. 7).

Παρακολουθώντας τις λέξεις στον κραδασμό και τη μετάπτωσή τους, ο ποιητής εμπιστεύεται και διατυπώνει λόγο διδακτικό: «… Όσο και αν το προσπαθήσεις / να παραμείνεις αφανής / η παρουσία σου έχει καταγραφεί / όπως μια λέξη στο λευκό χαρτί. / Μόνο αν κάψεις το χαρτί / χάνεται η λέξη χάνεσαι κι εσύ» (σελ. 8). Από τον διδακτικό περνά, σαν σε άλλη διάσταση, στον αποφθεγματικό λόγο, ο οποίος μας προσδίδει κάποια ασφάλεια, ακόμη και αν πρόκειται για επίφαση σταθερότητας. Άλλωστε αυτή δεν ήταν για τον λαό, για χιλιετίες και μέχρι πριν από μερικές δεκαετίες, οπότε και αποκοπήκαμε από την παράδοση, αυτή δεν ήταν η λειτουργία τής παροιμίας; «Η λέξη «ανυπομονησία» / μπορεί να κρύβει άπειρη υπομονή / όπως η λέξη «αναμάρτητος» / μοιάζει να αναδύεται / μέσα από όγκους αμαρτίας» (σελ. 18).

Βεβαίως οι δοκιμαστικοί σωλήνες, τα τρυβλία Πετρί, η λευκή μπλούζα, δεν διατηρούν την αποδεικτική τους ικανότητα και εκτός τής Φύσης, της πραγματικότητας. Και εδώ έρχεται ο μυστικός λόγος, ο ποιητής γίνεται μυστικός: «Κι όμως το μεγαλύτερο μυστήριο / δεν είναι ο θάνατος των λέξεων / αλλά η γέννησή τους / η διαρκής τους γέννηση / κάθε φορά που τις καλεί η σιωπή» (σελ. 8).

Γνωρίζω πια καλά πως η λέξη εμπεριέχει τον δόλο, γίνεται το δόλωμά μας. Ωστόσο επιμένω στον λόγο, στον διάλογο. Μέχρι που ο διάλογος κόβεται και έρχεται η ώρα τής σιωπής. Η σιωπή έχει το χρόνο της, φτάνει να μη χρονίζει: «Στα πολλά λόγια ναυαγεί / κάθε αλήθεια. / Αλλά μη λες πως η σιωπή / είναι από μόνη της αλήθεια» (σελ. 14). Αν δεν αμφιβάλλεις, δεν αγαπάς. Αν δεν αρνηθείς, δεν πιστεύεις: «Όταν διαβάζεις διφορούμενους χρησμούς / να ξέρεις πως καμιά αλήθεια / δεν κρύβεται στις λέξεις τους / να ξέρεις πως η μόνη αλήθεια είναι / πως έχεις την ανάγκη των χρησμών» (σελ. 12). Αν δεν πεθάνεις, δεν ζεις: «Μιλούσα περιφραστικά / με εκτενείς περιγραφές / με αναλυτικές πληροφορίες / με πλήθος καλολογικών στοιχείων. / Μόνο όταν είδα απέναντί μου / τον θάνατο να ’ρχεται προς το μέρος μου / χωρίς να θέλω μίλησα απλά» (σελ. 14). Αν δεν ζήσεις, δεν πεθαίνεις: «Πότε θα έρθει εκείνο το παιδί / που με τη γόμα του θα σβήσει / προσεκτικά την κάθε λέξη σου;» (σελ. 17).

Στα Ακραία λεκτικά φαινόμενα ο Διονύσης Στεργιούλας απογειώνει τον ποιητικό λόγο, εκφραζόμενος με τη δική του φωνή και με τη δική του σιωπή. Με τη φωνή και τη σιωπή από τη μια, με τη ζωή και τον θάνατο από την άλλη, με εναλλασσόμενες τις αντιστοιχίες. Δυο του στίχοι περιγράφουν την αέναη κατάσταση ενός συγγραφέα: «Δεν έχω μάθει να διαβάζω το λευκό χαρτί· / μέχρι να μάθω να διαβάζω, γράφω» (σελ. 20).

Σε τι λοιπόν οφείλονται τα ακραία λεκτικά φαινόμενα; Υπάρχει μια απάντηση; Υπάρχει, αλλά δεν είναι μία. Για την ακρίβεια, όποτε η ερώτηση είναι συγκεκριμένη, ο αριθμός των απαντήσεων τείνει στο άπειρο. Εμφανίζονται πάλι οι μακαρίτες φίλοι μου να μπουν στη συζήτηση. Ο Ανδρέας Σαββάκης: «Το πραγματικό είναι τόσο πολύμορφο, που δεν μπορεί να παρασταθεί με τις λέξεις. Δεν είναι μνήμη, διότι η μνήμη αποκτάται αφεαυτού. Οι λέξεις είναι κάποια απεικάσματα της πραγματικότητας». Ο Μιχάλης Μανιός: «Στο τέλος-τέλος εμείς φτιάχνουμε τις λέξεις και οι λέξεις είμαστε εμείς». Συζήτηση στο διηνεκές.

Τα Ακραία λεκτικά φαινόμενα δεν είναι μια ποιητική σύνθεση, όπου θα αρκεστούμε να βρούμε καλά στοιχεία. Είναι αριστοτεχνικά δομημένα, παρά το ότι μας λέγεται πως «Ένας άνεμος σκόρπισε τις σελίδες / πριν προλάβω να τις αριθμήσω. / Όλες οι εκδοχές θα έχουν στο εξής / την ίδια εγκυρότητα, το ίδιο βάρος / την ίδια αληθοφάνεια. / Το πριν και το μετά θα είναι έννοιες / χωρίς καμία σημασία / σ’ αυτόν τον άχρονο κόσμο» (σελ. 32).

Τα Φαινόμενα λοιπόν αξίζει να διαβαστούν, να μελετηθούν, να αποτελέσουν μια αναφορά για το τι είναι η ποίηση, για το τι αυτή υπηρετεί. Επαινούμε τον ποιητή για την πρωτοτυπία τής ιδέας, για την ευρηματικότητά του, για το ότι επανασυνδέει την ποίηση με τη φιλοσοφία, τη μουσική, τη ζωγραφική. Και κυρίως για την πρόταση ζωής που θέτει. 

Λουκάς Δ. Παπαδάκης*


Λουκάς Παπαδάκης γεννήθηκε το 1963 στην Ιεράπετρα, τελείωσε το 2ο Λύκειο Ηρακλείου και σπούδασε στην Οδοντιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών. Από το 1991 ζει και εργάζεται στη Βοιωτία. Έχει κυκλοφορήσει το ποίημα Υπέρ Μαργίτη (Εκδόσεις Οδός Πανός, 2019) και εκτός εμπορίου τα ποιήματά του, χωρισμένα σε τέσσερις ενότητες: «Έχματα Νηών», «Το Θηλυκό Νερό», «Αποδείξεις Ιστορίας» και «Ταμειον ποιησης». Εξέδωσε επίσης τις ιστορικές μελέτες Ο Δέκατος Τρίτος Απόστολος. Πράξεις Μελετίου Μεταξάκη (έκδοση εκτός εμπορίου, Ηράκλειο 2014) και Η Κρήτη στην Επανάσταση του Εικοσιένα. Από την ιστοριογραφία στην ποίηση (έκδοση Ιεράς Μητροπόλεως Ιεραπύτνης και Σητείας, Ιεράπετρα 2021). Κείμενά του ποιητικά, κριτικά-δοκιμιακά, βιβλιοπαρουσιάσεις, ιστορικά, χρονογραφήματα, αφηγήματα και ημερολογιακές σελίδες, έχουν φιλοξενηθεί σε περιοδικά και εφημερίδες.



Τρίτη 30 Σεπτεμβρίου 2025

Η δύναμη της λέξης


«Λένε πως είναι οι σκέψεις λέξεις
που κάθε βράδυ ξαγρυπνούν
λένε πως βλέπουν στο σκοτάδι
και στο δωμάτιο τριγυρνούν.
Λένε πως ένας ουρανός
κρύβεται μέσα μας βαθιά
λένε πως μόλις ξημερώνει
μια νέα νύχτα ξεκινά.
Λένε πως όσα είναι μακριά
γρήγορα έρχονται σ’ εσένα
λένε πως όσα είναι κοντά
γίνονται μακριά και ξένα.»


Η ποιητική συλλογή Ακραία Λεκτικά Φαινόμενα του Διονύση Στεργιούλα (Νησίδες, 2025) εγκαινιάζεται με το παραπάνω ποίημα, το οποίο λειτουργεί ως προλογική δήλωση προθέσεων, σηματοδοτώντας, όπως και ο τίτλος της συλλογής, τον λειτουργικό ρόλο της λέξης στην ποιητική τέχνη, την αμφίδρομη σχέση δημιουργού και ποιήματος, καθώς και τη μετουσίωση της λέξης σε ποιητικό λόγο. Ο ποιητής εστιάζει στην αμφίδρομη σχέση μεταξύ λέξης και νοήματος, προσεγγίζοντας τον ποιητικό λόγο ως ένα συμβολικό σύστημα. Σε αυτό το πλαίσιο, γίνεται εμφανής η επιρροή από τη σημειολογική θεωρία του του Ferdinand de Saussure, κατά την οποία το σημαίνον και το σημαινόμενο συνιστούν αδιαχώριστα στοιχεία του γλωσσικού σημείου (Saussure, 1979). Στο ποιητικό σύμπαν του Στεργιούλα, η λέξη υπερβαίνει τον χρηστικό της ρόλο και μεταμορφώνεται σε αγωγό συναισθημάτων, φιλοσοφικών αναζητήσεων και υπαρξιακής ενδοσκόπησης.




Οι λέξεις, και εν γένει ο λόγος, είναι άμεσα συνυφασμένες και συνδεδεμένες με τον ανθρώπινο βίο και την ανθρώπινη υπόσταση. Ο λόγος, ως βασικό εκφραστικό μέσο, αντανακλά συναισθήματα και υπαρξιακές ανησυχίες: χαρά, έρωτα, λύπη, αγωνία, φόβο. Παράλληλα, ο λόγος σκιαγραφεί τις εκφάνσεις της ζωής και του θανάτου. Η λέξη λειτουργεί ως μέσο επικοινωνίας, συγκίνησης και πνευματικής μέθεξης, αποτελώντας τον πυρήνα της ποιητικής δημιουργίας και της ενδοπροσωπικής σύνδεσης των ανθρώπων, ενισχύοντας τον ρόλο της γλώσσας ως κοινωνικού φαινομένου.

Η ποιητική διεργασία περιγράφεται εύγλωττα στο ποίημα της σελίδας 7: «Αυτό το ποίημα είναι σαν / έναν ατέλειωτο χώρο αναμονής / έρχονται λέξεις και αποχωρούν / ανθίζουν λέξεις και μαραίνονται / κανένας όμως δεν μπορεί να πει / ποια πόρτα θα ανοίξει ξαφνικά / πότε θα έρθει η σειρά μας» (σ. 7), όπου διαφαίνεται η πνευματική αγωνία του ποιητή, άρρηκτα συνδεδεμένη με τη σιωπή και το άφατο. Η δημιουργία, όπως δηλώνεται και στο επόμενο ποίημα, είναι απόρροια της σιωπής και της εσωτερικής ανάγκης: «Κι όμως το μεγαλύτερο μυστήριο / δεν είναι ο θάνατος των λέξεων / αλλά η γέννησή τους / η διαρκής τους γέννηση / κάθε φορά που τις καλεί η σιωπή» (σ. 8).

Οι λέξεις, επίσης, στα ποιήματα της συλλογής λειτουργούν ως καταφύγιο του ανθρώπου καθώς «Είναι ωραίο να ζητάς στις λέξεις / αυτό που δεν σου έδωσε η ζωή. / Αλλά μετά, όταν επιστρέφεις, γίνονται όλα δυο φορές πιο δύσκολα» (σ. 9). Η ποιητική λέξη προσεγγίζεται ως φορέας νοήματος, με υπαρξιακές και φιλοσοφικές διαστάσεις, δίνει νόημα στην ανθρώπινη ζωή. Γι’ αυτό και στο ποίημα της σελίδας 16 το ποιητικό υποκείμενο εκφράζει σε πρώτο ενικό ρηματικό πρόσωπο το ερώτημα: «Πολλές φορές αναρωτήθηκα / αν γίνεται να ζήσουμε χωρίς τις λέξεις. / Αφού το μέσα μας τοπίο είναι σκοτεινό / τι θα φωτίσει τους υγρούς του λόγγους;» Και σ’ άλλο ποίημα η εναγώνια κραυγή υποδηλώνεται με «Αυτό το πληγωμένο ωμέγα / που μοιάζει με κραυγή απόγνωσης / στο κέντρο της λέξης «πτώση» / να υποδηλώνει άραγε το τέλος;» (σ. 29).

Σ’ άλλα ποιήματα ο Στεργιούλας περιγράφει τη διαδικασία της ποιητικής δημιουργίας, προσκαλώντας τον/την αναγνώστη/-στρια στο ποιητικό του «εργαστήρι». Η ποιητική διαδρομή και το ταξίδι ενέχει εμπόδια και δυσκολίες, χαρές και έγνοιες, αλλά κι εκπλήξεις. Η σύνθεση ενός ποιήματος αποδίδεται ως διαδρομή απαιτητική αλλά δημιουργική, γεμάτη νοηματικές και αισθητικές αναζητήσεις και εξάρσεις. «Πρώτα κοιτώ το ποίημα από μακριά / κι ύστερα πλησιάζω. / Θέλω το σχήμα του να δω / να έχω γνώση της μορφής του / πριν ρίξει άγκυρα η σκέψη μου / στο σκοτεινό βυθό του» (σ. 26). Σε αυτό το ποίημα διαφαίνεται με σαφήνεια η διάκριση μεταξύ μορφής και περιεχομένου, καθώς ο δημιουργός μελετά τη δομή και τη σύσταση του ποιητικού σώματος πριν εμβαθύνει στα βαθύτερα, υπαρξιακά του στρώματα. Ο λεκτικός πλούτος αποτυπώνεται ποιητικά και αισθητικά μέσω έντονων, συμβολικά φορτισμένων εικόνων. Στη σελίδα 21, ο ποιητής γράφει: «Αν κάθε λέξη ήταν αστέρι / πόσα ποιήματα θα φώτιζαν τον ουρανό! / (Μα η κάθε λέξη είναι ένας πλανήτης / που διαγράφει άγνωστη τροχιά.) Η συγκεκριμένη εικόνα λειτουργεί με μεταφορική πυκνότητα: η λέξη ως «αστέρι» υποδηλώνει τη φωτεινότητα, την έμπνευση, την καθολικότητα της ποιητικής δημιουργίας. Ωστόσο, η μεταστροφή της δεύτερης στροφής («η κάθε λέξη είναι ένας πλανήτης…») εισάγει έναν υπαρξιακό και κοσμολογικό προβληματισμό· κάθε λέξη απομονώνεται, διαθέτοντας τη δική της, απρόβλεπτη διαδρομή. Ο ποιητής υπογραμμίζει έτσι τη μοναδικότητα και την εσωτερική πολυπλοκότητα κάθε λέξης, που δεν υπακούει σε μια σταθερή, προδιαγεγραμμένη τροχιά, αλλά εξελίσσεται αυτόνομα, ακριβώς όπως το νόημα μέσα σε διαφορετικά ποιητικά συμφραζόμενα. Η αστρονομική μεταφορά παραπέμπει, επίσης, στην απροσδιοριστία του γλωσσικού νοήματος —μια έννοια που αναδεικνύεται σε πολλές σύγχρονες θεωρίες της γλώσσας και της λογοτεχνίας (Derrida, 1990). Ο Στεργιούλας δεν αντιλαμβάνεται τη γλώσσα ως εργαλειακό μέσο, αλλά ως ένα διαρκώς μετακινούμενο σύμπαν, όπου κάθε λέξη είναι ένα αυτόνομο, εν δυνάμει ανεξιχνίαστο σώμα.

Η σχέση του ανθρώπου με τη λέξη παρουσιάζεται ως πολυσχιδής και προσωπική στα Ακραία Λεκτικά Φαινόμενα. Έτσι, «Ο κάθε άνθρωπος έχει τις λέξεις του. / Άλλοι τις ξοδεύουν, άλλοι τις σωρεύουν / κι άλλοι τις χρησιμοποιούν με μέτρο» (σ. 23). Η ποικιλία στη χρήση του λόγου αντανακλά τις ατομικές ιδιοσυγκρασίες, την ψυχική ωρίμανση και την ηθική ή συναισθηματική συγκρότηση κάθε ανθρώπου. Η λέξη, επομένως, αποκτά χαρακτήρα βιωματικό — είναι ταυτόχρονα ιδιοκτησία και αντανάκλαση του προσώπου. Ακόμα πιο έντονη είναι η σύνδεση της λέξης με τη μνήμη και το συναίσθημα, καθώς μια «τυχαία» λέξη μπορεί να λειτουργήσει ως αφυπνιστικός μηχανισμός για ένα εσωτερικό παρελθόν: «Ακούω μια τυχαία λέξη / και μέσα μου ανασταίνονται / λέξεις που έχουν ξεψυχήσει από καιρό.» (σ. 25). Η λέξη εδώ παύει να είναι στατική· γίνεται ενεργοποιητής ανάκλησης, συναισθηματικής φόρτισης και μνημονικού αναστοχασμού, θυμίζοντας την πλατωνική ανάμνηση (ἀνάμνησις), την ιδέα ότι η γνώση και η συνείδηση προκύπτουν μέσω εσωτερικής αφύπνισης. Η προσωπική αυτή σχέση κορυφώνεται όταν ο λόγος μεταπλάθεται σε ποιητικό λόγο. Στη σελίδα 29, ο ποιητής αποδίδει με τρυφερότητα σχεδόν ερωτική την οικείωση με το ποίημα, επιβεβαιώνοντας την εσωτερική συνύπαρξη δημιουργού και δημιουργήματος: «Μ’ αυτό το ποίημα πλαγιάσαμε μαζί / άπειρες νύχτες του χειμώνα. / Την ώρα που έσβηνα το φως / το αγκάλιαζε η σκέψη μου / κι ύστερα ένιωθα την κάθε λέξη του / να με χαϊδεύει μέσα στο σκοτάδι.» (σ. 29). Το ποίημα προσωποποιείται, αποκτώντας σωματικότητα και συναισθηματική παρουσία. Η επαφή με τον ποιητικό λόγο συνιστά πράξη βαθιάς συνύπαρξης και αμοιβαίας κατοίκησης: η λέξη κατοικεί στον ποιητή όσο κι εκείνος στη λέξη. Πρόκειται για έναν διάλογο ύπαρξης, μέσα στον οποίο η γλώσσα δεν υπηρετεί απλώς το βίωμα, αλλά το συγκροτεί, το φωτίζει και το διασώζει.

Η συλλογή Ακραία Λεκτικά Φαινόμενα συνιστά ένα ολοκληρωμένο ποιητικό σύμπαν, στο οποίο η λέξη αποτελεί τόσο πρωταρχικό δομικό υλικό όσο και τελικό ερμηνευτικό στόχο. Ο Διονύσης Στεργιούλας προσφέρει ένα έργο αυτοαναφορικό, στοχαστικό και βαθιά ανθρωποκεντρικό, όπου η γλώσσα και η ποίηση προβάλλουν ως μέσα κατανόησης και μετασχηματισμού του εσωτερικού κόσμου του ανθρώπου. Η λέξη, στον κόσμο του ποιητή, αποκτά ουσιώδη σημασία: γεννιέται μέσα από τη σιωπή, διασώζει μνήμες, λειτουργεί ως καταφύγιο και αναπλάθει το εσωτερικό τοπίο του ανθρώπου. Η σχέση δημιουργού και ποιητικού λόγου παρουσιάζεται ως μια διαδικασία συνεχούς πνευματικής αγωνίας, βαθιάς ενσυναίσθησης και μεταφυσικής αναζήτησης. Ο ποιητής αναμετριέται με τη λέξη —την πλάθει, την εσωτερικεύει, τη βιώνει— και ταυτόχρονα προβάλλει την πολυσημία της, τη δυναμική της τροχιά μέσα στο ποιητικό σύμπαν. Ο/Η αναγνώστης/-στρια δεν παραμένει αμέτοχος/-η: καλείται να συμμετάσχει σε αυτή τη διαδικασία, να αφουγκραστεί τον εσωτερικό ρυθμό των λέξεων και να συνδεθεί βιωματικά με τη δύναμη του ποιητικού λόγου. Έτσι, η ποίηση καθίσταται πράξη μέθεξης — μια «λεκτική εμπειρία» που ενώνει το ανθρώπινο με το ποιητικό, το ατομικό με το συλλογικό.

Νίκη Μισαηλίδη 

 

 Βιβλιογραφία

  • Derrida J., (1990). Περί Γραμματολογίας, μτφρ. Κωστής Παπαγιώργης. Αθήνα: ΓΝΩΣΗ
  • SaussureFde (1979). Μαθήματα Γενικής Γλωσσολογίας, μτφρ. Φ. Δ. Αποστολόπουλος. Αθήνα: Παπαζήσης.
  • Στεργιούλας, Δ. (2025). Ακραία Λεκτικά Φαινόμενα, Αθήνα: Νησίδες.

Κυριακή 31 Αυγούστου 2025

«Η κρυφή γοητεία των λέξεων»

 

[Κριτικό κείμενο του Δημήτρη Παπακωνσταντίνου για την ποιητική συλλογή Ακραία λεκτικά φαινόμενα, εκδ. Νησίδες, Θεσσαλονίκη 2025.]





1.Τίποτα αυτονόητο:

Όλοι γνωρίζουμε πως η ποίηση τεντώνει τη χορδή του τόξου της μέχρι το έσχατο όριό της, αν υποθέσουμε πως αυτό το όριο είναι –τελικά- υπαρκτό και δεν αποτελεί άλλο ένα προϊόν της δημιουργικής μας φαντασίας. Παίζουμε διαρκώς με τις λέξεις, όμως σ’ αυτό το αλλόκοτο ποιητικό σύμπαν που βρισκόμαστε, τίποτα δεν είναι αυτονόητο. Έτσι ο ποιητής μας, θέτει το απροσδόκητο ερώτημα: «Τι είναι λέξη;»

Ευτυχώς φροντίζει να δώσει ο ίδιος την απάντηση και μάλιστα σε 28 συνεχείς σελίδες. Αναρωτιέμαι με ποιον τρόπο θα μπορούσα να αποδώσω μια τόσο ξεχωριστή ποιητική κατάθεση, χωρίς να υποχρεωθώ να παραθέσω ένα ακόμη βιβλίο δίπλα στο δικό του.

 

2.Στο αλλόκοτο σύμπαν των λέξεων:

Οι λέξεις είναι ζωντανά όντα με σάρκα και οστά, με σκέψη και βούληση. Ξαγρυπνούν, εγείρονται στο σκοτάδι, τριγυρνούν, χάνονται, ξενιτεύονται, επιστρέφουν, επιμένουν, ανθίζουν, μαραίνονται κι αποχωρούν διακριτικά μέσα από χιλιάδες νοητές πόρτες. Αναδύονται στον νου, τις αρθρώνεις με δέος αργά-αργά, κι αναρωτιέσαι πώς γεννήθηκαν, τι σημαίνουν, τι κομίζουν.

Οι λέξεις κάποτε γίνονται βροχή στο τζάμι. Συζητούν, συνωμοτούν, αγγίζονται, συγκρούονται, συμπορεύονται, συνεργάζονται, αλληλοακυρώνονται, περιγελούν, περιφρονούν, παρηγορούν. Στιλβώνουν τις αναμνήσεις, καλύπτουν τα ραγίσματα, θροΐζουν στον άνεμο, βλασταίνουν στα χωράφια, ξεθωριάζουν στον ήλιο, σκοτεινιάζουν στους βυθούς, αρρωσταίνουν και φθίνουν. Οι λέξεις έχουν μεγάλη δύναμη. Γίνονται προσευχές και χρησμοί. Ταξιδεύουν στους Δελφούς κι είναι ικανές να σε βγάλουν στον δρόμο, μα για τ’ όνομα του Θεού, ποτέ μην πας κατά τη Θήβα, κι ας σε προσκαλούν να γνωρίσεις τα χίλια θαύματα του κόσμου. Οι λέξεις ταξιδεύουν και σε ταξιδεύουν. Πρόσεξε όμως! Έχουν πάντα τη δύναμη να σε οδηγήσουν στην τρέλα, στην αυτοκαταστροφή, στην ατίμωση της αυτοχειρίας.

Ζούμε σ’ έναν αλλόκοτο κόσμο: Ούτε η φωνή περιέχει την αλήθεια, ούτε η σιωπή. Οι λέξεις διαλύονται σε γράμματα, τα γράμματα σε σχήματα, τα σχήματα σε χρώματα. Τα χρώματα μιλούν για τα δέντρα, το αεράκι του χειμώνα και την ησυχία, μακριά από τις ανθρώπινες φωνές. Αν οι λέξεις είναι φύλλα, πόσες ιστορίες ξέρει το δάσος;

Οι λέξεις σκεπάζονται με χιόνι, όμως αποκαλύπτονται ξανά ζωντανές και δροσερές την επόμενη άνοιξη. Τι είναι παλιό και τι νέο; Ποιος μπορεί να πει κάτι αληθινά νέο κι ως τώρα ανείπωτο; Το μέσα μας τοπίο είναι υγρό και σκοτεινό. Από τις «μέσα πηγές» αναβλύζουν κάποτε οι λέξεις που δηλώνουν, υπαινίσσονται, καλούν, στερεύουν, σβήνονται με το σβηστήρι ενός μικρού παιδιού, κρύβονται σε συρτάρια, χώνονται σε υπόγεια και κρύπτες κι ετοιμάζουν υπομονετικά τα επόμενα θαύματα. Γιατί οι λέξεις οικοδομούν σύμπαντα και παραδείσους, καθώς φέρουν μέσα τους τον πυρήνα κάθε κοσμογονικής έκρηξης.

Με τις λέξεις πλάθονται τα όνειρα και με τα όνειρα οικοδομούνται τα πιο όμορφα κτίρια, τα πιο ψηλά τείχη, τα πιο σπουδαία μνημεία κάθε δόξας και κάθε ήττας. Κάποτε οι λέξεις χάνουν το όνομά τους, τη σημασία τους, κι έτσι όπως μένουν απογυμνωμένες, χωρίς ταυτότητα, χρειάζονται μια νέα βάπτιση, μια νέα ονοματοδοσία, να λάμψουν τα αδιόρατα, για να μπορέσουμε να αρνηθούμε την παραδοχή και να παραδεχτούμε την άρνηση, «ανάμεσα στην αδιαφορία και την ενσυναίσθηση».

Οι λέξεις χαράζουν δρόμους και στήνουν γέφυρες. Μαζί τους πορευόμαστε και χανόμαστε μια στο σκοτάδι και μια στο φως. Ακόμα και η λέξη «κενό» δεν είναι τελικά κενή. Έτσι οι λέξεις είναι ολόκληροι πλανήτες που γυρίζουν σε άγνωστη τροχιά. Τι φταίει και ξεθωριάζει το χρώμα τους; Τι ξεθωριάζει την ίδια τη φωνή μας; Ποιος μπορεί να κρίνει τις λέξεις ή κι εμάς τους ίδιους για τις μικρές ή τις μεγάλες ορθογραφικές μας αποκλίσεις; Μια ανορθόγραφη προσευχή είναι άραγε ευπρόσδεκτη στα μάτια του Θεού; Κι όμως προστατεύουμε τη μορφή των λέξεων προσέχοντας με ευλάβεια την κλίση τους και τη σύνταξή τους σύμφωνα με όσα η παράδοση προστάζει. Μπορούμε να ζήσουμε χωρίς λέξεις; Υπάρχουν «γνωστές» κι «άγνωστες» λέξεις. Υπάρχουν «δικές μας» και «ξένες». Υπάρχουν ακόμα και κάποιες «άγριες», που φύονται στα δάση και στους σκοτεινούς βυθούς.

Οι λέξεις τριγυρίζουν στο σκοτάδι έξω από τα βιβλία. Έχουν σκληρό κέλυφος που δε θρυμματίζεται εύκολα. Κάποιες υποκρίνονται πίσω από προσωπεία. Κάποιες ζουν σε άγονα κι απρόσιτα μέρη, όπου δύσκολα φτάνει κάποιος αναγνώστης, εκτός κι αν ναυαγήσει ξαφνικά.

Οι λέξεις πλάθουν τραγούδια, αλλά και μοιρολόγια. Γράφουν ποιήματα που υψώνονται στη συνείδησή μας σαν αυθύπαρκτες θεότητες που αξίζουν προσκύνηση. Κάποιες πετούν σαν πουλιά. Κάποιες πέφτουν στις ξόβεργες και καταλήγουν στο χαρτί, για να μην ξαναφύγουν.

Μπορούμε να χαράξουμε στη γη τη λέξη «ουρανός». Άραγε, αυτό την καθιστά γήινη; Αν γράψουμε με φτερό, οι λέξεις μας θυμούνται κάτι από την πτήση; Ο ποιητής μας τονίζει πόσο μοιάζει η λέξη «πτήση» με τη λέξη «πτώση». Ένα μόνο γράμμα είναι ικανό να αλλάξει τελείως τη σημασία μιας λέξης.

Οι λέξεις είναι λοιπόν χαρταετοί χωρίς σχοινί. Είναι πουλιά που πετούν μακριά κι επιστρέφουν, γιατί κάθε τέλος είναι πάντα κοντά στην επόμενη αρχή και κάθε αρχή ξεκινά για να φτάσει στο τέλος της.

 

3. Ένα πρωτότυπο λεκτικό πείραμα:

Δεν έχει πια σημασία ποιος έγραψε τα έπη του Ομήρου ή τα Ευαγγέλια. Δεν πρέπει να μας νοιάζει ποιος έγραψε τα έργα του Σαίξπηρ: Τα πάντα συγγενεύουν με όλα τ’ άλλα «ακραία λεκτικά φαινόμενα» και γι’ αυτό τίτλοι κι ονόματα μεταβάλλονται, εναλλάσσονται, σβήνονται, ξαναγράφονται αδιάκοπα. Ο ποιητής Διονύσης Στεργιούλας προτείνει να αφήσουμε για λίγο στην άκρη τη μεγαλοσύνη κάποιων φωτισμένων ανθρώπων, για χάρη της λησμονημένης μεγαλοσύνης του θαυμαστού πλάσματος που λέγεται «άνθρωπος»: Όλα τα σπουδαία έργα παράγονται με τα ίδια πολύπαθα, πολυκαιρισμένα, φθαρμένα και προπαντός, κοινόχρηστα υλικά. Κάνει μάλιστα ένα σπουδαίο πείραμα: Γράφει ένα ποίημα που απαρτίζεται κατ’ αποκλειστικότητα από δανεικούς στίχους γνωστών έργων του παρελθόντος. Δυο μόνο πρωτότυπα στοιχεία υπάρχουν σ’ αυτό το ποίημα: α) Η επιλογή λέξεων, φράσεων ή και ολόκληρων στίχων, και β) Η σειρά παράθεσής τους:

 

Ανεπίληπτα, επέστρεφε, κυκλοδίωκτος,

άγρια μ’ έδειρεν η βαρυχειμωνιά,

Η ποίηση δε μας αλλάζει τη ζωή,

Είμαστε κάτι ξεχαρβαλωμένες κιθάρες,

και την τέχνη μας τη στολίσαμε τόσο πολύ,

Μια μυγδαλιά και δίπλα της εσύ,

εσύ που μου ’φερνες νεράκι στην παλάμη,

δεν ημπορώ ν’ ακούσω τη φωνή σου,

ήταν η θάλασσα ήταν τ’ αγέρι,

ακρογιαλιές και δειλινά,

Σήκω μικρή, μικρή, μικρή Πορτοκαλένια,

μη μου δίνεις την οδύνη που περιέχω,

μονάχα ο θάνατος δεν περιμένει,

σ’ άλλους παραλλήλους θα ’χεις μπει,

Ανασηκώσου με τα οστά γεμάτα μουσική,

Ειπέ μας αν κρατεί ουρανός,

Η πλάστιγξ κλίνει εκεί που προτιμάμε,

και η νεότης μας πετά ως αστραπή ταχεία,

ο τόπος μου ποιος ήταν; Ποιοι οι δικοί μου;

 

4. Ως επίλογος:

Ελπίζω μέσα από αυτό το σύντομο σημείωμα να πέρασε στον αναγνώστη κάτι απ’ το πνεύμα του βιβλίου που προσπάθησα να παρουσιάσω. Ελπίζω να κατάφερα σε κάποιο βαθμό να κεντρίσω το ενδιαφέρον όσων αγαπούν τα βιβλία και την κρυμμένη τους γοητεία. Ο ποιητής Διονύσης Στεργιούλας με έναν μοναδικό τρόπο φωτίζει το τοπίο πίσω από το ποίημα, πίσω από τις λέξεις, πίσω από τα νοήματα, πίσω από τα σχήματα, μέχρι τα βάθη της ανεξερεύνητης ψυχής μας, αναζητώντας το «γιατί» και το «πώς» των πιο «αυτονόητων» πραγμάτων, για να συνειδητοποιήσουμε έκθαμβοι πως τίποτα δεν είναι –τελικά- μικρό κι ασήμαντο. Οι λάτρεις της φιλοσοφημένης ποίησης και της αληθινά διεισδυτικής ματιάς ενός φωτισμένου νου θα εκτιμήσουν ιδιαίτερα αυτό το βιβλίο. 

Δημήτρης Παπακωνσταντίνου*


*Ο Δημήτρης Παπακωνσταντίνου γεννήθηκε στη Λάρισα το 1967 και ζει μόνιμα στην Κοζάνη, όπου εργάζεται ως καθηγητής Μέσης Εκπαίδευσης. Είναι τακτικό μέλος της Εταιρίας Λογοτεχνών Θεσσαλονίκης και της Πανελλήνιας Ένωσης Λογοτεχνών. Ποιήματά του φιλοξενούνται σε συλλογικούς τόμους και σε διάφορα έντυπα και διαδικτυακά περιοδικά.


Πέμπτη 31 Ιουλίου 2025

Το θαύμα του γραπτού λόγου


Ο Κωνσταντής εδούλευε και ρόγα δεν επήρεν,
μα όσο και για τη ρόγα του, εφίλει την κυρά του,
κι όσα φιλήματα της κρούει, στο μάρμαρο τα γράφει.
Κι ο βασιλιάς επέρασε, στο μαύρο καβαλάρης,
το μαύρο του γονάτισε, τα γράμματα ανεγνώθει:
Γράμματα που σας έγραψε, καημό μεγάλον είχε,
κι εγώ που σας εδιάβασα,
καημό μεγάλο πήρα!

Έχει δημοσιευθεί με τον τίτλο «Η μαρτυρία του μαρμάρου» (Άγις Θέρος, Τα τραγούδια των Ελλήνων, Α', Αθήνα, Αετός, 1951, σ. 227). Αν δεν ήταν δημοτικό τραγούδι, θα μπορούσε να είναι ένα θεωρητικό κείμενο για τη γραφή, την ανάγνωση και τη λογοτεχνία. Η ανταμοιβή ενός εργάτη ή υπηρέτη δεν είναι στη συγκεκριμένη περίπτωση η «ρόγα», δηλαδή ο μισθός και οι οικονομικές απολαβές, αλλά η ερωτική σχέση με τη γυναίκα που του παρέχει εργασία. Πιθανώς ή προφανώς αυτό είναι κάτι που το επιθυμεί και ο ίδιος. Γι αυτό και αποδέχεται την άτυπη συμφωνία. Το πάθος και ο πόθος του όμως δεν καταλαγιάζουν με όσα συμβαίνουν μεταξύ τους, ίσως για τον επιπλέον λόγο ότι γίνονται εν κρυπτώ. Αισθάνεται την ανάγκη να τα γράψει ή να τα χαράξει σε κοινή θέα πάνω στην πέτρα. Με σημερινή ορολογία θα χρησιμοποιούσαμε τον όρο «βιωματική λογοτεχνία».

Από το σημείο περνά ο βασιλιάς πάνω στο άλογό του, που γονατίζει μπροστά στο κείμενο. Κατά κάποιον τρόπο ο βασιλιάς, τον οποίο συνήθως οι υπήκοοι προσκυνούν, προσκυνά εδώ το κείμενο, ή αλλιώς τη γοητεία του γραπτού λόγου, που υπερβαίνει σε αυτήν την περίσταση την κοσμική εξουσία που ο ίδιος διαθέτει. Και ο «καημός» του Κωνσταντή, του άμισθου ερωτευμένου υπηρέτη, γίνεται και δικός του καημός. Ο αναγνώστης μετέχει, μέσω του κειμένου, στα συναισθήματα του δημιουργού και νιώθει ό,τι ένιωθε και ο ήρωας του τραγουδιού όταν «εφίλει την κυρά του». Δεν αποκλείεται να ξυπνούν μέσα του και παρόμοιες μνήμες.

Τα στάδια επομένως από τα οποία διέρχεται η αφήγηση είναι τα εξής: ισχυρό (ερωτικό) βίωμα, αποτύπωση σε γραπτό κείμενο, ανάγνωση, πρόκληση συγκίνησης. Όλα αυτά δίνονται με εξαιρετικά απλό και σύντομο τρόπο, σε μόλις επτά στίχους, μέσω της χρήσης μιας ιστορίας που εν μέρει θυμίζει παραμύθι. Στο ένα άκρο ο άμισθος υπηρέτης και στο άλλο ένας βασιλιάς. Ανάμεσά τους ένα κείμενο που αναφέρεται στον έρωτα και φέρνει κοντά αυτούς τους δύο. Στη χώρα της γραφής αμβλύνονται οι ανθρώπινες αντιθέσεις.

Συχνά διαχωρίζονται οι προ της γραφής και της ανάγνωσης κοινωνίες από τις αμέσως μεταγενέστερες, που είχαν ενσωματώσει στις δομές τους τη χρήση του γραπτού λόγου. Το δημοτικό αυτό τραγούδι μοιάζει να έχει δημιουργηθεί στο πλαίσιο μιας κοινωνίας στην οποία υπερισχύει η προφορικότητα, αλλά ξαφνικά έρχεται αντιμέτωπη με το θαύμα της γραφής και με τη συγκινησιακή χρήση του γραπτού λόγου. Ο βασιλιάς εντυπωσιάζεται και συγκινείται με όσα διαβάζει. Εκείνος όμως που μένει εκστατικός μπροστά στην αντίδραση του βασιλιά και στην όλη σκηνή είναι ο αόρατος παρατηρητής, ο αφηγητής, πιθανώς ένας λαϊκός άνθρωπος που δεν γνωρίζει γραφή και ανάγνωση, για λογαριασμό του οποίου μιλά ο δημιουργός του τραγουδιού.

Μία ακόμη ερμηνεία, που θα μπορούσε να προβληθεί στο ποίημα, προκύπτει από την αντιστροφή της αλληλουχίας: Δεν είναι μόνο ο βασιλιάς αναγνώστης, αλλά και ο αναγνώστης είναι «βασιλιάς». Ο αναγνώστης που μπορεί να αισθανθεί σε βάθος ένα κείμενο και διαβάζοντάς το να νιώσει εσωτερική ικανοποίηση ανάλογη με εκείνη του ανθρώπου που το έγραψε, έχει και αυτός κάποιου είδους «υπέρτατη εξουσία».

Διονύσης Στεργιούλας

[Πρώτη δημοσίευση στο περιοδικό Η οδοντωτός, τόμος 2, 2024]

Κυριακή 29 Ιουνίου 2025

Συμβαίνει σπάνια (ποίημα)

Μπορεί να βρίσκεσαι τώρα στο τέλος
αλλά θα είσαι πρωτοπόρος
όταν αρχίσει ο χρόνος να κυλά αντίστροφα.
Συμβαίνει σπάνια, αλλά συμβαίνει
τα σύννεφα να γίνονται υδρατμοί
τα ποιήματα να διασπώνται στις λέξεις τους
οι σκέψεις να επιστρέφουν στις πηγές τους
κι ο κόσμος σου να συρρικνώνεται
σ εκείνο το αρχικό σημείο.
Συμβαίνει σπάνια, αλλά συμβαίνει
το είδωλο τού μέσα σου καθρέφτη
στον έξω κόσμο να προβάλλεται
και καθρέφτης να γίνεται το σύμπαν
αντανακλώντας κάθε σκέψη σου.

 

[πρώτη δημοσίευση: περ. Θευθ, τχ. 21, Ιούνιος 2025] 

Τετάρτη 7 Μαΐου 2025

Βιβλιοπαρουσιάσεις στην 21η ΔΕΒΘ

 

21η Διεθνής Έκθεση Βιβλίου Θεσσαλονίκης

          Α[Ι]νθρώπινη Δημιουργικότητα

                   8-11 Μαΐου 2025

  ___________Τιμώμενη χώρα ΙΤΑΛΙΑ__________

 

Σάββατο 10 Μαΐου | 11:00-12:00

Αίθουσα Μανόλης Αναγνωστάκης | Περίπτερο 15

 

Παρουσίαση της αυτοβιογραφίας του Γιώργου Χρονά

Το όνομά μου είναι Γιώργος Χρονάς

(Εκδόσεις Οδός Πανός, Αθήνα 2024)

 

Για το βιβλίο μιλούν οι:

-Διονύσης Στεργιούλας, συγγραφέας

-Κωνσταντίνος Μπούρας, ποιητής-κριτικός-μεταφρασεολόγος-μέλος Δ.Σ. του ΕΛ.Ι.ΒΙ.Π.

-Λουκάς Δ. Παπαδάκης, συγγραφέας

-Τζίνα Καρβουνάκη, συγγραφέας-μεταφράστρια

 

================================================

 

Κυριακή 11 Μαΐου | 11:00-12:00

Αίθουσα Μανόλης Αναγνωστάκης | Περίπτερο 15

 

Παρουσίαση της ποιητικής συλλογής του Λουκά Δ. Παπαδάκη Υπέρ Μαργίτη (Α' - ΙΗ')

(Εκδόσεις Οδός Πανός, Αθήνα 2019)

 

Στην εκδήλωση συμμετέχουν οι:

-Λουκάς Παπαδάκης

-Διονύσης Στεργιούλας, συγγραφέας-κριτικός

-Γιώργος Χ. Θεοχάρης, ποιητής-εκδότης του περιοδικού Εμβόλιμον

-Γιώργος Χρονάς, ποιητής-εκδότης



Τρίτη 29 Απριλίου 2025

Ακραία λεκτικά φαινόμενα



Eκατόν τριάντα δύο ποιήματα, κατά κανόνα δίστιχα ή ολιγόστιχα, ως αυτοτελή θραύσματα ενός συνθετικού έργου με θέμα τον λόγο, τη γραφή, την ποίηση, τις λέξεις. Η προσπάθεια να μιλήσει κανείς με λέξεις για τις λέξεις, άλλοτε συναντά εκφραστικά εμπόδια και άλλοτε αναδεικνύει κρυμ-μένες ή άγνωστες διαστάσεις και δυνατότητές τους, που σχετίζονται άμεσα με το ανθρώπινο εσωτερικό τοπίο αλλά και με την ίδια την ανθρώπινη φύση. Το θαύμα της γραφής είναι δύσκολο να περιγραφεί με λέξεις, αφού το θαύμα είναι οι ίδιες οι λέξεις. 

Παρασκευή 28 Φεβρουαρίου 2025

Λογοτεχνική ποιότητα και θεολογικό βάθος

[Για το βιβλίο του Αλέξανδρου Κοσματόπουλου, Τώρα και πάντοτε: Σημειώσεις στις Γραφές του Ισαάκ του Σύρου, Εκδόσεις Αθανασίου Αλτιντζή, Θεσσαλονίκη 2024]


Υπάρχουν βιβλία που σε διαβάζουν καθώς τα διαβάζεις. Ξεκινάς την ανάγνωση και μετά από λίγο αισθάνεσαι ότι έχεις εμπλακεί σε μια συναρπαστική πνευματική περιπέτεια. Το βιβλίο του Αλέξανδρου Κοσματόπουλου Τώρα και πάντοτε: Σημειώσεις στις Γραφές του Ισαάκ του Σύρου μοιάζει να γράφτηκε από μοναχό για άλλον μοναχό. Μεταξύ των δύο συνομιλητών μεσολαβεί χρονικό χάσμα δεκατεσσάρων αιώνων, το οποίο με άγνωστο τρόπο εδώ καταργείται. Στους αναγνώστες δημιουργείται η αίσθηση ότι τα δύο πρόσωπα συνομιλούν φιλικά στην αυλή ή στους εξωτερικούς χώρους ενός μοναστηριού κατά τη διάρκεια ενός περιπάτου. Δεν πρόκειται όμως μόνο για διάλογο, αλλά και για ερμηνεία, ανάλυση, επαναδιατύπωση και στοχασμό με αφορμή το έργο του Ισαάκ.


Τα κείμενα της ησυχαστικής παράδοσης, χωρίς να αποκόπτονται από τις πνευματικές και θεολογικές τους αναφορές, αποκτούν διαρκώς νέο περιεχόμενο όταν τα διαβάζει ο αναγνώστης της εποχής μας. Και επιπλέον κατά την ανάγνωση αποκτούν και έναν χαρακτήρα προσωπικό, σαν να απευθύνονται στον κάθε αναγνώστη ξεχωριστά. Τα περισσότερα γράφτηκαν από ανθρώπους που με τα κοσμικά κριτήρια και δεδομένα θα χαρακτηρίζονταν τουλάχιστον παράξενοι και ιδιόρρυθμοι, αφού συχνά επέλεγαν να ζουν σε δάση, βουνά, γκρεμούς και σπηλιές, ακόμη και πάνω σε στύλους, ανοίγοντας κυριολεκτικά και μεταφορικά νέους δρόμους μέσα στην έρημο. Κατά τον Κοσματόπουλο, που συμφωνεί στο θέμα αυτό με έναν Ρώσο ασκητή των αρχών του εικοστού αιώνα, η ησυχαστική παράδοση έχει εν μέρει μεταφερθεί σήμερα στις πόλεις. Πολλά μοναστήρια έχουν γίνει πολυσύχναστοι τόποι με εκατοντάδες επισκέπτες καθημερινά, διασώζοντας βεβαίως, ακόμη και έτσι, τα νήματα και τα νοήματα μιας αρχαίας παράδοσης. Το γεμάτο βιβλία δωμάτιο ενός σύγχρονου διαμερίσματος μπορεί να αποτελέσει, σε ορισμένες περιπτώσεις και υπό προϋποθέσεις, χώρο απομόνωσης, περισυλλογής, ησυχίας, προσευχής και πνευματικής αναζήτησης. Πράγμα δύσκολο αλλά εφικτό.

Στη συντριπτική τους πλειονότητα τα ιερά και τα πατερικά κείμενα, και όχι μόνο τα γραπτά του Ισαάκ, είναι και σημαντικά λογοτεχνικά έργα και εντάσσονται οργανικά στις γραμματολογίες των διαφόρων λαών. Οι νεότεροι θεολόγοι συχνά παραβλέπουν αυτήν τη διάσταση και τα αντιμετωπίζουν ως κείμενα αμιγώς θεολογικά, με αποτέλεσμα να αφαιρούν από το ειδικό βάρος τους. Σε ορισμένες μάλιστα περιπτώσεις, όπως στον Ακάθιστο Ύμνο, λογοτεχνική ποιότητα και θεολογικό βάθος είναι τόσο αλληλένδετα, ώστε επί της ουσίας να αποτελούν σχεδόν ένα και το αυτό.

Πώς όμως και γιατί ένας γνωστός και κατά γενική ομολογία ποιοτικός πεζογράφος περνά από τη λογοτεχνική γραφή στη σύνθεση κειμένων που άπτονται της θεολογίας ή και στην ερμηνεία ιερών κειμένων, όπως της Αποκάλυψης; Κατά μία άποψη, ίσως και έτσι παραμένει πεζογράφος. Ίσως δηλαδή πρόκειται απλώς για ανορθόδοξη και προχωρημένη εκδοχή του πεζογραφικού του έργου. Και πράγματι παραμένει πεζογράφος. Υποψιάζομαι όμως ότι πρόκειται για κάτι πολύ πιο βαθύ και πιο ουσιαστικό, κάτι σαν το εσωτερικό «κάλεσμα» που είχαν νιώσει πολλοί μοναχοί, λίγο πριν εγκαταλείψουν έναν αναμενόμενο τρόπο ζωής και ένα προκαθορισμένο πλαίσιο πραγμάτων. Με τη διαφορά ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση το «κάλεσμα» είναι διαρκές και κρατά περισσότερο από μισό αιώνα. Οι συζητήσεις με τον άγιο Παΐσιο και η στενή πνευματική γνωριμία του συγγραφέα μαζί του – ήδη από το 1971 – έπαιξαν οπωσδήποτε τον ρόλο τους. Κατά τη γνώμη μου, η αιτία που τον οδήγησε στον άγνωστο τότε μοναχό Παΐσιο είναι η ίδια αιτία που τον οδήγησε αργότερα στη λογοτεχνία και στη μελέτη των ιερών κειμένων, ψάχνοντας πάντα την απάντηση και τη θεραπεία στο αίσθημα απόγνωσης που κατά τον ίδιο για πολλά χρόνια τον συνόδευε.

Ο συγγραφέας, εκκινώντας από τους Λόγους του Ισαάκ, αναφέρεται στον «άνθρωπο του μοναχικού πένθους» (σ. 129), ο οποίος «δεν υπόκειται σε καμιά συλλογική συμπεριφορά», αφού «η παντοδυναμία της συλλογικής συμπεριφοράς δεν τον αγγίζει». Εδώ βρίσκεται και μια ουσιαστική διαφορά του Κοσματόπουλου με τον φίλο και κουμπάρο του Νίκο Γαβριήλ Πεντζίκη. Στον δεύτερο το πλαίσιο, το περιβάλλον, ανθρώπινο, υλικό και πολιτισμικό, καθώς και το αποτύπωμα της Ιστορίας, και κυρίως ο λόγος, παίζουν τον κύριο ρόλο, ενώ για τον πρώτο στο επίκεντρο βρίσκονται ο εσωτερικός άνθρωπος, η απομάκρυνση από τους πολλούς, η σιωπή και η πεποίθηση ότι εάν δεν αλλάξουμε μέσα μας, τίποτα δεν θα αλλάξει. Ενώ ο λόγος είναι το μέσο για να εκφραστεί «μια κατάσταση εσωτερική» (σ. 11). Για τον Πεντζίκη, το έργο του οποίου βρίθει πραγματολογικών αναφορών, η εστίαση στο «εγώ» είναι πηγή μόνο προβλημάτων. Με αποτέλεσμα στα κείμενά του το πλαίσιο να καταλαμβάνει το κενό που προκύπτει από το καταργημένο «εγώ». Στον Κοσματόπουλο αυτό το επιφανειακό «εγώ» είναι ούτως ή άλλως άνευ σημασίας, αφού δεν έχει καμιά υπόσταση. Υπόσταση αποκτά μόνο ο άνθρωπος που έχει γνωρίσει τον εαυτό του. Έτσι, έννοιες όπως η μόνωση, η ταπείνωση και η ησυχία αποκτούν ουσιώδες περιεχόμενο. «Χριστιανισμός» κατά τον Κοσματόπουλο «σημαίνει την απόκτηση αυτής της βαθιάς εσωτερικής γνώσης» (σ. 130), οδό που θα πρέπει να δείχνει και η «επίσημη Εκκλησία», επειδή διαφορετικά, όπως γράφει, «θα καταστεί ένα στείρο εξάρτημα του πεπτωκότος κόσμου, που μπορεί να την τιμούν και να τη σέβονται, αλλά δεν θα σώζει κανέναν» (σ. 130).

Η ταπείνωση, η αγάπη και η ελευθερία, τρεις λέξεις που επαναλαμβάνονται στο βιβλίο, είναι καθοριστικές του τρόπου με τον οποίο ο συγγραφέας αντιλαμβάνεται τα γραπτά και τη σκέψη του Ισαάκ. Η ταπεινοφροσύνη, όταν οφείλεται σε συνειδητή επιλογή και όχι στην ψυχοσύνθεση ή στον εκ φύσεως χαρακτήρα ενός πιστού, ορίζεται ως μέγιστη αρετή και η απομάκρυνση από τους ανθρώπους ως οδός σωτηρίας. Διαβάζοντας το βιβλίο ξαναθυμόμαστε τη φράση πολλών ασκητών «Φεύγε τους ανθρώπους και σώζεσαι» (Απομακρύνσου από τους ανθρώπους και θα σωθείς). Διαβάζουμε ακόμη ότι «Η αμαρτία είναι καρπός της ελεύθερης βούλησης» (σ. 166), αλλά και απόψεις του Ισαάκ που ίσως θεωρηθούν σήμερα εξεζητημένες, αλλά και εξαιρετικά σύγχρονες, όπως ότι οι πρωτόπλαστοι εκδιώχθηκαν από τον Παράδεισο εξαιτίας της αγάπης του Θεού: όχι για να τιμωρηθούν, αλλά για να τους προσφέρει ολόκληρη τη γη (σ. 173).

Για τον Ισαάκ ο Θεός δεν τιμωρεί ούτε εκδικείται. Αυτές είναι ανθρώπινες συμπεριφορές. Τιμωρία – κατά τον ησυχαστή – είναι για έναν άνθρωπο η αίσθηση ότι δεν μπόρεσε να φανεί αντάξιος της αγάπης του Θεού ή ότι πρόδωσε αυτήν την αγάπη. Ενδιαφέρον παρουσιάζει και η άποψή του ότι οι μεγάλες δυσκολίες που περνούν πολλοί άνθρωποι δεν αποτελούν ανταπόδοση για προηγούμενες αμαρτίες τους, αλλά προκαταβολικό αντιστάθμισμα για όσα ευχάριστα θα ακολουθήσουν.

Σε όλη την έκταση του βιβλίου ο Κοσματόπουλος μάς θυμίζει ότι, για όποιο θέμα και αν γράφει, παραμένει λογοτέχνης. Όταν αναφέρεται σε έννοιες όπως η ταπείνωση, η συντριβή, η απόγνωση και το «μοναχικό πένθος» έρχεται στον νου του αναγνώστη το έργο της ποιήτριας Ζωής Καρέλλη, με την οποία φαίνεται ότι, εκτός από τη μακρόχρονη προσωπική γνωριμία τους, υπάρχει και ιδιαίτερη εκλεκτική συγγένεια. Για παράδειγμα, η διατύπωση «Η σιωπή είναι λόγος ακέραιος» (σ. 145) θα μπορούσε να είναι αντιπροσωπευτικός στίχος της Καρέλλη.

Η ανθρώπινη εμπειρία δεν αποτελεί παρά σύνολο πλίνθων και κεράμων ατάκτως ερριμμένων, ως τη στιγμή που αυτές οι σκόρπιες εικόνες, τα σκόρπια λόγια, θα ενωθούν σε ένα σχήμα και σε ένα σώμα. Αλλά και πάλι οι απαντήσεις δεν έρχονται εύκολα ούτε είναι αυτονόητες. «Όποιον δρόμο και αν ακολουθήσεις, δεν θα βρεις τα πέρατα της ψυχής», έγραψε πριν χιλιάδες χρόνια ο σοφός Ηράκλειτος. Ο Ισαάκ ο Σύρος έψαξε να βρει μέσα του τις απαντήσεις. Τον συνόδευαν στην πορεία αυτής της αναζήτησης η μεγάλη του πίστη, η μελέτη, η διαρκής προσευχή και μια μοναδική ευαισθησία. Στοχάστηκε γύρω από το μυστήριο του θανάτου, προσπαθώντας με αυτόν τον τρόπο να κατανοήσει το μυστήριο της ζωής. Το «Έν» των νεοπλατωνικών φιλοσόφων είναι η κατάληξη μιας μεγάλης διαδρομής του φιλοσοφικού λόγου, αλλά βρίσκεται και κοντά στην αρχή της μυστικής θεολογίας και της ησυχαστικής σκέψης, που προχωρούν αρκετά βήματα πιο πέρα από τον λαϊκό μονοθεϊσμό της Παλαιάς Διαθήκης. Ίσως, όσο η ανθρώπινη νόηση εξελίσσεται και μεταμορφώνεται, τόσο το μυστήριο του Θεού προσεγγίζεται από διαφορετικές οπτικές γωνίες, χωρίς ωστόσο να μπορούμε να αγγίξουμε την ουσία αυτού του μυστηρίου.

Με το Τώρα και πάντοτε ο Κοσματόπουλος δεν γράφει μια μελέτη για τον Ισαάκ τον Σύρο, αλλά ένα κείμενο αγάπης, ως ανταπόδοση σε έναν άνθρωπο από τον οποίο ευεργετήθηκε. Πολλές από τις διατυπώσεις του έχουν, εκτός από ιδιαίτερη πυκνότητα και ποιότητα, και μια υφή αξιωματικού λόγου, που γίνεται αποδεκτός χωρίς την ανάγκη επιπλέον επιχειρηματολογίας. Το βιβλίο διαθέτει πνευματική ουσία και προσφέρει αναγνωστική απόλαυση. Πεποίθησή μου είναι ότι πριν πάρει τη θέση του στις θεολογικές βιβλιογραφίες, θα έχει ήδη βρει τη θέση του στις καρδιές των αναγνωστών. 

Δ.Σ.

[Δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ, 15.12.2024]

Πέμπτη 30 Ιανουαρίου 2025

Κι όμως θα έρθει (ποίημα)

Κάποτε άκουγα τη λέξη επανάσταση

τουλάχιστον μία φορά τη μέρα.

Έχω να την ακούσω πολλά χρόνια

και ανησυχώ μήπως σβηστεί

από τα λεξικά του μέλλοντος.

Κι όμως θα έρθει η επανάσταση.

Θα ’ναι μια γεύση άγρια, πρωτόγνωρη

θα ξεκινήσει απ το πιο αδύναμο φύλλο

και θ’ αλλάξει για πάντα την Ιστορία.

Θα έρθει χωρίς προειδοποίηση

όταν θα μοιάζει οριστική

η νίκη του θανάτου.

Θα έρθει σαν ποταμός φωτός

σαν ένας ζωοδότης άνεμος

κι εκατομμύρια νεκροί

θα ενωθούν μαζί της.

 

[πρώτη δημοσίευση: περ. Θευθ, τχ. 20, Δεκέμβριος 2024]


Τρίτη 31 Δεκεμβρίου 2024

Αρχέγονη έκπληξη*

[Για τα Χριστούγεννα των παιδικών μου χρόνων]

Η λέξη «Χριστούγεννα» δεν φέρνει τόσο στον νου μου το στολισμένο δέντρο, τα μελομακάρονα, το γιορτινό τραπέζι και τα διάφορα έθιμα όσο τη λέξη «χιόνι». Δεν θυμάμαι παιδικά Χριστούγεννα χωρίς χιόνι. Ακόμη και όταν τίποτα δεν προμήνυε μια τέτοια εξέλιξη, έπρεπε πάση θυσία να χιονίσει εκείνες τις μέρες. Το περιμέναμε όλα τα παιδιά και δεν μπορούσε κανείς να μας το στερήσει. Και η έκπληξη πάντα πρωτόγνωρη, όταν βλέπαμε απρόσμενα τις νιφάδες να στροβιλίζονται έξω από το τζάμι. Τα λίγα βήματα στον κήπο με τα τρία-τέσσερα λευκά δέντρα θύμιζαν πορεία σε έναν μεγάλο δρυμό. Το χιόνι, παρά τα προβλήματα που δημιουργούσε, έδινε απόλυτη χαρά. Και όχι μόνο στα παιδιά, αλλά και στους μεγάλους. Σαν να αποτελούσε την εγγύηση και την επιβεβαίωση ότι το ρολόι των εποχών γυρίζει κανονικά και ότι ο δείκτης βρίσκεται στον χειμώνα.

Τα Χριστούγεννα διατηρούν μέχρι σήμερα μέσα μου κάτι από τη μαγεία εκείνων των χρόνων. Ωστόσο αισθάνομαι ότι τα συνοδεύει πλέον ένα κενό: τις περισσότερες φορές το χιόνι δεν έρχεται. Όσο κι αν κοιτάζω έξω από το παράθυρο, ελπίζοντας να αισθανθώ εκείνη την αρχέγονη έκπληξη, τίποτα δεν συμβαίνει. Δεν ξέρω αν φταίει η κλιματική αλλαγή ή η μετέπειτα εγκατάστασή μου σε έναν τόπο με διαφορετικές καιρικές συνθήκες, μακριά από τον ορεινό όγκο της Πίνδου, ή και ο αντιποιητικός ορθολογισμός της ενηλικίωσης, που μας κάνει να βλέπουμε τα ίδια πράγματα με άλλον τρόπο. Μερικές φορές αναρωτιέμαι αν κάποια παιδιά, σε διάφορα μέρη του πλανήτη, βλέπουν εκείνο το χιόνι των παιδικών μου χρόνων, το χιόνι που σημερα δεν μπορώ να δω, αλλά μόνο να αναπολώ. Και επειδή δεν υπάρχουν φωτογραφίες στις οποίες θα μπορούσα να ανατρέξω, το κενό καλύπτεται – φυσικά μόνο εν μέρει – με έργα του Μπαχ και με το πολύ νεότερο Πρελούδιο του χιονιού αρ. 15 (The Snow Prelude Ν. 15) του Ludovico Einaudi.

Διονύσης Στεργιούλας

[*Το κείμενο γράφτηκε για χριστουγεννιάτικο αφιέρωμα της εκπομπής «Ένα βιβλίο, ένα ταξίδι» του Στέλιου Λουκά στη Δημοτική Τηλεόραση Θεσσαλονίκης (TV100).]

Σάββατο 30 Νοεμβρίου 2024

Για τη νουβέλα του Αρκάδιου Λευκού «Κρίσις...» (Θεσσαλονίκη, 1934)

Κατά το πρώτο μισό της δεκαετίας του 1930, λίγο πριν την έλευση της δικτατορίας του Μεταξά, τυπώθηκαν στη Θεσσαλονίκη μερικά πολύ σημαντικά βιβλία, που άλλαξαν εν μέρει τον ρου της νεοελληνικής πεζογραφίας: τρία έργα του Στέλιου Ξεφλούδα (Τα τετράδια του Παύλου Φωτεινού, Εσωτερική συμφωνία, Εύα), Κεφάλια στη σειρά του Αλκιβιάδη Γιαννόπουλου, Αντρέας Δημακούδης του Νίκου Γαβριήλ Πεντζίκη. Την ίδια περίοδο (1934) κυκλοφόρησε και το έργο του Αρκάδιου Λευκού Κρίσις..., που αμέσως απέσπασε εγκωμιαστικές κριτικές. Ήταν ένα από τα πρώτα βιβλία που τύπωσε ο Νίκος Νικολαΐδης, ο τυπογράφος που για περισσότερο από μισό αιώνα θα βρισκόταν σταθερά στην κορυφή της προτίμησης των λογοτεχνών της πόλης. Από το εξώφυλλο πληροφορούμαστε ότι πρόκειται για «νουβέλλα», ενώ στη θέση του ονόματος συγγραφέα βρίσκεται μόνο η λέξη «Αρκάδιο». Στο κάλυμμα εξωφύλλου της δεύτερης έκδοσης διαβάζουμε ότι η Κρίσις... είναι «μυθιστόρημα» του «Αρκάδιου Λευκού». Στην έκδοση αυτή, που τυπώθηκε στην Αθήνα τον Νοέμβριο του 1955 (στο εξώφυλλο: 1956) διορθώθηκαν τα ορθογραφικά, γραμματικά και εκφραστικά λάθη της αρχικής έκδοσης και έγιναν πολλές αλλά ασήμαντες αλλαγές στο περιεχόμενο. Επανεκδόθηκε το 1972 (Αθήνα, εκδ. Γαλαξία) και το 2013 (Αθήνα, εκδ. Φαρφουλάς). Το ίδιο ψευδώνυμο χρησιμοποίησε ο δικηγόρος και δημόσιος υπάλληλος Κωνσταντίνος Κωστουλάκης (Ρέθυμνο 1905 – Αθήνα 1983) και στα επόμενα βιβλία του.

 

Κεντρικός ήρωας του έργου είναι ο Σταύρος, ένας 29χρονος υπάλληλος του δημοσίου, γραφέας χωρίς μόνιμη θέση, που δυσκολεύεται να αντεπεξέλθει ακόμη και στις αναγκαίες καθημερινές δαπάνες. Η μία αρνητική σκέψη διαδέχεται την άλλη και η ζωή του περιγράφεται ως εφιάλτης χωρίς τέλος. Στην προσπάθειά του για διαφυγή από το ανακυκλούμενο αδιέξοδο, αρχίζει και φέρεται είτε απλώς παρορμητικά είτε παραβατικά. Γρήγορα η κατάσταση γίνεται μη διαχειρίσιμη. Η σύζυγός του δυσανασχετεί και η σχέση τους οδηγείται στον χωρισμό, κάτι που τον κάνει να αισθάνεται ανακουφισμένος. Ο συγγραφέας τον ακολουθεί από πολύ κοντινή απόσταση στους δρόμους της αφιλόξενης μεγαλούπολης, όπως μια κάμερα τον πρωταγωνιστή κινηματογραφικής ταινίας. Και ταυτόχρονα μας μεταφέρει τις βαθύτερες σκέψεις του ήρωα-αφηγητή, ο οποίος αναφέρεται στην οικονομική του ένδεια και στη σχέση με τη σύζυγό του με τρόπο που σε πολλά σημεία θυμίζει τον βυζαντινό Πτωχοπρόδρομο. Στον νου του αναγνώστη μπορεί να έλθει και το ζοφερό κλίμα ενός κλασικού έργου της ευρωπαϊκής λογοτεχνίας: της Πείνας (1890) του Κνουτ Χάμσουν.

Στον αφηγηματικό μονόλογο του χαμηλόμισθου υπαλλήλου δεν υπάρχουν ανατροπές, αλλά μια καθοδική πορεία, που τον φέρνει όλο και πιο κοντά όχι τόσο στην ψυχική κατάρρευση όσο σε μια χαρακτηριστική συναισθηματική απάθεια. Αντιμετωπίζει τη ζωή του σαν φυλακή ασφαλείας, από την οποία δεν μπορεί να δραπετεύσει. Φοβάται να αυτοκτονήσει, δεν είναι εύκολο να αλλάξει επάγγελμα, δεν του δίνεται η ευκαιρία να βρει χρήματα έστω και παρανομώντας, και το πλαίσιο γίνεται όλο και πιο ασφυκτικό. Το κυρίαρχο μοτίβο του οικονομικού αδιεξόδου και της διερεύνησης πιθανών και απίθανων οδών διαφυγής επανέρχεται με πλήθος παραλλαγών.


Η λέξη «κρίσις», που χρησιμοποιείται και ως τίτλος του βιβλίου, αφορά κυρίως τους διάφορους τομείς της ζωής του πρωταγωνιστή: «Περνώ μια κρίση γερή. Πού να βασιστείς, για να πεις πως δε θα με πάρει κάτω; Το φάρμακο το 'παμε. Δε βρίσκεται. Από πού νά 'ρθει το λοιπόν η καλυτέρεψη; Θα πεις ακόμα δεν έπεσα κάτω κι είμαι νέος ακόμα! Μα το πώς στέκω στα πόδια, εγώ το ξέρω.» (σ. 106) Αφορά όμως και τη γενικότερη οικονομική κρίση, που μαστίζει τη χώρα: «Πως έχει κρίση, το ξέρουμε. Αυτό έλειπε δα, να μην το ξέρουμε. Μα και γενικό το κακό; Αλήθεια; Να το πιστέψω; Γενικό το κακό! Καλά βρε παιδιά: Κι αυτοί όλοι που καλοντύνουνται και καλοτρώνε και γλεντάνε και χαίρονται ούλα τα καλά;» (σ. 31) Σε διάφορα σημεία του βιβλίου υπάρχουν αναφορές στην αριστερή ιδεολογία, είτε άμεσες είτε έμμεσες. Όταν συναντά έναν παλιό γνωστό του, που έχει γίνει στο μεταξύ κομμουνιστής, τον ειρωνεύεται επειδή εκείνος του λέει ότι πρέπει να περιμένουν και ότι χρειάζεται υπομονή μέχρι να αλλάξουν τα πράγματα: «Άκου δω να σου πω! Αυτό το χρόνο, τούτον δω, μπορείτε να τον κάνετε τον κομμουνισμό σας; Ε, έρχουμαι πρώτος! Αλλιώς, σαν πρόκειται να περιμένω χρόνια ακόμα... καλημέρα σας!» (σ. 78) Σχολιάζει αρνητικά όσους έχουν καλύτερες θέσεις από τη δική του στην υπηρεσία τους, στον κρατικό μηχανισμό, στην κοινωνία και στους θεσμούς γενικότερα. Τον ενοχλεί κυρίως το ότι μπορούν να πλουτίζουν με παράνομο τρόπο εκμεταλλευόμενοι τη θέση τους, ενώ εκείνος δεν μπορεί να κάνει το ίδιο στο γραφείο όπου εργάζεται. Ταυτόχρονα θεωρεί τον εαυτό του αρκετά ηθικό, αξιολογώντας όμως τη στάση του αυτή ως μειονέκτημα: «Σήμερα φίλε μου – το ξέρω που το ξέρεις – είναι μια εποχή όπου ντρέπεται κανένας να πει πως είναι... τίμιος ή ηθικός! Γιατί το λιγότερο, θα τον πάρουν για βλάκα. Πρόσεξες όταν μιλά κανένας ή γράφει κι αναφέρει τίποτα για ηθική; Ε, τι κάνει αμέσως; Δεν τσακίζεται να προσθέσει πως “Να σας πω: Δεν είμαι κανένας ηθικολόγος, αλλά...”. Βιάζεται βέβαια, και με το δίκιο του ο άνθρωπος να... δικαιολογηθεί, μη τυχόν και τον παρεξηγήσουν!» (σ. 84)

Με πολύ απλά υλικά, και κυρίως με το μεγάλο του ταλέντο στη γραφή, ο Αρκάδιος Λευκός παρουσίασε ένα πρωτότυπο έργο περιγράφοντας την κοινωνία του καιρού του μέσα από το βλέμμα ενός ανθρώπου με ιδιαίτερη συμπεριφορά και ψυχοσύνθεση. Η αντικειμενική αδυναμία του ήρωα να ικανοποιήσει τις κάθε είδους ανάγκες και επιθυμίες του, οι εμμονές του, το διαρκές αναμάσημα των ίδιων σκέψεων, ο μισανθρωπισμός του, η έλλειψη της πνευματικής διάστασης στη σκέψη του και στη ζωή του, η αδιαφορία του για τους άλλους, και όλα αυτά στον ακραίο βαθμό, παραδόξως προκαλούν οικειότητα αντί για δυσφορία. Είναι ένας ήρωας που δεν θα κερδίσει τη συμπάθεια του αναγνώστη, πείθει όμως ότι είναι αληθινός, σαν να ανήκει λιγότερο στη λογοτεχνία και περισσότερο στη ζωή.

Διονύσης Στεργιούλας

[περ. Καρυοθραύστις, τχ. 18, Νοέμβριος 2024, σσ. 195-199]